« Νέα Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία» ή «Πανευρώπη»

« Το ερώτημα που θα πρέπει να απασχολεί σήμερα (5η Νοεμβρίου 1937) την Γερμανία είναι πως θα αποκτήσει τα μεγαλύτερα κέρδη με το μικρότερο δυνατό κόστος», Adolph Hitler.

Η ουσία του πρόσφατου Ελληνικού δημοψηφίσματος, παρά το γεγονός ότι υπήρξε εντέχνως ενδεδυμένο με τον πράσινο όζοντα πολιτικό μανδύα της μεταπολίτευσης, εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο της λυσσαλέας σύγκρουσης μεταξύ των Ευρωπαϊκών ελίτ και της καλά αμειβόμενης γραφειοκρατίας των Βρυξελλών αφενός και της Ευρωπαϊκής εργατικής τάξης αφετέρου. Η τελευταία μετά δυσκολίας επιβιώνει σήμερα σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και απολύτου οικονομικού και πολιτικού χάους καθώς και ασφυκτικού ατομικού ελέγχου. Η σύγκρουση αυτή ήδη από το 1992 εκφράσθηκε μέσα από διάφορες αμφισβητήσεις της «Ευρωπαϊκής ιδέας» αμέσως μετά την συνθήκη του Maastricht.
Στα πλαίσια της πάλης αυτής, η εγκυρότητα του πρόσφατου δημοψηφίσματος ετέθη αμέσως υπό αμφισβήτηση από τους εκπροσώπους των Ευρωπαϊκών ελίτ, όπως επί παραδείγματι από τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού συμβουλίου κ. Thorbjørn Jagland, ο οποίος πρόσφατα απεπέμφθη από την επιτροπή απονομής των βραβείων Nobel.
Η πολιτική αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως συνασπισμός εθνοτήτων και λαών κάτω από την Γερμανική κυριαρχία, είναι βαθιά ριζωμένη στους Γερμανικούς λαούς και τα κράτη-δορυφόρους των και οφείλει την οντολογία της στο πολυπληθές Γερμανικό στοιχείο της κεντρικής Ευρώπης που ενώ κατοικεί σε ένα σχετικά περιορισμένο γεωγραφικό χώρο στερείται πρώτων υλών αναγκαίων για την βιομηχανία του.

Η «Ευρωπαϊκή ιδέα» υπήρξε συνείδηση της Γερμανικής εξωτερικής πολιτικής ήδη από την δεκαετία του 1930 και βασίστηκε στην παραφρασμένη ρητορική του θεωρητικού του «Πανευρωπαϊσμού» Αυστριακού ευγενούς και διπλωμάτου Richard Nikolaus Eijiro, Count of Coudenhove-Kalergi, ο οποίος οραματίσθηκε μία Ευρώπη αποτελούμενη από κυρίαρχα κράτη, ειρηνικά συνεργαζόμενα μεταξύ των [1].
Εντός των ανωτέρω θεωρητικών πλαισίων, η εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία χρησιμοποιώντας το σύνθημα της «Νέας Ευρώπης» είχε ξεκαθαρίσει το όραμα για τους οικονομικούς και πολιτικούς στόχους ανάπτυξης του Ευρωπαϊκού χώρου, εντασσόμενους βεβαίως εντός των πλαισίων των θεωριών του «Ζωτικού Χώρου-lebensraum». Στα τέλη του 1941 η Διεύθυνση Εξωτερικού Εμπορίου με επικεφαλής τον Carl Clodius, αργότερα οικονομικό υπεύθυνο του Γ’ Ράιχ στην Κατοχική Ελλάδα [2], ανέθεσε, μεταξύ άλλων, στον καθηγητή της νομικής των πανεπιστημίων Rostock και Frankfurt, Walter Hallstein, μετέπειτα πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος (1958), να διερευνήσει την δυνατότητα υλοποίησης των θεωριών του Kalergi για μία «Ομοσπονδιακή Νέα Ευρώπη» υπό Γερμανική κυριαρχία. Οι θεωρητικές αναλύσεις των ναζί περί της «Νέας Ευρώπης» δημοσιεύτηκαν το 1942 στο Βερολίνο με την μορφή μιας «Λευκής Βίβλου» με τίτλο «Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση-Europäische Wirtschaftsgemeinschaft », η οποία μεταξύ άλλων περιελάμβανε και κείμενα του υπουργού οικονομικών του Γ’ Ράιχ Walther Funk, του επικεφαλής της IG- Farben Anton Reithinger, του καθηγητού οικονομικών του Πανεπιστήμιου του Βερολίνου Horst Jecht, του καθηγητού και ανωτέρου στελέχους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας Heinrich Hunke, του στελέχους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και μεταπολεμικά της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας Bernham Benning [2].

Όλα τα μέλη αυτών των πρώιμων εθνικοσοσιαλιστικών Γερμανικών δεξαμενών σκέψης, συμπεριλαμβανομένου και του θεωρητικού του Γαλλογερμανικού άξονα Robert Schuman, επάνδρωσαν επαξίως την γραφειοκρατία της «Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας» μετά τον πόλεμο.
Το «Ομοσπονδιακό» σχέδιο των ναζί, σε αντιδιαστολή με αυτό του Kalergi, απέβλεπε στην καταστροφή των εθνών-κρατών και στον γεωγραφικό και διοικητικό κατακερματισμό της Ευρώπης επί τη βάσει της αρχής «της κατοχής των γεωγραφικών περιοχών από την πολυπληθέστερη εθνότητα», όπου το Γερμανικό έθνος θα ήτο κυρίαρχο μέσω της νομής των πρώτων υλών, καθώς και της εκμετάλλευσης και ανακατανομής του εργατικού δυναμικού. Ο σκοπός των ήτο η αέναη και χωρίς όρια ανάπτυξη της Γερμανικής βιομηχανίας, ιδίως της αμυντικής, ώστε κανένα άλλο κράτος να μην τολμήσει ξανά να τους κηρύξει τον πόλεμο.
Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Μάιο του 1948, διοργανώθηκε στην Χάγη το πρώτο συνέδριο για την «Ενοποίηση της Ευρώπης» με πρωτοβουλία της Αμερικανικής και της Αγγλικής κυβέρνησης (κυρίως) από τον Joseph Retinger [3], Αυστριακό εθνικοσοσιαλιστή Πολωνικής καταγωγής, που είχε στρατολογηθεί από τις Αγγλικές μυστικές υπηρεσίες. Στο συνέδριο αυτό συμμετείχαν 750 προσωπικότητες από 16 χώρες, μεταξύ των οποίων και ο François Mitterrand. Ο Retinger αργότερα έγινε Γενικός Γραμματέας της «Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης Οικονομικής Συνεργασίας- European League for Economic Cooperation» καθώς επίσης υπήρξε μεταξύ των πολυπληθών δραστηριοτήτων του και ο ιδρυτής της λέσχης Bilderberg. Στο συνέδριο της Χάγης παρουσιάσθηκαν δύο πολιτικές τάσεις, αφενός αυτή των «Ενωτικών- Unionist» οι οποίοι υπεστήριξαν την χρησιμοποίηση όλων των πολιτικών και οικονομικών μέσων των Ευρωπαϊκών Εθνών-Κρατών για την ανάσχεση του κομμουνισμού και αφετέρου των «Ομοσπονδιακών-Federalists» οι οποίοι συνηγορούσαν υπέρ του Ευρωπαϊκού σχεδίου (του Hitler) για μια «Ομοσπονδιακή Ευρώπη» που θα υλοποιείτο με την αντίστοιχη εξαφάνιση της πολιτικής αρχής του «Έθνους- Κράτους».

Στο συνέδριο της Χάγης, μεταξύ άλλων, απεφασίσθη και η υιοθέτηση ενός κοινού Ευρωπαϊκού νομίσματος το οποίο θα εδομήτο κατά τέτοιο τρόπο ώστε η είσοδος στην νομισματική ένωση μιας χώρας να μην συνεπάγεται επ’ ουδενί λόγω την έξοδο της. Αυτό το κοινό νόμισμα επέβαλε το 1992 στην Ευρώπη ο μεταλλαγμένος σε σοσιαλιστή François Mitterrand. Είναι αδύνατον οι συμμετέχοντες στην νομισματική ένωση χώρες να εξέλθουν από αυτήν, όχι μόνο λόγω των κανόνων της, αλλά και λόγω των καλά αμειβομένων πολιτικών συστημάτων και της διείσδυσης της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών στις κρατικές δομές των συμμετεχόντων χωρών. Σε αυτά τα πλαίσια, η υπάρχουσα παραφημολογία και φτηνή συνωμοσιολογία περί ύπαρξης «σχεδίου Β’-δραχμής» δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μύθους που εξυπηρετούν τους μηχανισμούς προπαγάνδας της «Γερμανικής Ομοσπονδιακής Ευρώπης», αφού ένα τέτοιο σχέδιο, εκτός από την πολιτική βούληση θα προϋπέθετε και την ύπαρξη οργανωμένου κράτους στην Ελλάδα.
Στην κατοχική Ελλάδα η πολιτική αρχή της «Γερμανικής Ομοσπονδιακής Ευρώπης» υλοποιήθηκε με τον κατακερματισμό της χώρας σε τρεις κατοχικές ζώνες, την Γερμανική, την Ιταλική και την Βουλγαρική, ενώ δικαιολογήθηκε και υποστηρίχθηκε ιδεολογικά η διάλυση της χώρας μέσω της φυλετικής θεωρίας του Fallmerayer, επειδή οι Έλληνες, κατά τους ναζί, δεν αποτελούν έθνος αλλά μία πανσπερμία λαών και συνεπώς «δεν δικαιούται να κατέχουν γεωγραφικό χώρο στην Ευρώπη». Μέσω των θεωριών της «Γερμανικής Ομοσπονδιακής Νέας Ευρώπης» και του Fallmerayer οι Γερμανοί επεδίωκαν μετά τον πόλεμο, η Ελληνική κρατική οντότητα να ενταχθεί σε έναν ευρύτερο γεωγραφικό Ευρωπαϊκό χώρο κυριαρχίας του άξονα υπό την μορφή προτεκτοράτου, γεγονός που πέτυχαν 70 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου μέσω του δολίου υπερδανεισμού της χώρας.
Τηρουμένων των αναλογιών, στην Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα ακολουθήθηκε ο αρχικά σχεδιασθείς εθνικοσοσιαλιστικός διοικητικός κατακερματισμός των Ευρωπαϊκών χωρών, όπου η αποδυνάμωση των κεντρικών εξουσιών υλοποιείται μέσω της πολιτικής κατάτμησης του κράτους σε αυτόνομες περιφέρειες (European Regional Policy), όπου η εξουσία ασκείται κατ’ ευθείαν από τις Βρυξέλλες (δηλαδή από το Βερολίνο) μέσω του οικονομικού ελέγχου. Επί παραδείγματι, τα χρήματα των προγραμμάτων του ΕΣΠΑ εκταμιεύονται από τις Βρυξέλλες κατευθείαν στις περιφέρειες της χώρας και διαχειρίζονται αποκλειστικά από αυτές.

Οι οικονομικές και πολιτικές θέσεις του συνεδρίου της Χάγης, προέκταση του Γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού ονείρου για την Ευρώπη, υιοθετήθηκαν αργότερα στην Ελλάδα με τον θρησκευτικό φανατισμό του «νεοφώτιστου-Ευρωπαίου» από το σύνολο σχεδόν του πολιτικού συστήματος.
Σήμερα, οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας, συμπεριλαμβανομένης και της αριστεράς, εγκλωβισμένες στην ιστορική άγνοια, την εξουσιολαγνία και την ιδεολογία του διεθνισμού, αδυνατούν να αντιληφθούν ότι οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο, στα πλαίσια της ιδεολογίας της «Νέας Ευρώπης», επιφυλάσσουν για την Ελλάδα το πολιτικό και οικονομικό μέλλον του προτεκτοράτου ακτημόνων ιθαγενών και της «χώρα-παρία», όπου μεταξύ άλλων επιδιώκουν την οριστική εγκατάσταση στην επικράτεια της των εκατομμυρίων οικονομικών μεταναστών και προσφύγων που προκαλούν οι πολεμικές τους επιχειρήσεις ανά τον κόσμο. Αδυνατούν επίσης οι πολιτικές δυνάμεις στην χώρα να αντιληφθούν την πολιτική και ιστορική δυναμική του πρόσφατου δημοψηφίσματος ως την σύγκρουση μεταξύ των εθνικοσοσιαλιστικών θεωριών του «Ευρωπαϊκού Φεντεραλισμού και της Νέας Ευρώπης» που πρεσβεύουν οι οικονομικές ελίτ και η καλά αμειβόμενη γραφειοκρατία των Βρυξελλών από την μία και των δυνάμεων του μόχθου και της εργασίας στην Ευρώπη από την άλλη.

Eίναι αναμενόμενο η «αριστερά», τουλάχιστον σήμερα στην Ελλάδα, να συμπεριφέρεται ως ο υπέρμαχος της ιδέας της «Πανευρώπης». Επίσης, μετά τον πόλεμο η μιμητική και ιδιοτελής Ελληνική μεγαλοαστική τάξη, πολιτικό και οικονομικό δημιούργημα του μαυραγοριτισμού της κατοχής [2], στερήθηκε εθνικής συνείδησης (Η Κύπρος βρίσκεται μακριά). Το ίδιο συνέβη και με την «αριστερά». Απογαλακτίστηκε σχεδόν απόλυτα από κάθε εθνικό ζήτημα και πρόταγμα. Την άγνοια της αυτή και την ακούσια υιοθέτηση των εθνικοσοσιαλιστικών Γερμανικών θεωριών της «Ομοσπονδιακής Νέας Ευρώπης» η αριστερά θα την πληρώσει πολιτικά, καταδικαζόμενη και αυτή στην συνείδηση του Ελληνικού λαού ως συμμετέχουσα στην υλοποίηση του Δ’ Γερμανικού Ράιχ όπως την πλήρωσαν πολιτικά και οι «δεξιές» και οι κεντρώες μνημονιακές πολιτικές δυνάμεις.

[1] Nikolaus Eijiro, Count of Coudenhove-Kalergi, «Paneuropa», ein Vorschlag a été publié simultanément dans la Neue Freie Presse de Vienne et le Vossische Zeitung de Berlin, en Novembre 1922.
[2] Δημοσθένη Κούκουνα, «Η Ελληνική οικονομία κατά την κατοχή και η αλήθεια για τα κατοχικά δάνεια», Εκδ. Ερωδιός, Θεσσαλονίκη 2012.
[3] A. Pieczewski, http://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/13507486.2010.495766
Joseph Retinger's conception of and contribution to the early process of European integration European Review of History, 17 (4): 581–604, 2010.