ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΕΩΣ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΑΣΚΕΨΗ

H δολοφονία του Ρώσου πρεσβευτή στην Αγκυρα, οι τρομοκρατικές επιθέσεις στην καρδιά της Ευρώπης και η συνεχιζόμενη ροή προσφύγων και μεταναστών αποτελούν παράλληλα συμπτώματα της -ιστορικών διαστάσεων- αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή μας.

Η Ελλάδα συνεχίζει να αποτελεί νησίδα σταθερότητας, αλλά ούτε η κυβέρνηση ούτε η αξιωματική αντιπολίτευση έχουν ξεκαθαρίσει προς την κοινή γνώμη -ή στο εσωτερικό των κομμάτων τους- τις απόψεις τους σε θέματα διπλωματίας και ασφάλειας.

Σε αντίθεση με την αθόρυβη και αποτελεσματική τακτική του υπουργού Εξωτερικών Ν. Κοτζιά και των στελεχών της διπλωματικής υπηρεσίας, το Μέγαρο Μαξίμου αμφιταλαντεύεται ως προς τις επιλογές του στο Κυπριακό και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ενώ η Νέα Δημοκρατία εξαντλεί τη ρητορική της στην ανάγκη σύγκλησης του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής. Χρήσιμες, ασφαλώς, οι συζητήσεις στο όργανο αυτό, αλλά δεν προσφέρουν κάτι παραπάνω από την ενημέρωση των κομμάτων ή την ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των περίπου 30 συμμετεχόντων. Απόρρητα στοιχεία δεν εξετάζονται σε πολυμελείς συσκέψεις, αποφασιστική αρμοδιότητα του συμβουλίου δεν υφίσταται και διαφώτιση της κοινής γνώμης -που είναι επείγον να προετοιμαστεί εν όψει της επερχόμενης δύσκολης περιόδου- δεν επιτυγχάνεται. Οπως λίγο πριν από το πρώτο Μνημόνιο δεν υπήρχε ετοιμότητα για την οικονομική κρίση, σήμερα, κατά ανάλογο τρόπο, η πολιτική ηγεσία εμφανίζεται σαστισμένη έναντι των εξελίξεων στην περιοχή.

Στη σκιά της πρωτοφανούς πρωτοβουλίας του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Ν. Αναστασιάδη να εγκλωβίσει την Ελλάδα σε μια άγνωστης μορφής και σύνθεσης διάσκεψη (πενταμερής, πολυμερής ή κάτι άλλο;), το Μαξίμου οφείλει έως τις πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου να διευκρινίσει την πολιτική του στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και στο Κυπριακό. Επί της αρχής, σωστά η κυβέρνηση συνεχίζει την πολιτική ανοιχτών θυρών της Ευρώπης προς την Αγκυρα και δεν αφήνει άλλα μέλη της Ε.Ε. να κρύβονται πίσω από την Ελλάδα. Ο μόνος, άλλωστε, μοχλός πίεσης προς την Αγκυρα είναι η συνέχιση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων και οικονομικών σχέσεων Ε.Ε. - Τουρκίας.

Ωστόσο το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει από τη στιγμή που η ίδια η Αγκυρα ενδιαφέρεται πια λιγότερο για την Ευρώπη και απειλεί με τα χειρότερα. Επί της «επόμενης ημέρας», με την πλημμυρίδα μεταναστών και την -ακόμα μεγαλύτερη- τουρκική απειλή κατά των νησιών, η κυβέρνηση Τσίπρα σιωπά.

Ταυτόχρονα, στο θέμα της Μεγαλονήσου οι τελευταίες πληροφορίες αναφέρουν ότι ακόμα και η επισπεύδουσα κυπριακή πλευρά παραδέχθηκε σε πρόσφατη σύσκεψη ότι «ο Ερντογάν ακόμα δεν έχει δείξει τις προθέσεις του στο θέμα της ασφάλειας» (σ.σ.: παραμονή κατοχικών στρατευμάτων και εγγυήσεις), όπως και ότι «αν συμφωνηθεί αυτό, υπάρχει προοπτική για την τελική φάση της Γενεύης». Ομολογουμένως, πρωτοφανής αντίφαση. Η Λευκωσία επιθυμεί την επικίνδυνη διάσκεψη, χωρίς να είναι σίγουρη αν και πώς θα προχωρήσουν τα πράγματα έως εκεί!

Το Μαξίμου, εν μέρει λόγω της πίεσης από τον κ. Αναστασιάδη -χωρίς αυτό να αποτελεί ελαφρυντικό-, έκανε ήδη από τον Οκτώβριο το λάθος δρομολόγησης σημαντικών εξελίξεων κατά τη μεταβατική περίοδο έως την ορκωμοσία Τραμπ στις 20 Ιανουαρίου ή και μήνες αργότερα (ως την έγκριση διορισμού πλήθους αξιωματούχων). Πρόκειται για την κατεξοχήν περίοδο αβεβαιότητας στην Ουάσινγκτον, με αδυναμία παρέμβασης μικρών χωρών. Σύμφωνα δε με έγκυρες πηγές, αν και από πλευράς Ουάσινγκτον υπάρχει η θετική εξέλιξη του ζωηρότατου ενδιαφέροντος της Exxon για τα κυπριακά κοιτάσματα, όλες οι υπόλοιπες συζητήσεις των τελευταίων ημερών, ιδίως με πιέσεις για την κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου προς την Τουρκία (ανεξαρτήτως της επίλυσης του Κυπριακού), είναι απόλυτα αρνητικές.

Αλέξανδρος Τάρκας
*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη