ΕΥΚΑΙΡΙΑ ή ΠΑΝΙΚΟΣ ΓΙΑ ΤΗ «ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ» ΜΕ ΗΠΑ;

Η αρχή της σύγκρουσης (ή η εντύπωση σύγκρουσης) ΗΠΑ - Ευρώπης, με αφορμή τις προχθεσινές δηλώσεις και τη μεθαυριανή ορκωμοσία του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, προκαλεί αίσθηση έως και πανικόβλητες αντιδράσεις στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης και σε μερίδα του πολιτικού κόσμου.

Ωστόσο δεν υπάρχει, προς το παρόν, κανένα πραγματικό στοιχείο που να προδικάζει αν η (πιθανή) διαφορετική σχέση μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού δικαιολογεί πανικό ή αν αποτελεί ευκαιρία, ίσως και μεγάλη, που πρέπει να αξιοποιήσει η ελληνική εξωτερική πολιτική. Οι μικρότερες χώρες ασφαλώς και δεν πρέπει να πολυαναμειγνύονται στις αντιπαραθέσεις μεγαλύτερων δυνάμεων, αλλά μπορούν να συνομιλούν με όλους και να αξιοποιούν το ενδιαφέρον τους για περιοχές ύψιστου ενδιαφέροντος, όπως η ΝΑ Μεσόγειος και η Βαλκανική. Γιατί ο πρόεδρος Τραμπ είναι «κακός» το 2017, όταν μιλάει για νέα σχέση με την Ευρώπη, ενώ ο πρόεδρος Ομπάμα ήταν «καλός», όταν είχε στραμμένο το στρατηγικό ενδιαφέρον του μόνο στην Ασία και τον Ειρηνικό, τονίζοντας π.χ. σε Ελληνα συνομιλητή του, το 2013, ότι η Ε.Ε. θα πρέπει να προσφέρει δελεαστικά πλεονεκτήματα, «μήπως με πείσει... να πείσω το Κογκρέσο να ασχοληθεί με την εμπορική συμφωνία TTIP»;

Σε αυτό το πλαίσιο, οι προ δεκαημέρου επαφές, στη Νέα Υόρκη, του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά με το επιτελείο Τραμπ γεννούν ελπίδες ότι καταρτίζεται συγκεκριμένο σχέδιο των ΗΠΑ για θέματα ασφάλειας στην περιοχή μας (αγωγοί φυσικού αερίου, Τουρκία, μεταναστευτική - προσφυγική κρίση, σταθερότητα στην Αίγυπτο και στον άξονα Ισραήλ - Ιράν), αλλά δεν έχουν ληφθεί, ασφαλώς, συγκεκριμένες αποφάσεις. Ούτε και μπορεί να γίνει συγκεκριμένη χρονική πρόβλεψη, αφού η Γερουσία των ΗΠΑ καθυστέρησε να ορίσει ημερομηνία έγκρισης του διορισμού του νέου υπουργού Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον, ενώ κατά την ακρόασή του από την Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων δεν έγινε η παραμικρή αναφορά στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Τουρκία και τα Βαλκάνια.

Παράλληλα, ούτε η επικοινωνία της Αθήνας με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Σύμφωνα με εγκυρότατες διπλωματικές πηγές, το Βερολίνο (ήδη πριν από τις τελευταίες δηλώσεις Τραμπ) είχε εκφράσει δυσαρέσκεια για τη θετική υποδοχή του νέου προέδρου από αρκετές ευρωπαϊκές χώρες και προανήγγειλε διαβουλεύσεις επί κοινής γραμμής των κρατών-μελών της Ε.Ε. έναντι της Ουάσινγκτον. Ανεξάρτητα, βέβαια, από την αναμενόμενη ακαμψία των γερμανικών θέσεων, το πρακτικό ερώτημα είναι πότε και πώς θα πραγματοποιηθούν οι διαβουλεύσεις, καθώς η σύνοδος των 60 ετών από την ίδρυση της Ενωσης, τον Μάρτιο στη Ρώμη, θα έχει περισσότερο πανηγυρικό χαρακτήρα, ενώ είναι άγνωστο πότε θα συγκληθεί η ειδική σύνοδος των ευρωπαϊκών μελών του ΝΑΤΟ με τον (εκάστοτε) νέο πρόεδρο των ΗΠΑ.

Με αυτά τα δεδομένα -και σε αντίθεση με τα κρούσματα πανικού- θα ήταν καλύτερα η ελληνική κυβέρνηση και η αξιωματική αντιπολίτευση να παρουσιάσουν συγκεκριμένες θέσεις επί των ζητημάτων που θα κριθούν μεταξύ Ουάσινγκτον και Βρυξελλών. Επιγραμματικά, η ανάγκη αναμόρφωσης πτυχών λειτουργίας του ΝΑΤΟ, όπως θα αξιώσουν οι ΗΠΑ, δεν είναι αρνητική για τα ελληνικά συμφέροντα, ενώ ούτε φυσικά η κριτική Τραμπ κατά της πολιτικής Μέρκελ στο Μεταναστευτικό (που πληρώνει, κυρίως, η Ελλάδα) είναι εκτός πραγματικότητας.

Πέραν αυτών, το μέγα ζήτημα είναι η οικονομική κρίση της Ελλάδας και το ερώτημα αν ισχύει η περσινή δήλωση Τραμπ ότι «δεν θα αναμειγνυόμουν», δίνοντας προβάδισμα στη Γερμανία. Αν και οι περισσότεροι παρατηρητές αναμένουν πως η στάση του θα είναι πιο υποστηρικτική προς την ελληνική οικονομία, η υπόθεση κρίνεται στην Ευρώπη. Αν δεν κλείνει η δεύτερη αξιολόγηση, ώστε να προχωρήσει η συζήτηση για το χρέος, προφανέστατα δεν ευθύνονται ούτε ο Ομπάμα ούτε ο Τραμπ.

Αλέξανδρος Τάρκας
* Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη.