ΤΟ ΚΕΝΟ ΕΩΣ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΓΙΑ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΙΣ ΜΕ ΗΠΑ

Οι συνομιλίες των διευρυμένων αντιπροσωπιών Ελλάδας - Ηνωμένων Πολιτειών (μετά τις κατ' ιδίαν συναντήσεις του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα με τον ομόλογό του Προκόπη Παυλόπουλο και τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα) επιβεβαίωσαν τη -σχεδόν απόλυτη- ταύτιση στρατηγικών, πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων των δύο χωρών.

Διέλυσαν επίσης (με τρόπο ειρωνικό) το πολυετές θέατρο προκαταλήψεων και ύβρεων της Αριστεράς κατά μίας μεγάλης συμμάχου χώρας. Ο πρωθυπουργός προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις άλλης μιας εντυπωσιακής «κωλοτούμπας», δίνοντας δημόσια έμφαση σε ορισμένες «αριστερές» πτυχές της εσωτερικής - κοινωνικής πολιτικής Ομπάμα. Δεν μπήκε ασφαλώς στον κόπο (γιατί δεν μπορούσε) να απαριθμήσει τις διαφορές (γιατί δεν πολυ-υπάρχουν) σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, ασφάλειας και αντιτρομοκρατίας μεταξύ του Ομπάμα και των προκατόχων του. Ισα ίσα, ο κύριος Τσίπρας αναγνώρισε τη χρήσιμη παρεμβατικότητα των ΗΠΑ στην κρίση της ευρωζώνης, τις απόψεις τους για τους αγωγούς φυσικού αερίου και τα οφέλη της συνεργασίας (διμερούς και στο ΝΑΤΟ) σε θέματα άμυνας και σταθερότητας στην περιοχή. Δέχτηκε ακόμα σιωπηλός την παρότρυνση Ομπάμα για αύξηση των αμυντικών δαπανών των ευρωπαϊκών χωρών στο πνεύμα και του νεοεκλεγέντος Ντόναλντ Τραμπ!

Ωστόσο, οι συνομιλίες με τον απερχόμενο πρόεδρο δεν μπόρεσαν -ούτε και θα ήταν δυνατόν- να προσφέρουν εγγυήσεις στα μείζονα εκκρεμή θέματα (Κυπριακό, Μεταναστευτικό και δημόσιο χρέος) που ανησυχούν την Ελλάδα. Η πραγματικότητα είναι ότι θα υπάρξουν πολύ αργοί ρυθμοί και ένα κρίσιμο, κρισιμότατο κενό αποτελεσματικών διαβουλεύσεων με τις ΗΠΑ, όχι μόνο κατά τη μεταβατική περίοδο μέχρι την ορκωμοσία Τραμπ στις 20 Ιανουαρίου, αλλά και αρκετούς μήνες αργότερα· έως τα τέλη της άνοιξης (ή και το καλοκαίρι), οπότε θα έχουν ολοκληρωθεί η συγκρότηση του επιτελείου του νέου προέδρου των ΗΠΑ σε όλες τις βαθμίδες, η έγκριση διορισμών από το Κογκρέσο και, κυρίως, η διαμόρφωση προτεραιοτήτων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, του Πενταγώνου και του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας. Δεν είναι μακρινό το μεταβατικό κενό του 1992-1993, όταν παραλίγο οι ΗΠΑ να αναγνωρίσουν την ΠΓΔΜ με το συνταγματικό όνομά της, ούτε και το μεταβατικό κενό του 2008-2009, όταν δεν υπήρξε αμερικανική και ευρωπαϊκή προληπτική μέριμνα για την ελληνική οικονομία. Ισως το 2016-2017 να μην υπάρξει ξεκάθαρη εικόνα για τις ισορροπίες ΗΠΑ - Ευρώπης ούτε καν μέχρι την εαρινή ή τη θερινή σύνοδο του ΝΑΤΟ που ακολουθεί, παραδοσιακά, την εκλογή του εκάστοτε νέου προέδρου.

Ταυτόχρονα, είναι αφέλεια να αναμένεται ταχεία συνδρομή από τους λίγους Ελληνοαμερικανούς στον στενό κύκλο του Ντ. Τραμπ. Φυσιολογική προτεραιότητά τους είναι η εδραίωση στα νέα αξιώματα και, κυρίως, η αναμονή οδηγιών του νέου προέδρου. Η εμπειρία, άλλωστε, δείχνει ότι ο σφιχτός εναγκαλισμός των Ελληνοαμερικανών αξιωματούχων από την Αθήνα τούς «καίει» γρήγορα και δεν επιτρέπει να βοηθήσουν την Ελλάδα και την Κύπρο όσο μπορούν ή επιθυμούν. Χαρακτηριστική περίπτωση, ο George Stephanopoulos, ο οποίος, μετά την υπερέκθεσή του, έφτασε στο άλλο άκρο με αδιανόητες προτάσεις για το Κυπριακό το 1995.

Υπάρχει, πάντως, και μια αισιόδοξη πτυχή για την ελληνική διπλωματία. Σε αντίθεση με τον άκρατο «φιλο-χιλαρισμό» του Μαξίμου και της Ν.Δ., με πρωτοπόρο διδάξασα σε παρόμοιες γκάφες την κυρία Ντόρα Μπακογιάννη (σαν να μην είναι γνωστές οι απόψεις του επιτελείου Κλίντον για την περιοχή μας), ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς είχε την πρόνοια συνάντησης με συνεργάτες αμφοτέρων των υποψήφιων προέδρων τον Σεπτέμβριο. Και, ίσως, τώρα έχει την ευκαιρία να οικοδομήσει σε στέρεο έδαφος με τους νέους αξιωματούχους των ΗΠΑ που θα είναι οι πρώτοι, μετά το 1974, που δεν θα ξεκινήσουν με αρνητισμό, διαβάζοντας δημόσιες δηλώσεις και δελτία πληροφοριών περί αντιαμερικανισμού στην Ελλάδα.

Αλέξανδρος Τάρκας
* Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη.