ΠΡΟΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΑΣΑΦΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΓΟ

Η δημιουργία ενεργειακών οδών, η αλλαγή ισορροπιών στην ανατολική Μεσόγειο και τα μηνύματα στην Αγκυρα

Η χθεσινή συνάντηση των υπουργών Εθνικής Αμυνας της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ στην Αθήνα, οι πρόσφατες τριμερείς συνομιλίες, επίσης στην ελληνική πρωτεύουσα, με την Ιορδανία (σε επίπεδο γενικών γραμματέων υπουργείων Εξωτερικών) και η επικείμενη (στα τέλη του μήνα, στη Λευκωσία) σύνοδος κορυφής του Προέδρου Ν. Αναστασιάδη και του πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα με τον Αιγύπτιο πρόεδρο Ελ Σίσι επιβεβαιώνουν την αλλαγή ισορροπιών στην περιοχή. 

Αν και καμία από τις συμμετέχουσες χώρες -διπλωματικά ορθώς- δεν θεωρεί τα τριμερή σχήματα συνεργασίας ως στρεφόμενα κατά της Τουρκίας, είναι γεγονός ότι αποστέλλουν στην Αγκυρα το μήνυμα ότι δεν μπορεί να κινείται κατά βούληση στην περιοχή, ενώ ταυτόχρονα εκτιμώνται ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ ως συμβάλλοντα στη σταθερότητα και τη συνεργασία στην ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

Οι ίδιες πρωτοβουλίες αποδεικνύουν ότι -ακόμα και σε περιόδους οικονομικής κρίσης και σκληρών κομματικών αντιπαραθέσεων- υπάρχουν συνέχεια και συνέπεια στην ελληνική εξωτερική πολιτική.

Η πραγματική προσέγγιση με το Ισραήλ άρχισε επί κυβέρνησης Παπανδρέου το 2010 (αφού είχαν μεσολαβήσει 20 ολόκληρα χρόνια από την αποκατάσταση των πλήρων διπλωματικών σχέσεων Αθήνας - Ιερουσαλήμ), η στενή συνεννόηση με τον πρόεδρο Σίσι (και επιπλέον η ώθηση της Ε.Ε. να στηρίξει την πολιτειακή μεταβολή στο Κάιρο) επιτεύχθηκε επί κυβέρνησης Σαμαρά και η εμβάθυνση των τριμερών συνεργασιών υλοποιήθηκε επί κυβέρνησης Τσίπρα και υπουργού Εξωτερικών Ν. Κοτζιά.
Ωστόσο, όπως φάνηκε και από τις δημόσιες δηλώσεις των υπουργών Εθνικής Αμυνας της Ελλάδας και του Ισραήλ Π. Καμμένου και Α. Λίμπερμαν, η αναβαθμισμένη συνεργασία των ενόπλων δυνάμεων δεν συμπληρώνεται, προς το παρόν τουλάχιστον, από ανάλογη επιτυχία στον ενεργειακό τομέα.

Η ελληνική πλευρά τόνισε πως «έχει ιδιαίτερη σημασία η επέκταση της συνεργασίας μας στον ενεργειακό τομέα με τη δημιουργία ενεργειακών οδών που θα μπορέσουν να συνδέσουν τη Μέση Ανατολή με την Ευρώπη», ενώ η ισραηλινή πλευρά, όπως αποκάλυψε η «δ» πριν από έναν ακριβώς χρόνο, δηλώνει ακόμα μόνο πως το θέμα χειρίζεται προσωπικά ο πρωθυπουργός Μπ. Νετανιάχου.

Αν και ο πεπειραμένος Ισραηλινός πρωθυπουργός αμφιταλαντεύεται ως προς τις τελικές αποφάσεις του, εξετάζοντας ποικίλες εναλλακτικές λύσεις (αγωγός προς την Τουρκία, αγωγός East Med προς την Ελλάδα και την Ευρώπη ή διεθνής εξαγωγική όδευση μέσω των τερματικών σταθμών της Αιγύπτου), δείχνει μέχρι τώρα πως δεν θέλει να θυσιάσει τις άριστες σχέσεις του με την Αθήνα και τη Λευκωσία. Γι’ αυτό και δεν έχουν προχωρήσει οι παλαιότερες εισηγήσεις του κ. Λίμπερμαν και του υπουργού Ενέργειας Γ. Στάινιτς υπέρ άμεσης συνεργασίας με την Τουρκία, ενώ ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί στην ελληνική πλευρά η ασαφής ως αρνητική στάση της ισραηλινής πρεσβείας στην Αθήνα επί της διμερούς ενεργειακής συνεργασίας.

Οι τελευταίες πληροφορίες από ελληνικές και ξένες διπλωματικές πηγές αναφέρουν ότι ο κ. Νετανιάχου δεν βιάζεται να λάβει τις οριστικές αποφάσεις του, τις οποίες μεταθέτει μετά τις προεδρικές εκλογές της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 28 Ιανουαρίου (και τον πιθανό δεύτερο γύρο στις 4 Φεβρουαρίου).

Ως τότε εκτιμάται πως θα έχουν προχωρήσει οι τουρκοϊσραηλινές διαπραγματεύσεις, σε επίπεδο εταιριών, για την τιμή του φυσικού αερίου και θα έχει υπογραφεί, στις αρχές Δεκεμβρίου στη Λευκωσία, το τετραμερές Μνημόνιο κατανόησης Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Ιταλίας για τον αγωγό East Med.

Η υπογραφή του Μνημονίου αναμένεται να προκαλέσει ενθουσιώδη πρωτοσέλιδα στην Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά στην πραγματικότητα θα πρόκειται μόνο για ένα μικρό βήμα προόδου: θα επιβεβαιώνει «πρόθεση» (όχι οριστικοποίηση) συνεργασίας και θα ορίζει ως «σκοπό» (όχι ως ειλημμένη απόφαση) την υπογραφή διακυβερνητικής συμφωνίας εντός του 2018, ενώ δεν θα προβλέπει απολύτως τίποτα για τη χρηματοδότηση του East Med, αν και είναι ήδη γνωστό ότι η κοινοπραξία του δυσκολεύεται να συγκεντρώσει τα απαραίτητα κεφάλαια για την επένδυση.

Αλέξανδρος Τάρκας
*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη