Εμπαιγμός με μεγάλη ιστορία τα αναδρομικά των βουλευτών

Κροκοδείλια δάκρυα από κυβέρνηση και κόμματα για ένα σκάνδαλο που επανέρχεται διαρκώς από το μακρινό έτος1997 (επί υπουργίας Ευάγγελου Γιαννόπουλου)

Ξαναζεσταμένη σούπα» σέρβιραν η κυβέρνηση και τα κόμματα όλη την περασμένη εβδομάδα με τα αναδρομικά των βουλευτών, ένα θέμα-σκάνδαλο που έρχεται και επανέρχεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια - και κάθε φορά όλοι παριστάνουν τους έκπληκτους! Κι όμως, είδαμε πάλι ανακοινώσεις επί ανακοινώσεων και πολιτικούς αρχηγούς να «πέφτουν από τα σύννεφα» για ένα ζήτημα που θα έπρεπε να έχει λυθεί από καιρό. 


Το δε υπουργείο Οικονομικών, σε εμφανή αμηχανία και ενώ γνωρίζει καλά το ζήτημα, αφήνει να διαρρεύσει πως «δεν αποτελεί προτεραιότητα της κυβέρνησης στην τρέχουσα δημοσιονομική συγκυρία η ικανοποίηση του αιτήματος βουλευτών για λήψη αναδρομικών» και διαβεβαιώνει ότι «δεν πρόκειται να εκδοθεί στο προσεχές μέλλον η υπουργική απόφαση που αναφέρεται στο δημοσίευμα (σ.σ.: ημερήσιας εφημερίδας)».

Υποκρισία

Η διαχρονική υποκρισία στο θέμα αυτό που συνεχίζει να προκαλεί την κοινωνία είναι παραπάνω από εμφανής. Το θέμα είναι τόσο παλιό, που, όταν πρωτοαναδείχθηκε, τα σχετικά ρεπορτάζ ήταν σε... δραχμές.
Το έτος ήταν 1997 και συνολικά 132 τότε νυν και πρώην βουλευτές κατέθεσαν προσφυγές διεκδικώντας αθροιστικά 6,5 δισ. δραχμές από αναδρομικά για το χρονικό διάστημα 1991-1996! Ο τότε αρμόδιος υπουργός Ευάγγελος Γιαννόπουλος τους δικαίωσε: Με νομοσχέδιο που έφερε για το νέο μισθολόγιο των δικαστικών σχεδόν διπλασίασε τις αποδοχές τους και αναγνώριζε τα αναδρομικά οκτώ ετών. Η εξόφληση των χρημάτων ορίστηκε να γίνει με δόσεις από 6,5 έως 25.000.000 δραχμές για κάθε βουλευτή.

Στα χρόνια της κρίσης είναι χαρακτηριστικό ότι η «δημοκρατία» έχει αναδείξει και στηλιτεύσει το θέμα από το 2011.

Ο τότε γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας Κώστας Τασούλας σε δηλώσεις του τόνιζε: «Είναι προκλητικό και απαράδεκτο πολιτικοί να διατηρούν τέτοιες αξιώσεις την ώρα που οι Ελληνες βιώνουν τις οδυνηρές συνέπειες της οικονομικής κρίσης». Στην ίδια γραμμή είχε κινηθεί και το ΠΑΣΟΚ με δήλωση του τότε γραμματέα της Κ.Ο. Βασίλη Εξαρχου, ο οποίος μιλούσε για προσβολή του «κοινού περί δικαίου αισθήματος».

Υπήρχαν, μάλιστα, και πρώην βουλευτές, όπως ο Γιάννης Μανώλης, που, αν και δεν ήταν μεταξύ όσων προσέφυγαν για τα αναδρομικά, είχε ανακοινώσει ότι θα το έκανε προκειμένου να δώσει όποιο ποσό του επιδικαστεί στον ΟΑΕΔ για την πληρωμή επιδομάτων ανεργίας!
Τέσσερα χρόνια αργότερα το ζήτημα επανήλθε στο προσκήνιο, αυτή τη φορά λόγω ρύθμισης που έφερε το υπουργείο Οικονομικών.

Δημοσίευμα

Η εφημερίδα μας, στις 31 Δεκεμβρίου 2015, σε ρεπορτάζ με τίτλο «Ντροπή με τα αναδρομικά βουλευτών!», έγραφε χαρακτηριστικά: «Τέσσερα χρόνια μετά τον σάλο που είχε προκαλέσει η απόφαση 117 βουλευτών να ζητήσουν αναδρομικά 240.000 ευρώ έκαστος, το συγκεκριμένο αίτημα επιστρέφει - και μάλιστα εν κρυπτώ! Κι αυτό παρότι τον Δεκέμβριο του 2011 τα κόμματα απειλούσαν ακόμη και με διαγραφή τα στελέχη τους, εάν επέμεναν στην απαίτησή τους».

Τελικά, τότε, μετά τις αντιδράσεις (η «δημοκρατία» είχε αναδείξει το θέμα με πρωτοσέλιδό της), υπήρξε υπαναχώρηση. Μεταξύ αυτών που ζητούσαν αναδρομικά ήταν ο Ακης Τσοχατζόπουλος, ο Λευτέρης Ζαγορίτης, ο Βασίλης Κοντογιαννόπουλος, ο Πέτρος Τατούλης, ο Τέλης Παυλίδης και άλλοι».

Τότε, στα τέλη του 2015 δηλαδή, με διάταξη σε νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών οι συνταξιούχοι βουλευτές, εν μέσω οικονομικής κρίσης και αιματηρών περικοπών, μπορούσαν να διεκδικήσουν αναδρομικά δεκάδων χιλιάδων ευρώ.
Η διάταξη αυτή βασιζόταν σε αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με τις οποίες δικαιώνονται εν ενεργεία και συνταξιούχοι βουλευτές που είχαν προσφύγει, από το 2011, στα διοικητικά δικαστήρια.

Οι βουλευτές διεκδικούσαν αναδρομικά (και με τον νόμιμο τόκο) τη διαφορά που προκύπτει από τις αποδοχές του προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων με αυτές της βουλευτικής αποζημίωσης, καθώς με αυτές εξομοιώθηκαν οι απολαβές των προέδρων των τριών ανώτατων δικαστηρίων της χώρας (ΣτΕ, Αρειος Πάγος και Ελεγκτικό Συνέδριο).

Η παρέμβαση της «δημοκρατίας»

Λίγες ημέρες αργότερα, και συγκεκριμένα στις 2 Ιανουαρίου 2016, η «δημοκρατία» στο κύριο άρθρο της σημείωνε:

«Η λύση για τον πολιτικό κόσμο είναι απλή: τα κόμματα να διαγράψουν δίχως καθυστέρηση και δισταγμό από τα μητρώα των μελών τους όλους τους πρώην βουλευτές που δεν παραιτούνται από τη διεκδίκηση αυτών των ποσών. Επίσης να δεσμευτούν οι πολιτικοί σχηματισμοί ότι δεν θα δεχτούν σε καμία περίπτωση αυτά τα πρόσωπα ως υποψήφιους βουλευτές. Μπορεί αυτές οι πρωτοβουλίες να μην αποφέρουν κάτι χειροπιαστό για τους πολίτες, αλλά θα έχουν έντονο συμβολικό και ηθικό συμβολισμό. Οι εν ενεργεία βουλευτές και τα κόμματα πρέπει να διαχωρίσουν τη θέση τους από τους ασυνείδητους απομάχους της πολιτικής, που δεν σέβονται τη χώρα και τους πολίτες της».

Από τότε λοιπόν προτείναμε αυτό που την περασμένη εβδομάδα θυμήθηκαν ξαφνικά διάφοροι πολιτικοί ταγοί, με αφορμή δημοσιεύματα που πρόσφεραν «ξαναζεσταμένη σούπα». Σε δύο χρόνια άραγε θα συζητάμε ξανά τα ίδια πράγματα;