ΤΑ (ΙΣΤΟΡΙΚΑ) ΒΗΜΑΤΑ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΑΙΓΥΠΤΟΥ

Οι διμερείς συνομιλίες του προέδρου Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι με τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα και η τριμερής σύνοδος Ελλάδας - Αιγύπτου - Κύπρου αποτελούν μία από τις πλέον επιτυχημένες πρωτοβουλίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής των τελευταίων ετών μαζί με το -εξίσου σημαντικό- άνοιγμα προς το Ισραήλ.

Η θεμελίωση και τα πρώτα βήματα της ελληνοαιγυπτιακής συνεργασίας πιστώνονται, αναμφισβήτητα, στην προηγούμενη κυβέρνηση, αλλά το ευτύχημα είναι ότι και η παρούσα κοινοβουλευτική πλειοψηφία συνειδητοποίησε εγκαίρως την κατάσταση στη ΝΑ Μεσόγειο και δεν παρασύρθηκε από ιδεοληψίες. Αλίμονο αν η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα του 2015 είχε εγκλωβιστεί στο πνεύμα των ανακοινώσεων του ΣΥΡΙΖΑ του καλοκαιριού του 2013, που καταδίκαζαν τη συμπαράταξη των ενόπλων δυνάμεων της Αιγύπτου υπό τον (τότε αρχηγό τους και υπουργό Εθνικής Αμυνας) Αλ Σίσι με τη λαϊκή επανάσταση που ανέτρεψε τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Αλίμονο, επίσης, αν η Ελλάδα ακολουθούσε τις επιφυλάξεις σχεδόν όλων των εταίρων της Ε.Ε. (μάλλον αφελών και με άγνοια των προβλημάτων της περιοχής) για την επέμβαση Αλ Σίσι και για ορισμένες επιλογές του σε εσωτερικά θέματα.

Η εξωτερική πολιτική δεν γράφεται με υποθέσεις και με «αν», αλλά εύκολα μπορεί να αναλογιστεί κανείς πόσο δυσκολότερες θα ήταν οι συνθήκες για τη χώρα μας, αν επικρατούσε ακόμα ο ηγέτης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας Μοχάμεντ Μόρσι. Δείγματα γραφής του ήταν οι στενές σχέσεις με τον Ρ. Ερντογάν, ο αποσταθεροποιητικός ρόλος στη Λιβύη, η συνεργασία με ισλαμιστές άλλων χωρών και η διάθεση ανατροπής των μετριοπαθών μουσουλμανικών καθεστώτων της Μέσης Ανατολής. Εξίσου εύκολα μπορεί να υποθέσει κανείς τις μελλοντικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, σε περίπτωση που δεν επιτύχουν τα μέτρα του Αλ Σίσι κατά του ISIS ή αν κλονιστούν και καταρρεύσουν οι κρατικές δομές της Αιγύπτου. Μπροστά στο (ισλαμικό) χάος που θα επικρατούσε και στα εκατομμύρια ανθρώπων που θα αναζητούσαν ασφάλεια και καλύτερη ζωή, η σημερινή κατάσταση στο Αιγαίο ή στους «φράχτες» της Ευρώπης θα φάνταζε παράδεισος.

Ενώπιον αυτών των κινδύνων, η οικονομική συνεργασία της Ελλάδας και της Κύπρου με την Αίγυπτο αποτελεί μονόδρομο για την ανάπτυξή τους. Η ανακάλυψη (τον Αύγουστο από την ιταλική ENI) του μεγαλύτερου κοιτάσματος φυσικού αερίου, του Zohr, στην ΑΟΖ της Αιγύπτου αναζωογονεί το ενδιαφέρον των μεγάλων ενεργειακών ομίλων, που είχαν απογοητευθεί από τα -κατώτερα των προσδοκιών- κοιτάσματα της Κύπρου και από το τεράστιο κόστος του «θεωρητικού» αγωγού East Med για την εξαγωγή ισραηλινών κοιτασμάτων προς την Ε.Ε. μέσω Ελλάδος. Αν όλα πάνε καλά με το Zohr, η Αίγυπτος θα αναδειχθεί σε περιφερειακό κόμβο διακίνησης φυσικού αερίου μέσω των δύο σταθμών υγροποίησης (LNG) στο Idku και στην Damietta, αγοράζοντας, μάλιστα, και τα κυπριακά κοιτάσματα. To Zohr, που ανακαλύφθηκε χάρη στη χρήση καινοτόμων μεθόδων της ENI, γειτνιάζει με τα κοιτάσματα στην ΑΟΖ της Κύπρου, προσφέροντας βάσιμες ελπίδες για περαιτέρω διερεύνησή τους.

Το επόμενο βήμα, ίσως και εντός του Ιανουαρίου 2016, δεν είναι άλλο από την οριστικοποίηση των παρόμοιων σχεδίων ενεργειακής συνεργασίας με το Ισραήλ. Εγκυρες διπλωματικές πηγές βεβαιώνουν ότι τόσο ο πρόεδρος Αλ Σίσι όσο και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπ. Νετανιάχου στηρίζουν το μεγάλο βήμα για την τετραμερή συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου και Ισραήλ, προσθέτοντας, βέβαια, ότι θα απαιτηθούν μεγάλες προσπάθειες και, κυρίως, χρόνος. Γιατί ούτε το Zohr θα αξιοποιηθεί άμεσα ούτε τα κυπριακά κοιτάσματα θα προσφέρουν γρήγορα κέρδη ούτε τα ισραηλινά σχέδια για εξαγωγές LNG είναι ταχέως υλοποιήσιμα. Η δε κυβέρνηση Τσίπρα έχει απομακρυνθεί μεν από τον παραλογισμό περί προείσπραξης 5-6 δισ. από τη Ρωσία για νέους αγωγούς, αλλά έχει ακόμα πολύ δρόμο ώσπου να επιτύχει στην πολιτική ανάδειξης της Ελλάδας σε κόμβο φυσικού αερίου στη ΝΑ Μεσόγειο και σε οδό εξαγωγής του προς την κεντρική Ευρώπη.