Ο ΑΦΥΠΝΙΣΤΗΣ

Αναφορά στο βιβλίο του Παναγιώτη Λιάκου «Εμείς οι Δύο» [1], μέρος ΙΙ - Ο Έρωτας

Ο Έρωτας

Ο διχασμός του υποκειμένου, ή ευτυχία ή η δυστυχία εκδηλώνονται μέσα από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τον έρωτα. Από εκεί φαίνεται να προέρχεται κατά ένα μεγάλο μέρος η ατομική σύγχυση και η υπαρξιακή απόγνωση. Ο έρωτας γίνεται για αυτόν «Κινητήρια δύναμη», «Σύμβολο», «Έμπνευση Δημιουργίας», «Μορφή αιώνια του θανάτου ή της ζωής, να τον περιμένει στο κάθε γύρισμα του δρόμου με νέες παγίδες». Είναι η ανημέρωτη αγωνία του τότε, τυρρηνική αγωνία του σήμερα, κάθε φορά σε διαφορετικό πρόσωπο ενσαρκωμένη, αιώνια μορφή δικαίωσης, εσχάτη σανίδα της ναυαγισμένης ψυχής.

Υπάρχει, από κάποιο σημείο και μετά, ένα χάσμα που χωρίζει τον άνθρωπο από το αιώνιο ηθικό και κοινωνικό υποκείμενο. Και ενώ ο ένας είναι «Δέντρο ακλόνητο της περισυλλογής του ονείρου», ικανός να φτάσει στην ένωση με το φυσικό και το θείο στοιχείο, ό άλλος «όλο και περισσότερο χάνεται στην εσωτερική του κενότητα ταξιδεύοντας από αηδία σε αηδία, από μοναξιά στην πιο άγρια μοναξιά, εκεί που βρίσκεται το σύνορο του βασιλείου της απελπισίας, πέρα από τον άχρονο χρόνο».

Ο Αφυπνιστής προσπαθεί να υπονομεύσει την θέση αυτών που ζουν με την ψευδαίσθηση ότι έχουν συνταυτισθεί με την γεύση της ζωής, ή ακόμη και με την ίδια την ζωή. Περιγράφει τον έρωτα να εμφανίζεται μέσα από μία διαλεκτικά αντιφατική δυική μορφή ταυτόχρονα, ως «Έρωτα - Δικαίωση» και ως «’Έρωτα - Ερήμωση». Ο έρωτας των θεών και ο έρωτας των δαιμόνων. «Αγάπης λευκά περιστέρια και ύαινες της ζούγκλας». Ο ένας, πολική νύχτα, τροπική καταιγίδα, λάσπη βρωμερή. Ο άλλος, έρχεται με κείνα τα βήματα που ψαύουν φτερά. Κάποτε όμως τελειώνει. Απομένουν οι άγγελοι που χάρισαν την ψευδαίσθηση της αιωνιότητας, όμως για τόσο λίγο.

Και έτσι βρίσκεσαι απότομα κάτω. Κι ενώ βρίσκεσαι πάντα εκεί βασανίζεσαι για την πτώση σου. Αφού καλά βρίσκεσαι εκεί. Αφού εκεί ήσουν πάντα μέσα στην λάσπη.

Ο Αφυπνιστής όμως τα γνωρίζει όλα αυτά. Απομακρυσμένος και αποστασιοποιημένος από το υποκείμενο του, πρώτα ο ίδιος, διερωτάται τι είδους έρωτας είναι αυτός που υπάρχει και ζει με το φρικτό προσωπείο μιας κενής και άδειας ζωής. Γνωρίζει ότι πρώτος ο Καρυωτάκης τους περιέγραψε σαν «Ηλεκτρολόγους που τους ανανεώνει ο θάνατος». Όντα που γνωρίζουν μόνο να ανταλλάσουν υγρά χωρίς να μπορούν να προσφέρουν στο «Εσύ», χωρίς να έχουν κατανοήσει την «Θεϊκή συνιστώσα του έρωτα», ζητούν το τίμημα της υποταγής της άλλης ψυχής στην κενότητά τους. Εδώ, ο Αφυπνιστής υψώνει αργά τα χέρια του στην επίκληση του χαμένου ονείρου μιας κατακερματισμένης κοινωνίας που προσπαθεί να επιβιώσει μέσα από ανύπαρκτους ψεύτικους εικονικούς κόσμους, μήπως μπορέσει να αντιμετωπίσει έστω στοιχειωδώς το υπαρξιακό της κενό, βιώνοντας τους στίχους του Θέμελη.

Η κάθε μία ψυχή με την δική της θέληση-λάμψη. Η κάθε μία με την δική της στέρηση-θάπμωση. Η κάθε μία με το δικό της κρίνο-μυστικό. Η κάθε μία μαζεύοντας τα κόκκαλά της. Η κάθε μία γυρεύοντας την άλλη. Την άλλη αχώριστη ψυχή, την άλλη αγάπη.

Μέσα από το βιβλίο του Αφυπνιστή παρουσιάζονται εφιαλτικές εικόνες κενότητας και άδεια φτηνά οράματα αυτών που νομίζουν ότι βιώνουν τον έρωτα. Χαλάσαμε ην ζωή μας, έτσι όπως το είχαμε ποθήσει, μέσα σε μία αυτοκαταστροφική ηδονή θανάτου. Οι ήρωες ή κάποιοι από αυτούς, δεν έχουν χάσει μόνο το μεγαλείο του έρωτα. Κάθονται επίσης στην όχθη του ποταμού, παρατηρώντας το νερό της ζωής τους να χάνεται, μη τολμώντας να αντιληφθούν ότι η λύτρωση έρχεται με το να περάσουν, ετσι απλά, στην απέναντι όχθη, μέσα σε μία νέα αναζήτηση του «Φωτός» και του «Προσώπου», σε ό,τι δηλαδή μπορεί να δώσει φτερά: στην παιδική αθωότητα, στο πρόσωπο μιας γυναίκας, στην φύση στην αναζήτηση του απολύτου κάλους. 

Εδώ, μόνο ο ένας αμφισβητεί μέσα από την διαίσθηση του. Από την μία η επιθυμία να ταυτισθεί με το ερωτικό του αντικείμενο, να το εξαφανίσει να το κάνει κτήμα του, και από την άλλη η βούληση του να συντριβεί ο ίδιος από εκείνο. Εδώ, αναφαίνεται όλη η αντίθεση μέσα από το ερωτικό πάθος ανάμεσα στο «Εγώ» και στο «Εσύ» και μαζί της η απέραντη ερημιά που φέρνει το «Πλησίασμα» όταν τα ερωτικά υποκείμενα δεν ταυτίζονται πλήρως. «Μια ερημιά απέραντη σαν την έρημο, σαν όταν σκύβεις και φιλάς τα χείλη σου στον καθρέφτη και σε φοβίζει το βουβό κρυστάλλινο φιλί».

«Ξαφνικά βλέπω να βγαίνει από ένα μαγαζί με ρούχα μία πανέμορφη κοπέλα. Είναι όπως πρέπει να είναι άκουσα μια φωνή εντός μου, αυτή συνήθως που με βάζει σε μπελάδες. Η γυναίκα τούτη ήταν ψηλή με ολόισια ξανθά μαλλιά, δύο χαριτωμένα κουρτινάκια μαλλιών που στεφάνωναν το μέτωπό της, γαλαζοπράσινα μάτια, κομψό βήμα. Γαλήνια και χαρωπή αλλά είχε και μια σκληράδα η ομορφιά της. Επική μορφή. Σαν ήλιος του μεσημεριού με το αδιάκριτο κυρίαρχο και περήφανο φως του. Σε ζεσταίνει και σε φωτίζει αρκετά για να δεις τις ρυτίδες της ψυχής σου. Το διάπλατο χαμόγελό της κυριαρχούσε στην οθόνη. Δεν έχω δει ποτέ την Ναταλία να χαμογελάει έτσι..».

Ο Αφυπνιστής μέσα από το έργο του αναζητά την τελειότητα του αιωνίου έρωτα παντού. Τις προάλλες την συνάντησε στον δρόμο, όπως την είχε συναντήση και ο Διονύσιος Ρώμας. Κοιτάχτηκαν για λίγη ώρα κατάματα, ώσπου ο λόγος τους συνεπήρε μακριά, τόσο μακριά που σαν κόπασε ο τραγικός σπαραγμός δεν μπόρεσαν να ξαναβρεθούν μέσα στους πολλούς. Πόσα χρόνια δεν πάνε από τότε που την αντίκρισε για πρώτη φορά παιδάκι. Καθόταν στην άλλη άκρη της πελώριας σκάλας. Οι πυρόξανθες κοτσίδες της φεγγοπαίζανε με το φως των κεριών. Τα δάκτυλα της τρέχανε επάνω στο άσπρο μάρμαρο της σκάλας σαν γλάροι που τριγυρνάνε χαμηλά πάνω σε αφρισμένη θάλασσα. Δεν θυμάται τι σιγοτραγουδούσε. Το μόνο που ξέρει είναι πως, κάθε φορά που κάτι πολύ όμορφο του φέρνει δάκρυα στα μάτια, είναι βέβαιος πως ξανακούει εκείνη την μουσική. Και πέρασαν χρόνια. Χρόνια πολλά. Το πρόσωπο της που δεν το αντίκρισε εκείνο το βράδυ, το αγαπημένο της πρόσωπο, πόσες φορές δεν θάρρεψε ότι το βρήκε…

Τώρα όμως αυτός ξέρει, έχει καταλάβει ώστε να μπορεί να ψελλίσει τους στοίχους του φτωχού Ιρλανδού ποιητή Ernest Dowson με το τραγικό τέλος:

«Δεν ξέρεις πόσα ξέχασα Κυνάρα. Τόσα και τόσα πήρε πιά τάγέρι… Σκόρπισα ρόδα καλαθιές, χορεύοντας. Ναι αγκαλιές τα ρόδα για να σβήσω την κρινελί ασπρίλα σου που θάμπωσε τον νου! Όμως σαράκι το παλιό για σένα πάθος και πυρετός στα σωθικά - κι ας κράτησε ο χορός χρόνους πολλούς και άλλους χρόνους. Έτσι σου έμεινα πιστός Κυνάρα-βλέπεις; Σου έμεινα πιστός με τον δικό μου τρόπο»!

[1] Παναγιώτη Λιάκου, «Εμείς οι Δύο», Αθήναι 2017, Εκδόσεις Πελασγός.