Η Εκκλησία οριοθετεί τη σχέση της με το κράτος

Η Ιεραρχία αποφάσισε ότι ο διάλογος δεν θα γίνει με τους εκπροσώπους της κυβέρνησης, αλλά διακομματικά

Από τον Αντώνη Τριανταφύλλου

Με μανιφέστο θέσεων και αρχών η Ιεραρχία χάραξε τις δικές της «κόκκινες» γραμμές στον διάλογο με την Πολιτεία για τον τρόπο που η ίδια αντιλαμβάνεται τις διμερείς σχέσεις τους, καταθέτοντας σε αδρές γραμμές, αλλά με σαφήνεια, τις θέσεις της για το νομικό status της με βάση την ανάγκη να αποκτήσει και η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα πλήρη δικαιώματα θρησκευτικής αυτονομίας, όπως προκύπτουν από το Σύνταγμα για άλλες θρησκευτικές κοινότητες.

Τη χθεσινή, δεύτερη συνεδρία της Ιεραρχίας απασχόλησε η συζήτηση μετά την εισήγηση του Αρχιεπισκόπου και του μητροπολίτη Διδυμοτείχου Δαμασκηνού για τις σχέσεις Πολιτείας - Εκκλησίας.
Το σώμα των ιεραρχών της ελλαδικής Εκκλησίας καθόρισε ένα αυστηρό πλαίσιο 13 θέσεων, διαπιστώνοντας ότι το θέμα της αναθεώρησης του πλαισίου των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας στον χώρο της ελληνικής επικράτειας είναι περισσότερο ζήτημα αλλαγής της απαρχαιωμένης τυπικής νομοθεσίας από τη Βουλή και λιγότερο ζήτημα αλλαγής του καταστατικού χάρτη του κράτους.

Σε ό,τι αφορά την αναθεώρηση, η Ιεραρχία αποφάσισε ότι ο διάλογος θα γίνει όχι με εκπροσώπους της κυβέρνησης, αλλά διακομματικά, αφού το Κοινοβούλιο είναι αρμόδιο για τη διαδικασία αυτή, ενώ όρισε επιτροπή από τους μητροπολίτες Θεσσαλονίκης Ανθιμο, Διδυμοτείχου Δαμασκηνό, Ναυπάκτου Ιερόθεο και Πειραιώς Σεραφείμ, που θα χειριστεί το ζήτημα.

Για την αντίληψη περί «χωρισμού» η Ιεραρχία υπογράμμισε ότι δεν γνωρίζει τον όρο στην πνευματική της αποστολή, σημειώνοντας με νόημα ότι «εάν η Πολιτεία το θελήσει και έχει τη συγκατάθεση του λαού, ας το επιχειρήσει τηρώντας τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει απέναντι της Εκκλησίας».

Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι ο σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας και της θρησκευτικής αυτονομίας της Εκκλησίας, αλλά και όλων των θρησκευτικών κοινοτήτων προκύπτει ως υποχρέωση για το κράτος από το άρθρο 13 του Συντάγματος και από τα άρθρα 9 και 11 της ΕΣΔΑ. Η Ιεραρχία εκτιμά ότι η Εκκλησία οφείλει να στρέψει το ενδιαφέρον της στην πλήρη κατοχύρωση της αυτοδιοίκησής της και με προσθήκη σαφούς διάταξης ή ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 13 του Συντάγματος, ώστε αυτή να εκδίδει, χωρίς τη σύμπραξη της Βουλής, τον Καταστατικό Χάρτη της και τις διοικητικές πράξεις αυτοοργάνωσής της.

Επίσης η Ιεραρχία προτείνει την προσθήκη μνείας στο Σύνταγμα ότι η μισθοδοσία του κλήρου και η ενίσχυση της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης αποτελεί αναγνώριση των περιουσιακών υποχρεώσεων της Πολιτείας έναντι της Εκκλησίας για την εκκλησιαστική περιουσία που απέκτησε το κράτος χωρίς αποζημίωση της Εκκλησίας από τη σύσταση του κράτους και εντεύθεν.

Τέλος, στο πλαίσιο της αναθεωρητικής συζήτησης, η Εκκλησία της Ελλάδος στηρίζει τη διατήρηση στο Σύνταγμα του κατοχυρωμένου ιδιαίτερου καθεστώτος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Αγίου Ορους (άρθρο 105) και των λοιπών εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών μέσα στην ελληνική επικράτεια, ήτοι Εκκλησία της Κρήτης, Μητροπόλεις Δωδεκανήσου (άρθρο 3, παρ. 2).