ΑΛΛΑΓΗ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΩΝ ΛΟΓΩ ΙΡΑΝ ΚΑΙ ΙΣΡΑΗΛ

Τα μεγάλα ερωτήματα για τις επικείμενες αλλαγές στη Μέση Ανατολή και πώς θα επηρεάσουν τα ελληνικά συμφέροντα

Από τον
Αλέξανδρο Τάρκα

Οι βίαιες ταραχές στο Ιράν είναι ακόμα νωρίς για να αξιολογηθούν ως ικανές για ανατροπή ή μετάλλαξη του σκληρού θεοκρατικού καθεστώτος που επεβλήθη το 1979 και ίσως φαίνονται σαν μακρινό θέμα, αλλά η μεταβολή συσχετισμών στη Μέση Ανατολή πάντοτε επηρεάζει τον διπλωματικό σχεδιασμό και τα συμφέροντα της χώρας μας. 

Σχεδόν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων 40 ετών, οχυρωμένες στο εύλογο σκεπτικό ότι ακολουθούν την ενιαία θέση της πρώην ΕΟΚ και νυν Ε.Ε., πέτυχαν να ισορροπήσουν μεταξύ των διάφορων αντιμαχόμενων πλευρών στην ταραγμένη περιοχή. Κατά τη δεκαετία του ’80 και του πολέμου Ιράν - Ιράκ, οι (κρατικές) αμυντικές βιομηχανίες μας εξασφάλισαν μεγάλα έσοδα, εξάγοντας -μερικές φορές ταυτόχρονα- και στις δύο πλευρές. Το 1990, η εγκαθίδρυση πλήρων διπλωματικών σχέσεων με το Ισραήλ διόρθωσε το λάθος της υπερβολικής στήριξης προς διάφορες παλαιστινιακές οργανώσεις τα προηγούμενα χρόνια.

Το 1993-1996, οι σχέσεις Αθήνας - Τεχεράνης βελτιώθηκαν λόγω των κοινών κινδύνων από την Τουρκία και χάρη στην ανοχή των ΗΠΑ προς το σχήμα συνεργασίας Ελλάδας, Ιράν, Αρμενίας, Βοσνίας, που επέτρεπε συνεννοήσεις για το μέλλον της πρώην Γιουγκοσλαβίας και τους γείτονες της Ρωσίας. Το 2002-2003, κυρίως επί ελληνικής προεδρίας στην Ε.Ε., η κυβέρνηση είχε πολυμερείς επαφές πριν και μετά τον πόλεμο στο Ιράκ.

Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν, το 2007-2008, οι απόρρητες ενημερώσεις των ΗΠΑ προς την Αθήνα για το «δίδυμο» (αμερικανικό και νατοϊκό) σχέδιο αντιπυραυλικής άμυνας έναντι του Ιράν, το οποίο αργότερα μεταβλήθηκε, ενώ το 2010 αποτελεί το έτος-σταθμό της πραγματικής αναβάθμισης των σχέσεων Ελλάδας - Ισραήλ. Το 2014, ο υπουργός Εξωτερικών Ευ. Βενιζέλος επισκέφθηκε την Τεχεράνη, αλλά απέτυχε παταγωδώς στην προσέλκυση ιρανικών επενδύσεων και την αύξηση των ελληνικών εξαγωγών μετά την άρση των διεθνών κυρώσεων.

Αντίθετα, πιο ρεαλιστική είναι η στρατηγική πολιτικών και πολιτισμικών - διαθρησκευτικών επαφών του υπουργού Εξωτερικών Ν. Κοτζιά με το Ιράν την τελευταία τριετία. Στις αρχές του 2018 (ακόμα κι αν δεν είχαν ξεσπάσει οι διαδηλώσεις των τελευταίων ημερών), υπάρχουν μεγάλα ερωτήματα για τις επικείμενες αλλαγές στη Μέση Ανατολή και ως προς το πώς θα επηρεάσουν, άμεσα ή δευτερογενώς, τα ελληνικά συμφέροντα.
Πρώτα απ’ όλα, σύμφωνα με ελληνικές και ξένες διπλωματικές πηγές, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπ. Νετανιάχου φέρεται ότι ενημέρωσε πρόσφατα την Ε.Ε. πως η χώρα του θα αντιδράσει, προφανώς στρατιωτικά, στο ενδεχόμενο εγκατάστασης βάσεων του Ιράν στη Συρία.

Το μείζον πρόβλημα για το Ισραήλ είναι ότι οι συγκεκριμένες βάσεις θα ενισχύσουν σε υπερθετικό βαθμό την υφιστάμενη συνδρομή του Ιράν προς τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο και προς το στρατιωτικό τμήμα της Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας. Ενδεχόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Λίβανο θα πολλαπλασιάσουν τα προβλήματα στη ΝΑ Μεσόγειο και θα απαιτήσουν την εκκένωση πολιτών δυτικών χωρών, κυρίως, προς την Κύπρο, ίσως και με ελληνικά αεροναυτικά μέσα.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά τη στάση της Ρωσίας, που θα έχει μακρά στρατιωτική παρουσία στη Συρία και πλέον συμφωνεί σε πολλά θέματα με την Τουρκία για την περιοχή. Το τελευταίο διάστημα, οι σχέσεις Αθήνας - Μόσχας δοκιμάζονται και θα είναι δύσκολη η επανάληψη ειδικών συνεννοήσεων για χειρισμούς έναντι της Αγκυρας.

Ο τρίτος και -μακροπρόθεσμα- σημαντικότερος κίνδυνος για την Ελλάδα εντοπίζεται στο Μεταναστευτικό. Οσο κι αν φαίνεται περίεργο, ο τερματισμός του εμφυλίου στη Συρία ίσως τροφοδοτήσει νέο κύμα μεταναστών-προσφύγων, καθώς η εγκατάσταση σιιτών (με έγκριση της Δαμασκού και της Τεχεράνης) θα ωθήσει σουνίτες και χριστιανούς προς την Ευρώπη, μέσω Ελλάδας.
Πέραν των τριών αυτών θεμάτων άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος, το επείγον διεθνές ζήτημα είναι τι θα γίνει με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Το Ισραήλ τονίζει ότι το Ιράν επιδιώκει ακόμα την απόκτηση πυρηνικών όπλων και η διοίκηση Τραμπ θέλει να μεταβάλει τη συμφωνία του 2015, ενώ ο ΟΗΕ και η Ε.Ε. επιμένουν στην τήρησή της.
Ανεξαρτήτως της, εξ αυτών, ορθότερης θέσης, το ερώτημα, εν μέσω των ταραχών και εν όψει (μετριοπαθών ή σκληροπυρηνικών) κυβερνητικών αλλαγών στην Τεχεράνη, είναι ποιος θα κατέχει τα κλειδιά του πυρηνικού προγράμματος. Κανείς δεν γνωρίζει την απάντηση, όπως και την αντίδραση των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη