Ο θάνατος των στοχαστών ως εκφραστής της ζωής τους

Πρέπει κανείς να υιοθετήσει μια άλλη στάση προσπαθώντας να συλλάβει το νόημά τους, γιατί ο μύθος συνενώνει σ' ένα σύνολο τη δοξασία και τη μοίρα, τη ζωή και τον θάνατο

Aπό τον
Παντελή Βασματζίδη

Πολλές φορές, ο άνθρωπος εκφράζει με τον θάνατό του το νόημα της ζωής του. Ο θάνατος των περισσότερων αρχαίων Ελλήνων στοχαστών παίρνει τη μορφή μύθων που ταιριάζουν με τη φιλοσοφία, τη ζωή και την ψυχοπαθολογία τους. Ο Θαλής, στοχαστής του νερού, φημολογείται ότι πέθανε από δίψα παρακολουθώντας αθλητικούς αγώνες.

Ο γέροντας Βίας, σοφός δικαστής, έγειρε το κεφάλι στην αγκαλιά του εγγονού του, καθώς υπερασπιζόταν κάποιον σε δίκη. Ο Πυθαγόρας, που συνιστούσε το «απέχθεσθαι κυάμων», σκοτώθηκε κυνηγημένος από τους Κροτωνιάτες, επειδή θέλησε να διαβεί ένα χωράφι κατάσπαρτο με κουκιά.

Ο Φερεκύδης, όντας άρρωστος με πυρετό και γεμάτος ψείρες, δίνει εντολή στους υπηρέτες του, όταν τον θάψουν, να στείλουν τα γραπτά του στον Θαλή για να τα ελέγξει, δηλαδή να τα ξεψειρίσει. Του γράφει, λοιπόν: «Αν τα εγκρίνετε εσύ και οι άλλοι σοφοί, φρόντισε να γίνουν γνωστά, διαφορετικά όχι. Εγώ, πάντως, δεν είμαι πολύ ικανοποιημένος. Δεν είναι απόλυτα ακριβή, ούτε μπορώ να πω ότι γνωρίζω την αλήθεια» (Διογένης Λαέρτιος, Ι 122).

Ο Δημήτριος από την Τροιζήνα, στο «Κατά σοφιστών», λέει για τον Εμπεδοκλή εκείνο το ομηρικό («Οδύσσεια», λ 278): «Δένοντας σκληρή θηλιά στην ψηλή κρανιά, κρεμάστηκε από τον λαιμό κι έτσι κατέβηκε στον Αδη». Για τον θάνατο του Εμπεδοκλή μπορεί κανείς να επικαλεστεί ως αιτία τη «μελαγχολία» του.

Από τους μεταγενέστερους, ο Εμπεδοκλής, ο Πλάτων, ο Σωκράτης και πολλοί άλλοι γνωστοί ήταν μελαγχολικής ιδιοσυγκρασίας (Ψευδοαριστοτέλης, «Προβλήματα», 30). Ιδιοφυΐα και μελαγχολία είναι αλληλένδετες, η τελευταία όμως δεν νοείται όπως σήμερα, αλλά περιγράφεται ως παρορμητικότητα και ως εκρηκτικότητα του χαρακτήρα. Κατά μια άλλη εκδοχή, πήδηξε ψύχραιμα στη φλεγόμενη Αίτνα, θέλοντας να θεωρηθεί θεός αθάνατος (Στράβων, «Απαντα γεωγραφικά», Ι 274). Σχετικά με αυτό, ο Διογένης Λαέρτιος θα γράψει: «Προχώρησε προς την Αίτνα και μόλις έφτασε πλησίασε στους κρατήρες της φωτιάς και εξαφανίστηκε, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να ενισχύσει τη φήμη ότι είχε γίνει θεός. Αργότερα, όμως, αποκαλύφθηκε η αλήθεια, γιατί πετάχτηκε έξω ένα από τα σανδάλια του - συνήθιζε να φορά χάλκινα». Ο Εμπεδοκλής πέθανε εξήντα ετών, όπως και ο μελαγχολικός Ηράκλειτος.

Ο Ηράκλειτος εγκαταλείπει την πόλη και τις απογοητεύσεις της, αποτραβιέται στα βουνά και ζει με χόρτα και βότανα. Επειδή, όμως, αυτό έγινε αιτία να αρρωστήσει από υδρωπικία, κατέβηκε στην πόλη και ρωτούσε αινιγματικά τους γιατρούς αν μπορούσαν, ύστερα από πολλή βροχή, να δημιουργήσουν ξηρασία. Οι γιατροί δεν καταλάβαιναν τι τους έλεγε κι αυτός τάφηκε σ' ένα βουστάσιο, ελπίζοντας ότι η ζεστασιά της κοπριάς θα τραβήξει από μέσα του τη βλαβερή υγρασία. Ομως, ούτε αυτό είχε αποτέλεσμα κι έτσι πέθανε σε ηλικία εξήντα χρονών (Διογένης Λαέρτιος, ΙΧ 3). Ο Ερμιπος αφηγείται ότι συμβουλεύτηκε τους γιατρούς αν μπορεί κάποιος να αδειάσει τα έντερά του και να αφαιρέσει το υγρό. Επειδή του είπαν ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει, κάθισε στον ήλιο και ζήτησε από τους δούλους του να τον σκεπάσουν με κοπριά. Σ' αυτή την κατάσταση πέθανε ύστερα από δύο ημέρες και τάφηκε στην αγορά.

Η εκδοχή του θανάτου που προήλθε από υδρωπικία ταιριάζει συμβολικά με την ηρακλείτεια άποψη για τον θάνατο της ψυχής. Ηταν αυτός που κήρυττε ότι «για τις ψυχές είναι ευχαρίστηση παρά θάνατος το να γίνουν υγρές». Επειδή για τις ψυχές «είναι θάνατος το να γίνουν νερό» (απ. 36 - Κλήμης ο Αλεξανδρεύς), ο Ηράκλειτος αγωνίζεται να αντισταθμίσει την ολέθρια συνέπεια που έχουν το νερό και η υγρασία με τη σωτήρια επίδραση της φωτιάς και της ξηρασίας – όμως, δεν τα καταφέρνει.

Ο Νεάνθης ο Κυζικηνός διηγείται ότι δεν μπόρεσε να βγει κάτω από την κοπριά, έμεινε έτσι και, επειδή κατάντησε αγνώριστος, τον έφαγαν οι σκύλοι. Η εκδοχή αυτή εναρμονίζεται με την άποψη του Ηρακλείτου ότι «τα πτώματα των νεκρών πρέπει να τα πετάει κανείς πιο μακριά κι από τις κοπριές» (απ. 96, Πλούταρχος, «Συμποσιακά προβλήματα»).

Ο κατασπαραγμένος από τα σκυλιά φιλόσοφος κατευθύνει τον νου στον Διογένη τον Κυνικό, ο οποίος, κατά μια μαρτυρία, πέθανε από άγριο δάγκωμα σκύλου. Ηταν αυτός που αγέρωχα είπε στον Αλέξανδρο: «Είμαι ο Διογένης ο κύνας. Σ' όσους μου δίνουν κάτι κουνώ την ουρά, σε όσους δεν μου δίνουν γαβγίζω και τους κακούς τούς δαγκώνω» (Διογένης Λαέρτιος, VI 60).

Οσο μεγάλη αφέλεια είναι να πιστεύει κανείς απόλυτα σε αυτούς τους μύθους, άλλο τόσο είναι πτωχεία να τους απορρίπτει. Πρέπει κανείς να υιοθετήσει μια άλλη στάση, προσπαθώντας να συλλάβει το νόημά τους, γιατί ο μύθος συνενώνει σ' ένα σύνολο τη δοξασία και τη μοίρα, τη ζωή και τον θάνατο.

*Συγγραφέας - ψυχίατρος