Ο ΑΦΥΠΝΙΣΤΗΣ

Αναφορά στο βιβλίο του Παναγιώτη Λιάκου «Εμείς οι Δύο» [1]

Το Κλειδί
Όταν ολοκληρώνεται ένα έργο τέχνης, π.χ. ένας ζωγραφικός πίνακας, ένα άγαλμα, ένα ποίημα ή ένα βιβλίο, ακολουθεί το ερώτημα «του Αρχικού στοιχείου του έργου και της έντασης της Ανθρώπινης Παρουσίας και Πράξης», καθώς και της Πρωτοτυπίας. Το Πνεύμα βεβαίως είναι αυτό που καθορίζει την ειδοποιό διαφορά, όταν το έργο συγκρίνεται με προηγούμενα. Ωστόσο η Λογική και η Πραγματικότητα, συχνά γυρίζουν και δαγκώνουν την ουρά τους, ενώ το Πνεύμα μπορεί να σαρκάζει και να καλπάζει ελεύθερο χωρίς τα όρια των περιορισμών που θέτουν η λογική και η πραγματικότητα. Αν πράγματι αυτό συμβαίνει, τότε πρέπει να στραφούμε προς τα πίσω, να μετατοπίσουμε την αφετηρία των συλλογισμών και των αναζητήσεων μας στην Πηγή: Αυτή, δεν είναι άλλη από την οντολογική ιδιαιτερότητα του δημιουργού, είναι η ατομική του ψυχή. Οία η ψυχή λοιπόν τοιάδε και το πνεύμα και συνεπώς και το έργο.

Ενώ λοιπόν το ψυχικό στοιχείο είναι σαφώς υποκειμενικό, το πνεύμα λαμβάνει τους έξωθεν ερεθισμούς από το πολιτικό, οικονομικό, ψυχολογικό και κοινωνικό υπόβαθρο της εποχής του. Έτσι γίνεται πάντα. Η ψυχή όμως είτε αναζητείται και βρίσκεται, είτε χάνεται, λησμονημένη για πάντα στο βάθος της ύπαρξής, ζώντας έξω από τον εαυτόν της, σε αιώνιες και πεπερασμένες συμβατικότητες.

Ο κάθε ένας από εμάς επίσης, αποδέχεται, ερμηνεύει και οικειοποιείται το περιβάλλον πάλι με την ψυχή του. Αυτή θα αναμετρηθεί με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και την οδυνηρή πραγματικότητα, κατά τον βαθμό της εσωτερικής αυτογνωσίας, ως το σημείο που θα προσφέρει με την δικιά της συμβολή μία νέα απόχρωση στο συλλογικό στοιχείο.

Έτσι λοιπόν, εάν ανακαλύψουμε το στίγμα της ψυχής του δημιουργού, του συγγραφέα, θα έχουμε βρει και το Κλειδί που θα μας ανοίξει τον χώρο στον προσωπικό πνευματικό του χώρο. Με το ίδιο κλειδί θα μπορέσουμε να ανιχνεύσουμε και το ενυπάρχον πνευματικό στοιχείο του έργου: τι ακριβώς είναι αυτό, σε τι συνίσταται, και εαν φυσικά είναι κάτι Καινοτόμο, ή ένα Δάνειο, λίγο πολύ προσωπικά χρωματισμένο.

Όμως, η σύγχρονη τέχνη, στην ουσιαστική της έκφρασή, από τον Πασκάλ, τον Νίτσε, τον Ντοστογιέφσκι, τον Ρίλκε ή τον Μαλάρμε, τρέφεται από το δαιμόνιο της δραματικής υπόστασης του «Εγώ», μέσα σε έναν κόσμο αποπνιχτικό όπου κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού, η αδικία, η απληστία και η καθολική εκμετάλλευση. Ως ακολούθως, βρίσκεται παγιδευμένη και ή ίδια, όπως και ο άνθρωπος στον πεπερασμένο χρόνο και συνεπώς στον θάνατο ή ακόμα χειρότερα στον συμβιβασμό, αφού ο θάνατος μπορεί να φέρει σε πολλές περιπτώσεις την λύτρωση. Η ατομική ψυχή τοποθετείται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην εξαίρεση και την γενίκευση, το εμπειρικό και το υπερβατικό, το πεπερασμένο και το άπειρο, το σχετικό και το απόλυτο. Η ψυχή παλεύει ανά πάσα στιγμή να μην ταυτισθεί με τον μηδενικό χώρο που την περιβάλει, εισχωρώντας από παντού μέσα της, αλλά προσπαθεί να βιώνει συνεχώς το είναι της και την πληρότητα της, πριν επέλθει το οντολογικό τέλος του υποκειμένου. Η δραματική υπόσταση της ψυχής εκφράζεται μέσα από την «Αγωνία του είναι», η οποία στην Κλασσική Στιγμή ξεπεράστηκε μέσα από την Αρμονία. Η Πολιτεία, η Ιδανική Πολιτεία, ο θείος και ο ανθρώπινος νόμος, η δικαιοσύνη, η ισονομία, η ελευθερία, το κάλλος και η γνώση, ικανοποιούν την ατομική και συλλογική ψυχή, ενώ εναρμονίζουν κατά τον καλλίτερο δυνατό τρόπο τις διαλεκτικές αντιφάσεις που εμφανίζονται από όλες τις οπτικές γωνίες:

«Αλλά μάλλον την της πόλεως δύναμιν καθ ημέραν έργω θεώμενους και εραστάς αυτούς γιγνόμενους», αναφέρει ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο του Περικλέους.

Σήμερα όμως, ο κοινός άνθρωπος, ο σύγχρονος παγκοσμιοποιημένος αστός, αδυνατεί να ταυτοποιήσει την καταλυτική ισχύ της «Πλατωνικής Πολιτείας» στην ατομική και κοινή σωτηρία της ψυχής του και γι’ αυτό παρακάμπτει συνειδητά την «αγωνία του είναι». Προτιμά να προσπεράσει την ψυχή παρά να την συναντήσει και συνεπώς επιζητεί την απραξία από την πράξη, αδιαφορώντας για τα τεκταινόμενα.

Ταυτόχρονα, μεταφράζει υποκριτικά σε συναίσθημα έγνοιας και φόβου την καθημερινότητα, αγνοώντας την βάση των προβλημάτων του που είναι η οντολογική «αγωνία του είναι». Προσπαθεί να σωθεί μέσα από τις υλικές ανέσεις μηδαμινής ηθικής αξίας και σκοπιμότητας που σκεπάζουν με υποκρισία, τις γνωστές ιδεολογίες της καθιερωμένης γενικότητας, ή τις πολιτικές γραμμές της ορθότητας που του επέβαλαν οι έμποροι των ψυχών και των εθνών. ‘Έτσι λοιπόν προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα: το θείο με την λογική, την αρετή με το συμφέρον, την ευδαιμονία με το ηλεκτρικό ψυγείο. Εξωτερικά και πρόχειρα βολέματα που προσφέρουν μια απατηλή σιγουριά αλλά και ένα απέραντο υπαρξιακό κενό. Ποιο πολιτικό ή κοινωνικό σύστημα θα μπορέσει να καλύψει αυτήν την άβυσσο; Είναι ακόμη η διασκέδαση «alla cart», η επίδειξη, η πνευματική οκνηρία, το μυαλό μετασχηματισμένο σε “tabula rasa”: Μία ζωή ύπνος χωρίς όνειρα.

Ή ακόμα ουσιαστικότερα, ποια πρέπει να είναι η πολιτική απάντηση της ψυχής που θα μετουσιωθεί σε μια συνειδητή πολιτική πράξη απέναντι σε μία «Πολιτεία» που έχει αναγάγει την πνευματική εξαθλίωση των πολιτών στην «Υπερτάτη Πολιτική Αξία» της εξουσίας της, ενώ έχει μετατρέψει τον συλλογικό χώρο σε ένα απέραντο χαμαιτυπείο, σε ένα καθολικό νεκροταφείο ψυχών; Θα μπορέσει άραγε η εν υπνώσει ψυχή να ξυπνήσει; Αν δεν μπορεί να αναστηθεί μόνη της, υπάρχει εκεί έξω κάποιος που θα της εμφυσήσει και πάλι to «vis vitalis”;

‘Eνα πνευματικό γεγονός είναι αφενός ατομικό αλλά ταυτόχρονα και συλλογικό και συνεπώς υποκειμενικά νεφελώδες. Ταυτόχρονα όμως εγκλείει άπειρες δυνατότητες εσωτερικής ανέλιξης και δυναμικής. Εδώ, ο καθείς, παίρνει ατομικά και συλλογικά το μερτικό που του αναλογεί σύμφωνα με τις ανάγκες της ψυχής του. Η αρχή αυτή ισχύει για όλους και για τους εν υπνώσει αλλά και για τον «Έναν», τον «Εκλεκτό», τον «Μεσσία», τον «Αφυπνιστή», αυτόν που θα αναστήσει τις πεθαμένες ψυχές.

Η χαμένη ψυχή πάλι αν αφουγκραστεί τον Αφυπνιστή σώζεται. Αν κωφεύσει θα εξακολουθήσει να ζει στην αιώνια ανυπαρξία. Όμως το βίωμα της αφύπνισης της ψυχής είναι κάτι προσωπικό. Κάτι διάβασα, κάτι μου συνέβη και ρίζωσε μέσα μου, κάτι που με έχει αλλάξει συθέμελα καθορίζοντας τον δικό μου τρόπο αίσθησης και αντίληψης των πολιτικών πραγμάτων και των κοινωνικών γεγονότων. Έχει γίνει ο βασικός μου ήχος και συντηρεί κάθε μου εκδήλωση, αφομοιώνει μοναδικά τις εμπειρίες μου και χρωματίζει την ύπαρξη μου.Corgito ergo Sum (ζω άρα υπάρχω).

Ο Πλάτων γνώρισε τον Σωκράτη και σε μία απειροελάχιστη σχισμή του χρόνου και αμέσως έγινε Αιώνιος και Αθάνατος. Ο Σαούλ έγινε Παύλος. Ο Καραϊσκάκης από δαίμονας έγινε Άγγελος. Ο Σολωμός από εγωκεντρικός και αυθάδης, Εθνικός Ποιητής. Ο Παπαδιαμάντης δραπέτευσε από το Άγιον Όρος για να γίνει κοσμοκαλόγερος, , Ο Άγιος Αυγουστίνος, ο Κικεργκάτ, ο Αρχιμήδης, ο Γαλιλαίος, ο Νεύτων…

Στον καθένα μας λοιπόν αντιστοιχεί μία κρίσιμη στιγμή, μία εσωτερική ανατροπή από κάποια αιφνίδια ή σιγανή διάβρωση μέσα από την φωνή του Αφυπνιστή, που ως ένας σύγχρονος Κοσμάς ο Αιτωλός απαιτεί την αφύπνιση της ψυχής προς την αιώνια ελευθερία της.

«Προσπάθησε να τα φυλάξεις ποιητή, όσο και αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται, του ερωτισμού σου τα οράματα. Βάλ’τα μισοκρυμμένα μες στες φράσεις σου. Προσπάθησε να τα κρατήσεις ποιητή, όταν διεγείρονται μες στο μυαλό σου την νύχτα ή μες την λάμψη του μεσημεριού».

Ο Αφυπνιστής ακολουθεί τα κελεύσματα της ψυχής του. Αυτό είναι το κλειδί της κατανόησης της ψυχής του και της μοναδικοτητάς του. Μέσα από την έκφραση και τους ψιθύρους του θα αφουγκραστούμε όχι μόνο την αφύπνιση της δικής του ψυχής, αλλά και τον αρχέγονο πόθο του δημιουργού να αναστήσει τις ανύπαρκτες ψυχές όλων των άλλων επαναλαμβάνοντας τα αιώνια λόγια:

«Το όπλο της κριτικής δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κριτική των όπλων».

Χρήσιμη είναι και η παράθεση των κάτωθι αποσπασμάτων από το βιβλίο:

«Θέλεις να περνάς κακά ή χειρότερα είναι το δίλλημα που σου προβάλλει το ημεδαπό σύμπλοκο εξουσίας»;

«Οπότε τι απομένει; Μία καπνισμένη κάνη πάνω από ένα κάθαρμα. Μία δύο τρεις σελίδες με την αιτιολόγηση της πράξης και θεός σχωρέστον τον μακαρίτη, ήταν πολύ μεγάλο κάθαρμα και νεκρός δεδικαίωται και άλλα όμορφα. Όταν διαλύουν ολόκληρη κοινωνία, το έπαθλο τους δεν πρέπει να είναι τα φράγκα, η δόξα και η ισόβια ασυλία, που έχουν κατοχυρώσει μέσω της άδικης νομοθεσίας. Πρέπει να φοβούνται κάτι και το πιο φοβιστικό πράγμα στον κόσμο (τουλάχιστον σε δαύτους) είναι να βρεθείς στην λάθος άκρη ενός όπλου. Να σε κοιτάει μια κάνη. Η ακόμα καλλίτερα οι κάννες μιας δράκας αποφασισμένων που θα σε στείλουν στην πρωταρχική αιτία. Στις αγκάλες του Αβραάμ. Στον Θεούλη. Αμαρτία; Ναι. Θα την εξομολογηθούμε, θα μας ρίξει ο πνευματικός το επιτίμιον, θα κάνουμε τις μετάνοιες μας και θα συνεχίσουμε το έργο».

[1] Παναγιώτη Λιάκου, «Εμείς οι Δύο», Αθήναι 2017, Εκδόσεις Πελασγός.