Το σύνδρομο του σιδερένιου αλόγου

«Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ’υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη… Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. Ανεπαισθήτως μ’εκλεισαν από τον κόσμον έξω.  Κ. Καβάφης».

Αυτό που παρέλυσε τους  αυτόχθονες Ερυθρόδερμους της Αμερικανικής ηπείρου κατά την διάρκεια του εποικισμού της από τους Ευρωπαίους κατακτητές,  ήταν η εμφάνιση του «σιδερένιου άλογου και της βροντής του κεραυνού», δηλαδή ο σιδηρόδρομος και τα πυροβόλα όπλα. Εδώ, για πρώτη φορά στην ιστορία υλοποιήθηκε μαζικά μία γενοκτονία ενός κατώτερου τεχνολογικά πληθυσμού από έναν ανώτερο τεχνολογικά και επιστημονικά πολιτισμό, επειδή το θύμα, λόγω της έλλειψης οργανωμένης παιδείας, καθώς και απουσίας οργανωμένων δομών και θεσμών επιστημονικής έρευνας, αδυνατούσε να αντιληφθεί το νέο περιβάλλον που της επέβαλε  ο θύτης της. Το διαβολικό τοπίο ολοκληρώθηκε με την επιβολή του «νερού που καίει» (αλκοόλ) που μαζικά πότιζε ο θύτης το θύμα, ώστε να το απονευρώσει από  κάθε επιθυμία αντίστασης.

Οι καθηγητές του Πανεπιστημίου του Harvard D. Acemoglu and J.A.Robinson και στο βιβλίο τους «Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη»  [1], τεκμηρίωσαν επιστημονικά  την αποτυχία των εθνών, «ως αποτέλεσμα συνειδητών πολιτικών και νομοθετικών  πράξεων των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, που σκοπό έχουν να μεταφέρουν μαζικά τον πλούτο των πολιτών και των λαών στις τσέπες τους». Τα όπλα τους είναι η συστηματική προπαγάνδα μέσω ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας- νερό που καίει,  που στοχεύει στην αποδυνάμωση του θυμικού του λαού, μέσω της εμπέδωσης του αισθήματος της ενοχής για πράξεις για τις οποίες  αυτός δεν είναι υπεύθυνος, καθώς και της διάλυσης της παιδείας και της επιστημονικής έρευνας, ώστε ο εξανδραποδισμός των Ελλήνων  να πραγματοποιηθεί χωρίς να το αντιλαμβάνεται με την συνταγή του «σιδερένιου αλόγου και της βροντής του κεραυνού».

Η συνειδητή υποβάθμιση της παιδείας από το πολιτικό σύστημα αποκτηνώνει τον πληθυσμό, ενώ η επιχειρούμενη  διάλυση της επιστημονικής έρευνας του στερεί όχι μόνο την τεχνολογική  και οικονομικής ανάπτυξη, αλλά ταυτόχρονα του επιβάλει δολίως αδυναμία κατανόησης του νέου διεθνούς Οργουελικού κοινωνικού, οικονομικού  και τεχνολογικού περιβάλλοντος, ώστε να επιτευχθεί χωρίς αντίσταση η αφαίρεση των περιουσιακών και παραγωγικών του στοιχείων, απαραιτήτων για την αξιοπρεπή διαβίωσή του, που νομοτελειακά θα  τον οδηγήσει στην βιολογική του εξαφάνιση, χωρίς να το αντιληφθεί. Άραγε, πόσοι οξυδερκείς ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, έχουν συνειδητοποιήσει ότι ο βίος των την διάρκεια των τελευταίων επτά ετών που έχει επιβληθεί το μνημόνιο έχει συντομευθεί κατά τρεισήμισι χρόνια;

Αν ακολουθήσουμε απαγωγικά την σκέψη των Acemoglu και Robinson, λογικά θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι η σημερινή κοινωνική, οικονομική και πολιτική αθλιότητα στην χώρα μας αποτελούν συνειδητές πολιτικές πράξεις και ότι το πολιτικό σύστημα δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα «καλοπληρωμένο  σύνολο ενδιάμεσων δημοσίων υπάλληλων των ξένων δυναστών, που σκοπό έχουν να μεταφέρουν τον πλούτο του Ελληνικού λαού στους διεθνείς τοκογλύφους», (ΕΝΦΙΑ, ηλεκτρονικοί «αριστεροί» πλειστηριασμοί ακινήτων, «πόθεν έσχες» από τους προλετάριους, αισχρή φορολογία, ανεργία, καταστροφή της εναπομένουσας παραγωγής, κλπ). Το απόλυτο μέσον για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η υποβάθμιση της παιδείας και η διάλυση του Ενιαίου Χώρου της Επιστημονικής Έρευνας μέσα από το τέταρτο μνημόνιο!!

Σήμερα, η καταστροφή πραγματοποιείται μέσω της κατάργησης της θεσμοθετημένης σύνδεσης του μισθού των Ερευνητών των Ερευνητικών Κέντρων με τον μισθό των καθηγητών, που υλοποιείτο μέσω του νόμου 1514 από το 1985. Παρά το γεγονός ότι ο μισθός των Ερευνητών είναι ένα ποσοστό αυτού των καθηγητών, η σύνδεση των δύο μισθολογίων μέχρι σήμερα είχε σημειολογικό χαρακτήρα, επισημαίνοντας την βούληση της πολιτείας για την ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας στην χώρα μας μέσω του «Ενιαίου Ακαδημαϊκού Χώρου» και συνεπώς συνηγορούσε, έστω και σημειολογικά,  στην ανάπτυξη της ελπίδας, της οικονομίας και του βιοτικού επιπέδου του λαού.

Η κατάργηση της ως άνω θεσμικής πραγματικότητας, σηματοδοτεί την νέα κυβερνητική βούληση της σταδιακής κατάργηση της Επιστημονικής Έρευνας στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, πιστή στην αποστολή της μεταφοράς του πλούτου του Ελληνικού λαού στις τσέπες των ξένων αρπαχτικών, θα μπορεί από τούδε και στο εξής   να αποδεσμεύσει το μισθολόγιο των Ερευνητών από τον Δημόσιο Προϋπολογισμό και έτσι, αργά και σταθερά, να επιχειρήσει την ιδιωτικοποίηση της Επιστημονικής Έρευνας μέσω της συνολικής χρηματοδότησης του Ερευνητικού Μισθολογίου από τα Ερευνητικά Προγράμματα, που στην πλειοψηφία τους όμως είναι κομματικά ελεγχόμενα… 

Στο πλαίσιο των ανωτέρω μεθοδεύσεων, δεν είναι κατανοητές  οι   κυβερνητικές δηλώσεις περί «αθορύβων πρωτοβουλιών των διοικήσεων του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και του ΠΑΣΤΕΡ για τους πρόσφυγες». Αν η βελτίωση της ζωής των προσφύγων έχει να κάνει με την συλλογή τροφίμων,  ρούχων και χρημάτων από το προσωπικό των ερευνητικών κέντρων είναι επαινετή. Αν όμως «οι σιωπηλές πρωτοβουλίες» έχουν να κάνουν με διορισμούς προσφύγων στα Ερευνητικά Κέντρα, τότε η κυβέρνηση θα πρέπει να εξηγήσει στην χειμαζόμενη ερευνητική κοινότητα με ποια κριτήρια γίνονται αυτοί οι διορισμοί, καθώς  και επί ποίου νομοθετικού πλαισίου στηρίζονται. Επίσης, οι κυβερνητικοί παράγοντες  θα πρέπει να εξηγήσουν πως αυτοί οι διορισμοί, αν υπάρχουν, εξυπηρετούν τις χιλιάδες των ανέργων Ελλήνων Ερευνητών,  που μαζικά μεταναστεύουν στο εξωτερικό.

Οι  Έλληνες Ερευνητές θα πρέπει να κατανοήσουν ότι θα πρέπει επιτέλους να αντιδράσουν στην επιχειρούμενη κατεδάφιση της επιστημονικής Έρευνας στην Ελλάδα και του «Ενιαίου Ακαδημαϊκού Χώρου» που επιχειρούν οι ξενόδουλες  κυβερνήσεις κατ’ απαίτηση του διεθνιστικού τοκογλυφικού κεφαλαίου και της νέας τάξης πραγμάτων, μαζικά, συλλογικά και μεθοδευμένα, με στοχευόμενες δράσεις. Διαφορετικά οι Ερευνητές, όπως οι  άλλες υγιείς και παραγωγικές τάξεις στην Ελλάδα, θα έχουν την τύχη των Ερυθροδέρμων της Αμερικανικής ηπείρου, μέσω της επιβολής του συνδρόμου του «σιδερένιου αλόγου και της βροντής του κεραυνού».

[1] Daron Acemoglu, James A. Robinson. « Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη», Αθήναι, Εκδόσεις Λιβάνη 2012.