Ενα απρόσβλητο και στέρεο ταμπού: αιμομιξία

Στον γνωστό μύθο του Θηβαίου βασιλιά Οιδίποδα με τη μητέρα του, όταν αποκαλύπτεται η φρικτή αλήθεια, η Ιοκάστη αυτοκτονεί και ο ίδιος αυτοτυφλώνεται

Από τον
Παντελή Βασματζίδη

Κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. αναπτύσσεται στην Αθήνα η ακραία σχολή της «φύσεως», που αποδίδει στην ανθρώπινη αδυναμία μια συνηθισμένη δικαιολογία, με το να διακηρύττει πως τα πάθη είναι «φυσικά» και συνεπώς σωστά, και πως η ηθική είναι μία συνθήκη. Για τους οπαδούς της, που δεν είχαν τόσο ισχυρές ηθικές αρχές όσο οι διδάξαντες προσωκρατικοί φιλόσοφοι και σοφιστές, απελευθέρωση του ανθρώπου σημαίνει απεριόριστη ελευθερία αυταρχικότητας, δικαιώματα χωρίς καθήκοντα, εξυπηρέτηση του συμφέροντος και απόρριψη των θρησκευτικών περιορισμών. Ο Θουκυδίδης θα αποδώσει τις απόψεις αυτές στη νοοτροπία του εμφυλίου πολέμου και θα σημειώσει ότι πολλοί, για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους, αλλάζουν ακόμη και τη σημασία των λέξεων (Γ 82).

Στον «Χρύσιππο» του Ευριπίδη, τραγωδία σύγκρουσης ανάμεσα στον ορθό λόγο και στο πάθος, ένας ομοφυλόφιλος λέει: «Δεν χρειάζομαι τη συμβουλή σου, μπορώ να δω τα πράγματα μόνος μου, όπως η φύση με αναγκάζει» (840). Στο πλαίσιο αυτό και η απαγόρευση της αιμομιξίας, το πιο απρόσβλητο και στέρεο ταμπού, κλυδωνίζεται με την παρατήρηση ότι «δεν υπάρχει τίποτα αισχρό, αν αυτός που το διαπράττει δεν το θεωρεί έτσι». Ο σοφιστής Ιππίας θα υποστηρίξει ότι η απαγόρευση της αιμομιξίας είναι συμβατική και όχι «θείος νόμος». 

Ο Ευριπίδης μπορεί να είναι φορέας και κήρυκας νέων ιδεών, αλλά ταυτόχρονα είναι και κριτικός νους. Μπορεί να είναι σκεπτικιστής μέχρι άθεος, όμως διακατέχεται από μια βαθύτατη πίστη στη θεία πρόνοια. Μπορεί να είναι διαφωτιστής, αλλά συγχρόνως αντικατοπτρίζει και την αντίδραση στη διαφώτιση. Νιώθοντας, λοιπόν, τον κίνδυνο της διαφθοράς των αρχών αλλά και την πολιτισμική κατάπτωση, εξαιτίας του εμφύλιου πολέμου, θα υπενθυμίσει τις αρχές του λόγου και του δικαίου: «Παραμονεύουν οι θεοί, τον ασεβή παραφυλούν κι αργούν με χίλιους τρόπους, μα πιάνουνε τον ασεβή. Κανείς ποτέ δεν πρέπει από μας να σκέπτεται πιο πάνω απ' τους νόμους και τα ήθη» (Βάκχες, 888-92).

O Ξενοφών στα «Απομνημονεύματά» του αναφέρει κάποιες παρατηρήσεις του Σωκράτη ως απάντηση στις απόψεις του Ιππία για τους θείους ή άγραφους νόμους, οι οποίες εστιάζονται στη διαφορά των τελευταίων από τους νόμους που έχουν θεσπίσει οι άνθρωποι. Θα ισχυριστεί ότι με λίγη τύχη μπορεί κανείς ν' αποφύγει την τιμωρία, όταν παραβεί τον ανθρώπινο νόμο, ποτέ όμως όταν παραβεί έναν θείο νόμο, όπως εκείνον που απαγορεύει την αιμομιξία, γιατί η αιμομικτική ένωση παράγει αναπόφευκτα αδύναμα παιδιά (4.4.19-24).

Ο Πλάτων στους «Νόμους» υποστηρίζει ότι ένας άγραφος νόμος εμποδίζει κάποιον να κοιμηθεί μυστικά ή φανερά με τον γιο ή την κόρη του, ακόμα και να τους αγγίξει με ερωτική διάθεση (838b). Η πεποίθηση ότι τέτοιες εμπλοκές είναι ανήθικες, αηδιαστικές και απαράδεκτες από τους θεούς είναι ικανή να περιορίσει την υλοποίησή τους. Στις κωμωδίες ή στις τραγωδίες άτομα που ενεπλάκησαν σε τέτοιες καταστάσεις είχαν κακό τέλος ή επέφεραν δεινά στους απογόνους τους. Παράδειγμα, ο Θυέστης, δίδυμος αδελφός του Ατρέα, που πλάγιασε με την κόρη του Πελοπία και έφερε στον κόσμο τον Αίγισθο. Αυτός κέρδισε την εύνοια της Κλυταιμνήστρας, έγινε εραστής της και μαζί δολοφόνησαν τον Αγαμέμνονα, γιο του Ατρέα, μετά την επιστροφή του από την Τροία.

Στον γνωστό μύθο της αιμομιξίας του Θηβαίου βασιλιά Οιδίποδα με τη μητέρα του, όταν αποκαλύπτεται η αλήθεια, η Ιοκάστη αυτοκτονεί και ο ίδιος αυτοτυφλώνεται. Συντετριμμένος θα πει: «Με το στίγμα του ανόσιου γεννήθηκα. Με τη μάνα μου κοιμήθηκα, έσπειρα. Τον πατέρα μου σκότωσα. Τα όλα όσα δεν έπρεπε, όλα τα έκανα!» (Οιδίπους Τύραννος 1184-5).

Ο Πλούταρχος, εξετάζοντας την προέλευση, τα λατρευτικά έθιμα και τον συμβολισμό της αρχαίας αιγυπτιακής θρησκείας, θα μιλήσει για τις δημιουργικές δυνάμεις της Ισιδας και του Οσιρι και για τις φθοροποιούς καταλυτικές δυνάμεις του Τυφώνα, ο οποίος, αφού σκότωσε τον πατέρα του, βίασε τη μητέρα του και συνουσιάστηκε μαζί της («Περί Ισιδος και Οσίριδος» 32).

Αντίθετη φαινομενικά πράξη της αιμομιξίας είναι η μητροκτονία, η οποία ωστόσο την υποκρύπτει, γιατί ο γιος σκοτώνοντας τη μητέρα αμύνεται απέναντι στους ερωτικούς πόθους γι' αυτήν. Ετσι, ο Ορέστης δολοφονεί τη μητέρα του Κλυταιμνήστρα με συνεργό την αδελφή του. Η Ηλέκτρα είναι κάτι παραπάνω από μητέρα, κάτι παραπάνω από θεραπαινίδα και κάτι παραπάνω από αδελφή. Η σχέση τους είναι ερωτική και ανάμεσά τους αιωρείται μια ανολοκλήρωτη αιμομιξία. Η Ηλέκτρα μεταθέτει στο πρόσωπό του την οιδιπόδεια καθήλωση προς τον πατέρα της Αγαμέμνονα και εκείνος την οιδιπόδεια αγάπη προς τη μητέρα του Κλυταιμνήστρα. Οταν στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, στη σκηνή της σφαγής, ο Ορέστης διστάζει προς στιγμήν, η αδελφή του ουρλιάζει: «Χτύπα αν μπορείς διπλά». Η Ηλέκτρα ενώνεται μαζί του όχι με το δικό της αίμα, αλλά με της μητέρας της.

*Συγγραφέας - ψυχίατρος