Ο (ΔΙΕΤΗΣ) ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ

H συμπλήρωση της δεύτερης επετείου διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ καταγράφει την τρανταχτή αποτυχία της οικονομικής πολιτικής της Αριστεράς και την αποδιάρθρωση της όποιας παραγωγικής δομής είχε απομείνει στη χώρα, αλλά τουλάχιστον αποφύγαμε -και αποφεύγουμε- τα χειρότερα στην εξωτερική πολιτική.


Τα θέματα διπλωματίας και εθνικής ασφάλειας βρίσκονται σε ικανοποιητικό επίπεδο και σε καλό δρόμο, αν λάβουμε υπόψη, αφενός, τα πολλά και κρίσιμα μέτωπα στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή και, αφετέρου, τη δυσφήμηση της Ελλάδας στα χρόνια του Μνημονίου, καθώς και τα μειωμένα υλικά μέσα που διαθέτουν η διπλωματική υπηρεσία και οι Ενοπλες Δυνάμεις.

Η αιτία της θετικής εξαίρεσης στον αρνητικό κανόνα των κυβερνητικών πεπραγμένων πρέπει να αποδοθεί στο πολύ απλό γεγονός ότι επί της ουσίας… δεν ασκείται εξωτερική πολιτική από τον ΣΥΡΙΖΑ! Μπήκαν στην άκρη οι θέσεις ενός κόμματος που επιθυμούσε τη διάλυση του ΝΑΤΟ, βρισκόταν σε αντιευρωπαϊκή πορεία, υιοθετούσε διεθνιστικές θέσεις για το Αιγαίο, την Κύπρο και τη Μακεδονία, και αντιμετώπιζε εχθρικά φιλικές χώρες, όπως οι ΗΠΑ και το Ισραήλ. Στην πραγματικότητα, εφαρμόζεται ένα μείγμα με μεγάλη δοσολογία από καλές πλευρές της πολιτικής προηγούμενων κυβερνήσεων μαζί με αρκετές νέες ιδέες, όπως η κατάργηση των εγγυήσεων και του επεμβατικού δικαιώματος στην Κύπρο, που αποτελεί πλέον ιστορικό σταθμό στις προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος της Μεγαλονήσου.

Παράλληλα, σε επίπεδο προσώπων, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας επέδειξε ρεαλισμό, επιλέγοντας ένα μη μέλος του ΣΥΡΙΖΑ και εμπιστευόμενος τον Νίκο Κοτζιά, που διατηρεί την αυτονομία του δικού του μικρού πολιτικού φορέα και διαθέτει μεγάλη πείρα ως πρώην υπηρεσιακό και πολιτικό στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών και ως «προσγειωμένος» καθηγητής. Αντίθετα, όπου ανακατεύτηκε «αμιγής συριζαίος» μετά βίας προλάβαμε τα χειρότερα.

Οπως με τη δήλωση του πρώην αναπληρωτή υπουργού Ν. Ξυδάκη ότι «δεν είναι τίποτα τραγικό, ούτε έλλειψη σεβασμού» η ανάγνωση του Κορανίου στην Αγία Σοφία ή η χρήση του όρου «Μακεδονία» για την ΠΓΔΜ από τον υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής Γ. Μουζάλα. Ασφαλώς, ο θετικός απολογισμός δεν σημαίνει επίλυση των προβλημάτων ή ανέφελη πορεία τους επόμενους μήνες.

Στις ελληνοτουρκικές σχέσεις οι απειλές είναι πολλές, με χαρακτηριστικό (εν εξελίξει) παράδειγμα το ζήτημα του αιτήματος ασύλου των οκτώ αξιωματικών, καθώς ο πρόεδρος Ερντογάν ήταν ήδη επιθετικός σε παλαιότερη συνάντησή του με τον Ελληνα πρωθυπουργό, ακόμα και σε υποθέσεις ρουτίνας με άλλους συλληφθέντες στην Ελλάδα, αξιώνοντας παράκαμψη δικαστικών διαδικασιών και παράδοσή τους. Η Αγκυρα, επίσης, δεν έχει εγκαταλείψει τη μακροχρόνια υπόγεια δράση της στη Θράκη, ούτε φυσικά την καθημερινή επιθετική δράση στο Αιγαίο.

Στο Κυπριακό δεν υπάρχουν ακόμα ασφαλείς ενδείξεις, αν θα συνεχιστεί η διαδικασία της Γενεύης σε επίπεδο τεχνοκρατών ή αν η Αγκυρα θα επιλέξει επικίνδυνους δρόμους, ενώ ερωτήματα υπάρχουν και για τη σταθερότητα στα δυτικά Βαλκάνια. Ολα αυτά δε υπό το διαρκές άγχος νέας κλιμάκωσης του Μεταναστευτικού και σε μια περίοδο που οι τελευταίες πληροφορίες αναφέρουν ότι το Βερολίνο όντως προκρίνει (όχι μόνο σε επίπεδο δηλώσεων) σκληρή πολιτική έναντι του προέδρου των ΗΠΑ Ντ. Τραμπ, αξιώνοντας κοινή στάση της Ε.Ε. έναντι της Ουάσινγκτον.
Παράλληλα, στο εσωτερικό πεδίο ανακύπτει ένα φυσιολογικό ερώτημα: Πού βρίσκεται η Ν.Δ. στα θέματα εξωτερικής πολιτικής;

Με ευθύνη της κυρίας Ντόρας Μπακογιάννη, που διετέλεσε τομεάρχης Εξωτερικών μέχρι πρόσφατα (αφού ο πρόεδρος του κόμματος Κυρ. Μητσοτάκης δεν έχει παρελθόν ενασχόλησης με διπλωματικά και αμυντικά θέματα και ο νυν τομεάρχης Γ. Κουμουτσάκος μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του), η Ν.Δ. δεν έχει προβάλει διαφορετική ατζέντα, αφήνοντας την κυβέρνηση να μονοπωλεί (και) αυτό το πεδίο. Πρόκειται για αδυναμία ή για συνειδητή επιλογή;

Aλέξανδρος Τάρκας 

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη