Ο «ΦΑΚΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ» ΠΟΥ ΣΦΡΑΓΙΖΕΙ ΤΟ 2017!

Οι συναντήσεις του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με τους πολιτικούς αρχηγούς για το Κυπριακό, την προσεχή Δευτέρα, έχουν δύο όψεις.

Η μία είναι θετική, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη συναίνεσης στα λεγόμενα εθνικά θέματα και έχοντας στον νου πόσο πολύ έλειψε η συνεννόηση κυβέρνησης - αντιπολίτευσης κατά το καταστροφικό πρώτο εξάμηνο του 2015 με τη «βαρουφάκεια» διαπραγμάτευση. Η δεύτερη όψη είναι θολή και μπορεί να εξελιχθεί σε αρνητική, αν το Μαξίμου μπει στον πειρασμό να παγιδεύσει την αξιωματική αντιπολίτευση ή αν η ίδια η Ν.Δ. αυτοπαγιδευτεί με τις συνήθεις αόριστες δηλώσεις στο πλαίσιο της θεωρίας του «ώριμου φρούτου» για την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ.

Η συγκυρία είναι δύσκολη και, δυστυχώς, δικαιώθηκαν απόλυτα οι επανειλημμένες επισημάνσεις της «δημοκρατίας», από τον Σεπτέμβριο, ότι ο κύριος Τσίπρας και ο πρόεδρος της Ν.Δ. Κυριάκος Μητσοτάκης (που δεν είχαν πει ούτε λέξη στις δίωρες συνεντεύξεις τους στη ΔΕΘ για τα διπλωματικά και τα αμυντικά θέματα της χώρας) σύντομα θα αιφνιδιάζονταν. Δεν ήταν προετοιμασμένοι, ειδικά ο πρωθυπουργός που έχει τη μέγιστη ευθύνη, να χειριστούν το Κυπριακό ούτε και προετοίμασαν την κοινή γνώμη για δύσκολες αποφάσεις που αφορούν όχι μόνον το διεθνές πρόβλημα εισβολής και κατοχής της Μεγαλονήσου, αλλά και τις διμερείς ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς η Αγκυρα έχει επιστρέψει στον παλαιό παραλογισμό της διαπραγμάτευσης «πακέτο».

Σε αυτό στο πλαίσιο υπάρχουν σημαντικές εκκρεμότητες, για τις οποίες η πολιτική ηγεσία οφείλει να λάβει σαφή θέση:

 1. Στην πρόταση για την εκ περιτροπής προεδρία του νέου κυπριακού κράτους που βρίσκεται στο τραπέζι από το 1991-1992, όταν πρωτοσυζητήθηκε από τον τότε Πρόεδρο Γ. Βασιλείου και τον τότε πρωθυπουργό Κων. Μητσοτάκη. Η ιδέα απορρίφθηκε το 1993 από τον Πρόεδρο Κληρίδη, αλλά επανεμφανίστηκε στις πέντε εκδοχές του Σχεδίου Ανάν από τον Δεκέμβριο του 2002 έως τον Μάρτιο του 2004 και συζητήθηκε εκ νέου μεταξύ του Προέδρου Ν. Αναστασιάδη και των Τουρκοκύπριων εκπροσώπων Μ. Ταλάτ, Ντ. Ερογλου και Μ. Ακιντζί από το 2013 έως σήμερα. Ο κύριος Αναστασιάδης εξακολουθεί να μην απορρίπτει την εκ περιτροπής προεδρία (που θεωρείται «κόκκινη γραμμή» των Τουρκοκυπρίων) και υποτίθεται ότι περιορίζει την τοξικότητά της με, κατά καιρούς, συνοδευτικές ιδέες περί διασταυρούμενης και σταθμισμένης ψήφου ή με εκλογή προέδρου σε κοινή διαδικασία και Τουρκοκυπρίου αντιπροέδρου από τη δική του κοινότητα ή όλων μαζί με κοινό ψηφοδέλτιο. Είναι φανερό, όμως, ότι η ουσία δεν αλλάζει. Διακυβέρνηση της πλειοψηφίας από τη μειοψηφία, μέσω εκ περιτροπής προεδρίας, δεν είναι νοητή ή λειτουργική. Ο ΣΥΡΙΖΑ και η Ν.Δ. δεν πρέπει να την αποτρέψουν;

 2. Στην πτυχή του εδαφικού που -κακώς κάκιστα- δεν έκλεισε πριν από τη διάσκεψη της Γενεύης, στην οποία ο κύριος Αναστασιάδης παγίδεψε την Ελλάδα. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία εμφανίζεται μεν πιο ελαστική ως προς την εξέταση συγκεκριμένων γεωγραφικών χαρτών για το εδαφικό, αλλά δεν πείθει ακόμα ότι μπορεί να το συνεξετάσει με το περιουσιακό και επιμένει ότι «οι αλλαγές επί του εδάφους» θα πρέπει να είναι λίγες. Αντίθετα, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης είχε θέσει, παλαιότερα, τον στόχο επανόδου 100.000 Ελληνοκυπρίων στις εστίες τους που, για να υλοποιηθεί, προϋποθέτει την επιστροφή της Αμμοχώστου, της Μόρφου και των γειτονικών τους περιοχών. Η Τουρκία φέρεται ότι απορρίπτει αυτή την αυτονόητη σύνδεση και ο Κύπριος Πρόεδρος αμφιταλαντεύεται. Η ηγεσία της Αθήνας θα τοποθετηθεί επ' αυτού;

 3. Σε μια ειδικότερη πτυχή του εδαφικού με την επιστροφή της περιοχής της Καρπασίας ή τμήματός της. Αν η Καρπασία παραμείνει υπό τουρκική κατοχή και το νέο κυπριακό κράτος δεν μακροημερεύσει, τότε η τουρκοκυπριακή πλευρά θα έχει διατηρήσει υπό τον έλεγχό της μεγάλο μήκος ακτών με αντίστοιχη επήρεια στην υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ. Θα άφηνε ο ελληνικός πολιτικός κόσμος να αποκτήσει η Τουρκία ένα τέτοιο πλεονέκτημα, όταν πια είναι βέβαιο ότι στη ΝΑ Μεσόγειο υπάρχουν εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα φυσικού αερίου και έχει αρχίσει η μάχη των αγωγών;

 4. Ως προς την εξωτερική εκπροσώπηση του μελλοντικού κυπριακού κράτους, η τουρκική πλευρά επιμένει ότι καθεμία από τις δύο συνιστώσες πολιτείες θα πρέπει να έχει το δικαίωμα σύναψης συμφωνιών επί όλων των θεμάτων αρμοδιότητάς της. Η ελληνική κυβέρνηση και η αντιπολίτευση θα αποδέχονταν κάτι που δεν ισχύει πουθενά αλλού στον κόσμο και θα καταργούσε ντε φάκτο την καινούργια ομοσπονδία;

 5. Ως προς την ασφάλεια και την κατάργηση των εγγυήσεων είναι θετικό ότι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης βρίσκεται πλέον πιο κοντά στις ελλαδικές θέσεις μετά την κρίσιμη σύσκεψη στο Μαξίμου την περασμένη Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου. Ωστόσο δεν έχει ακόμη αποφασιστεί τι θα γίνει σε περίπτωση που στη Γενεύη προταθεί, αντί της απόλυτης κατάργησης του καθεστώτος εγγυήσεων, η αντικατάστασή του από ένα άλλο. Το νέο καθεστώς θα μπορούσε να προβλέπει (αντί της σημερινής μονομερούς στρατιωτικής επέμβασης) άλλο επεμβατικό δικαίωμα, όπως ο αυξημένος ρόλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Σε κάθε περίπτωση, οι κύριοι Αναστασιάδης και Τσίπρας και οι συναντήσεις στο Μαξίμου είναι απαραίτητο να διασφαλίσουν ότι όποια συμφωνία υπάρξει θα είναι απολύτως συμβατή με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και θα σέβεται τις συνθήκες της Ε.Ε. Με την εξαίρεση ενός χρονοδιαγράμματος συντομότατης αποχώρησης των τουρκικών δυνάμεων, είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ευρωπαϊκή λύση με την παραμονή (κατοχικού) στρατού στη νέα κυπριακή ομοσπονδία.

Aλέξανδρος Τάρκας

* Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη

Θα ήταν, επίσης, εφιαλτικό, εν όψει μιας κρίσης, η ελλαδική πολιτική ζωή να δηλητηριαστεί από νέα σενάρια συνωμοσίας, όπως με τον «φάκελο της Κύπρου» που υποτίθεται ότι υπήρχε -μετά το 1974- καταχωνιασμένος κάπου στο υπουργείο Εξωτερικών. Οσο τα ελλαδικά κόμματα δεν ξεκαθαρίζουν την πολιτική τους, θα δίνουν τροφή στις θεωρίες και για τον «φάκελο του 2017» που θα σωρευτεί στο ήδη αβάσταχτο κλίμα διάλυσης της πολιτικής ζωής λόγω των αλλεπάλληλων Μνημονίων. Καλύτερα ξεκάθαρες θέσεις με πολιτικό κόστος παρά πρόσκαιρα μικροκομματικά κέρδη με εθνική ζημιά.

- - - - - - - -
* Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη