ΤΟ ΣΚΛΗΡΟ «ΠΟΚΕΡ» ΤΟΥ Τ. ΕΡΝΤΟΓΑΝ ΜΕ ΤΗΝ Ε.Ε.

Η κυβέρνηση και το υπουργείο Εξωτερικών τηρούν προσεκτική σιωπή ως προς τις επαφές με την Τουρκία από το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου έως σήμερα. Ορθώς πράττουν, επειδή τα ελληνικά συμφέροντα θα είναι τα πρώτα που θα θιγούν από περιττές διαρροές ή από φλυαρίες άσχετων δημοσιολογούντων, όταν υφίσταται απειλή μιας -ανά πάσα στιγμή- επικίνδυνης κλιμάκωσης των διμερών σχέσεων ή των ισορροπιών Αγκυρας - Ε.Ε.

Η Ν.Δ. ακολουθεί, επίσης, υπεύθυνη στάση, καθώς άλλωστε έχει εξαιρέσει, ντε φάκτο, τα θέματα εξωτερικής πολιτικής από την αντιπολιτευτική ατζέντα της. Αντιμετωπίζει δε τον κίνδυνο να μη διαθέτει σε λίγο καιρό κανένα μείζον πεδίο κριτικής κατά της κυβέρνησης. Εχει ήδη εξαιρέσει, από τον Μάρτιο, το Μεταναστευτικό - Προσφυγικό και ταυτόχρονα δεν μπορεί να αποβάλει τη σκληρή «μνημονιακή» εικόνα της, αν και η κυβέρνηση Τσίπρα έχει υπογράψει χειρότερη συμφωνία με τους δανειστές.

Ωστόσο το δυσάρεστο (και επικίνδυνο) στοιχείο είναι ότι, δυστυχώς, η Αθήνα έχει περιορισμένες επιλογές, καθώς ο πρόεδρος Ρ. Τ. Ερντογάν διατηρεί πρωτοβουλία κινήσεων έναντι της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε -επιπλέον των απειλών για το Μεταναστευτικό- έχει ανοίξει, σύμφωνα με εγκυρότατες πληροφορίες ξένων διπλωματικών πηγών, πλήθος θεμάτων που σοκάρουν τις Βρυξέλλες και τους ισχυρότερους εταίρους μας. Ο κ. Ερντογάν ανοίγει με αποφασιστικότητα όσα και όποια θέματα προτιμά, ενώ ο Γάλλος πρόεδρος Φρ. Ολάντ και η Γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ είναι αναποφάσιστοι ακόμα και ως προς τον χρόνο ανακοίνωσης των εκ νέου υποψηφιοτήτων τους (ή μη) στις εκλογές του 2017.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο Τούρκος πρόεδρος αιφνιδιάζει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις από την αφετηρία των συνομιλιών που θα κρίνουν τις σχέσεις Αγκυρας - Ε.Ε. και την πιθανή πλημμυρίδα νέων μεταναστών. Ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η σλοβακική προεδρία ανέμεναν ότι ο υπουργός Εξωτερικών Μ. Τσαβούσογλου θα συνεισέφερε σε μόνο μία γενική και θεωρητική συζήτηση κατά το άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών της Ε.Ε. την Παρασκευή και το Σάββατο, ο πρόεδρος Ερντογάν στέλνει τελικά ως εκπρόσωπό του τον επικεφαλής διαπραγματευτή Ομέρ Τσελίκ, ώστε να μπει «κατευθείαν στο ψητό». Το εξίσου σημαντικό στοιχείο είναι ότι ο κ. Τσελίκ (εκτός από αρμόδιος υπουργός για τις σχέσεις με Ε.Ε.) είναι ένας από τους πιο στενούς συμβούλους του προέδρου Ερντογάν εδώ και χρόνια και κατά καιρούς απεσταλμένος του για εμπιστευτικές συνομιλίες με ξένους πολιτικούς (μεταξύ αυτών ορισμένοι Ελληνες στο παρελθόν).

Η σκληρή διαπραγματευτική γραμμή Ερντογάν προς την Ε.Ε. αρχίζει, ως συνήθως, από το οικονομικό και την υπόσχεση βοήθειας 3 δισ. ευρώ. Η Αγκυρα, αφενός, δεν αρκείται σε αυτό το ποσό και, αφετέρου, θέλει να ανατρέψει τους συμφωνηθέντες όρους, υποστηρίζοντας ότι η ίδια μετρά τι έχει πληρωθεί και όχι τη δόση που θα λαμβάνει κάθε φορά που υλοποιεί κάποια από τις δεσμεύσεις της.

Παράλληλα, η τουρκική πλευρά εισάγει μια «πονηρή» διατύπωση έναντι της ευρωπαϊκής απαίτησης αλλαγής της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας που εφαρμόζεται επί δικαίους και αδίκους. Προτείνει, αντί της υποχρέωσης αλλαγής που έχει τεθεί ως απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάργηση της βίζας, να συμφωνηθεί ρήτρα μελλοντικής αναθεώρησης του νόμου, αν και όποτε οι συνθήκες ωριμάσουν. Ασφαλώς, στοιχειώδης εμπειρία παρόμοιων διαπραγματεύσεων και του ιστορικού υποσχέσεων της Τουρκίας, ειδικά επί Ερντογάν, προδικάζει ότι ο νόμος δεν θα αλλάξει ποτέ. Πρόκειται ωστόσο για αριστοτεχνική μετάθεση της ευθύνης επιβίωσης της συμφωνίας του Μαρτίου από την πλευρά της Αγκυρας προς την Ε.Ε., η οποία θα πρέπει να ζυγίσει μεταξύ της απειλής νέων ροών μεταναστών και της απαίτησης της επικράτησης κράτους δικαίου στην Τουρκία.

Η Αγκυρα απαιτεί ταυτόχρονα έναρξη συζητήσεων για τα κεφάλαια 23 και 24 των ενταξιακών της διαπραγματεύσεων (θεμελιώδη δικαιώματα και θέματα δικαιοσύνης - ασφάλειας, αντιστοίχως) που είχαν ανοίξει το 2006 και «πάγωσαν» τον Δεκέμβριο του 2009. Δεν πολυεπέμεναν εφτά χρόνια, αλλά το απαιτούν τώρα που οι διώξεις, οι απολύσεις και οι απειλές είναι καθημερινές!

Αλέξανδρος Τάρκας
* Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη