Αντίσταση βρεεεεεε

Προχθές, έφυγε από τη ζωή και ο τελευταίος επιζών των πρωτεργατών της 21ης Απριλίου 1967, Στυλιανός Παττακός. Ο Παττακός έφυγε σε ηλικία 104 ετών και πάμφτωχος. Την είδηση, είχαν πρωτοσέλιδη μόνον δύο εφημερίδες, μία εκ των οποίων η «δημοκρατία». Οι άλλες, οι και «προοδευτικές» αυτοαποκαλούμενες, ουδέν. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα. Ή ότι δεν έχουν καλό δίκτυο και δεν μαθαίνουν τις πληροφορίες ή ότι κάνουν και τώρα την αντίστασή τους. Μία μάλιστα εξ’ αυτών, της οποίας οι ιδιοκτήτες έχουν ιδιαίτερη αδυναμία στις κατασκευές, παρουσίασε (πρωτοσέλιδο είναι η αλήθεια) την είδηση έτσι: «Βίος και πολιτεία του δικτάτορα με το μυστρί». Ο καθένας όπου τον πονάει. Το περίεργο με την «αντιστασιακή» αντίληψη, είναι ότι αποτελεί θανάσιμο αμάρτημα το να κάνεις έργα…Γι’ αυτό και αυτοί σταμάτησαν να κάνουν! Για να μη τους βγει το όνομα…

Το ότι ο Έλληνας έχει μέσα του το αντιστασιακό μένος κατά παντός είδους κατακτητού είναι γεγονός. Όπως γεγονός είναι, ότι σχεδόν κάθε Έλληνας, περνάει όλους τους άλλους για αφελείς.
Αφορμή για την βαθυστόχαστη αυτή διαπίστωση, που επαληθεύτηκε και με την περίπτωση του Στυλιανού Παττακού, έδωσαν πλείστα όσα φαιδρά συνέβησαν από το 1974 και μετά κατά τα οποία ήταν φανερή η αγωνία όλων, να φανούν αντιστασιακότεροι όλων.

Άκουγες επί παραδείγματι:
«Εμένα, με έστειλαν στην πρεσβεία στο Παρίσι, για να μη μ’ έχουν στα πόδια τους» (Α ρε μαύρη ξενιτειά, με δύο μισθούς κ.λπ.) ή
«Εγώ ήμουν μεν στην ΥΕΝΕΔ και έλεγα τις ειδήσεις με τα κατορθώματα του Παπαδόπουλου, αλλά τις έλεγα με τέτοιο τρόπο, που περνούσα αντιστασιακά μηνύματα» (δεν μας λες και μας τον τρόπο ρε τεράστιε να περάσουμε μηνύματα στον κ. Τσίπρα μπας και κάνουμε κάτι, αφού τα φανερά μηνύματα δεν τα πιάνει; Ή μήπως σήμερα είσαι ΣΥΡΙΖΑ;) ή
«Εγώ είμουν μεν στην Σχολή Ευελπίδων το 1973 (δηλαδή μπήκα στην Σχολή το 1969, με ό,τι αυτό σημαίνει), αλλά βοήθησα τους φοιτητές, που έτρεχαν αλλόφρονες από το εξεγερμένο Πολυτεχνείο». Εδώ μπορεί να υπάρξει και υπόκρουση του «Είμαστε δυό, είμαστε τρεις και λέμε ψέματα κι’ εμείς» δύο φορές την ημέρα μετά το φαγητό. Κι’ εμείς όταν είμαστε στη Σχολή Ευελπίδων, πώς δεν μπορούσαμε να λοξοκοιτάξουμε και μας μάγγωναν αμέσως; ή
«Εμένα με έκαναν έφεδρο αξιωματικό στις καταδρομές επειδή ήμουνα άσσος στο περπάτημα και δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Γι’ αυτό όταν αργότερα έγινα υπουργός κρέμασα τον Βελουχιώτη στο γραφείο μου» ή
«Εγώ δραπέτευσα 2 φορές από τα κάτεργα της χούντας. Μία πριονίζοντας τα κάγκελα στα κρεματόρια του ΕΑΤ/ΕΣΑ και μία σκάβοντας τούνελ από τις φυλακές της Κέρκυρας μέχρι την Αλβανία. Την ηλεκτροδότηση του τούνελ είχε αναλάβει ο Καλογρίτας» (Εμ αυτή δεν ήταν χούντα. Ήταν η αδελφή Τερέζα…).
Τώρα πώς τα θυμήθηκα όλα αυτά και πιθανόν να επισύρω την οργή όλου του «δημοκρατικού» κοινού, το οποίο βέβαια θα με αντιμετωπίσει με τα γνωστά μπετόν αρμέ επιχειρήματα που διαθέτει, πετώντας καρβουνόσκονη: «ο χουντικός», «ο χρυσαυγίτης», «ο ταγματασφαλίτης», «ο ΕΟΚΑβητατζής», «ο νοσταλγός», «ο αμετανόητος», «ο Χίτης», «ο μαυραγορίτης της κατοχής», «ο δωσίλογος», «ο τσάτσος της Φρειδερίκης», «ο σταλινικός» (…ώπα αυτό το τελευταίο είναι καλό, σβύστο) και διάφορα άλλα τα οποία συνιστούν μία σειρά ατράνταχτων επιχειρημάτων για την εις θάνατον καταδίκη μου και άντε μετά να περιμένω την μετατροπή της εις ισόβια, ίνα (ξανα)πληρωθεί το ρηθέν «όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια»

Πώς μου ήρθαν λοιπόν στο μυαλό όλα αυτά και άρχισα να ξύνω πληγές.
Το πρώτο ήταν ο θάνατος του Στυλιανού Παττακού.
Το δεύτερο ήταν μιά αναγγελία στο πρόγραμμα του ΟΤΕ TV, του οποίου έχω την τιμή να είμαι συνδρομητής από τότε που η ΑΕΚ μου βολόδερνε στην Γ΄ και Β΄ Εθνική, ότι επρόκειτο να προβληθεί μία ταινία παραγωγής 1973, του εξαιρετικά αγαπητού μου Θανάση Βέγγου (εξαποανέκαθεν αγαπητού μου, όχι στα γεράματά του, που τον ανακάλυψαν οι κουλτουριαραίοι). Η ταινία είχε τίτλο «Θανάσης ο πιο γρήγορος τρελός. Δικτάτωρ καλεί Θανάση». Κάθισα να την δω και άρχισαν τα «γράμματα που λέγαμε πιτσιρικάδες. Στους τίτλους όμως, που ήταν και οι αυθεντικοί της ταινίας, δεν είδα την επεξήγηση «….Δικτάτωρ καλεί Θανάση». Αυτή η τσόντα στον τίτλο, ήταν κολλημένη εκ των υστέρων και στο μιλητό, προφανώς για να εξασφαλίσουν αντιστασιακούς τίτλους οι παραγωγοί της ταινίας.

Μα καλά δεν ντρέπονται καθόλου; Δεν χόρτασαν αντίσταση ή «αντίσταση» τόσα χρόνια; Δεν ξέρουν ότι το σοβαρό από το γελοίο δεν απέχουν και πολύ;
Μα, θα μου πείτε γιατί το λες σε μας και δεν το λες σ’ αυτούς; Διότι «σ’ αυτούς», στον ΟΤΕ TV δηλαδή, έχω πει πολλές φορές άλλα πράγματα και χαμπάρι στο Καρπενήσι. Δηλαδή πέρα βρέχει. Δηλαδή δεν βαριέσαι. Και πιο πολύ δηλαδή, ρε δε μας παρατάς ησύχους; Και καλά το να μην υιοθετήσουνε την όποια πρότασή μου το καταλαβαίνω. Δεν είμαι δα και ο Φίλης. Το να μη μου απαντούν όμως, είναι εξοργιστικό, αγενέστατο και κακοήθεια υψίστου βαθμού. Αλλά ξεφύγαμε από το θέμα μας.

Διάβασα προχθές σε μία ιστοσελίδα «δημοκρατικών και προοδευτικών» κατά δήλωσή της πεποιθήσεων, το εξής καταπληκτικό: «Ονομάζομαι Κ.Ρ. και υπηρέτησα πριν από 20 περίπου χρόνια (Σημείωση δική μου: Δηλαδή δεν ήταν ακριβώς χρόνια αλλά περίπου χρόνια;) στο στρατόπεδο-κολαστήριο 601 Α/Μ Τάγμα Πεζικού στη Νέα Σάντα του Κιλκίς [τότε λεγόταν 601 Τάγμα Πεζικού (Σημείωση δική μου: Τώρα μπορεί να λέγεται και Λεγεώνα των ξένων)]. Μόλις μαθεύτηκε από τους ανωτέρους μου ότι πήρα μετάθεση για το 601 Τάγμα Πεζικού, άρχισαν να με προϊδεάζουν για το τι επρόκειτο να μου συμβεί (Σημείωση δική μου: Ότι κάτι του συνέβη, είναι φανερό αλλά μη το κάνουμε και θέμα), λέγοντάς μου το σύνθημα «καλύτερα κομάντα παρά στη Νέα Σάντα», χωρίς όμως πάλι εγώ να έχω καταλάβει πλήρως το μέγεθος του κακού που με περίμενε (Σημείωση δική μου: Αμ είσαι και μπούγας). Παρουσιάστηκα λοιπόν στο 601 Τ.Π. στη Νέα Σάντα το 1997 το καλοκαίρι. Τι να πρωτοθυμηθώ από εκείνο το στρατόπεδο».  Εδώ σταματάει η εξιστόρηση.

Θα μπορούσε να συνεχίσει (τον βοηθάω, διότι τον βλέπω λίγο αχαμνό) ως εξής: «Όταν πέρασα την Πύλη ένα ερπυστριοφόρο μου έλιωσε το αριστερό πόδι. Μη κοιτάτε που δεν φαίνεται τίποτα. Μου το έφτιαξαν στο αναρρωτήριο για να μπαλώσουν το γεγονός. Όταν μπήκα στο θάλαμο, 4 όλμοι των 4,2΄΄, ένα ΠΑΟ 106 χιλιοστών και μία σφεντόνα για σπουργίτια, έβαλαν ταυτοχρόνως εναντίον μου. Μη κοιτάτε που ζω. Εκείνο το αναρρωτήριο, ήταν σκέτο εργαστήριο του Φρανκεστάϊν. Θαύματα έκανε. Κόψε, ράψε, κόλλησε νάμαι τώρα τετράπαχος και χωρίς σημάδια.
Την άλλη μέρα στην εκπαίδευση και επειδή δεν είχανε στόχους, έβαλαν εμένα στο σημάδι. Πρέπει να έφαγα πάνω από 3.000 φυσίγγια. Ευτυχώς που εκείνες τις ημέρες ήταν στο Κιλκίς ένας Δεκανέας του υγειονομικού και μου έκανε ένα κλύσμα και σώθηκα την τελευταία στιγμή.
Την Κυριακή στην έξοδο, μας έβαλαν σε ένα φορτηγό χωρίς καθίσματα και βρεγμένο κάτω, για να μας πάνε στο Κιλκίς. Μας πήγαν από ένα δρόμο που είχε όλο λακκούβες. Όταν φθάσαμε στο Κιλκίς, μας κατεβάζουν στην πλατεία και μας διατάζουν να κάνουμε τριάδες. Έναν που έκανα τετράδα μόνος του, τον σκότωσαν επί τόπου. Ακόμη έναν άλλον που περίσσευε από την τελευταία τριάδα, τον κρέμασαν στο πλατάνι της πλατείας. Μετά τις τριάδες, μας είπαν να κάνουμε οχτάδες και σκότωσαν άλλους τρεις, που περίσσευαν. Μετά, μας είπαν να κάνουμε πενταμισάδες και φυσικά σκότωσαν τον μισό που περίσσευε.
Στο μεταξύ, η ώρα πέρασε και μας διέταξαν να ανέβουμε στο φορτηγό για να επιστρέψουμε στο στρατόπεδο. Αυτή τη φορά, το πάτωμα ήταν γεμάτο πινέζες, σαύρες και μολιντίρια. Πέντε συναδέλφους φαντάρους που άργησαν να ανέβουν και άλλους τρεις που ανέβηκαν γρήγορα τους σκότωσαν και τους πέταξαν στους κροκοδείλους, που μόλις είχαν φέρει από το Πολύκαστρο….»

Εδώ σταματάει η διήγηση απότομα, χωρίς καλά καλά να έχει ολοκληρωθεί η λέξη «Πολύκαστρο». Βλέπεις, ήταν κι’ εκείνοι οι κροκόδειλοι…
Ελπίζω να βοήθησα. Παρακαλώ όποιος άλλος θέλει να σκαρώσει κάποια σχετική ιστορία για αντιστασιακή πράξη κατά του Καποδίστρια, του Καραϊσκάκη, του Όθωνα ακόμη και κατά του Κετσπάγια, εδώ είμαστε.
Και σε τιμές λίαν προσιτές, λόγω και της κρίσης.

Χρήστος Μπολώσης