Μαγικές επικλήσεις από τα Δρώμενα στο δράμα

Η όρχηση, κύριο στοιχείο του αρχαίου δράματος, ενίσχυε τον λόγο με κίνηση και άσμα, θέαμα και ακρόαμα: Η σίκκινις στο σατυρικό δράμα, η εμμέλεια στην τραγωδία, ο κόρδαξ στην κωμωδία

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Δώρα Θεού που οι χρόνοι δεν κατάλυσαν/Πάει πετάει - κι ο νους του αγάλλει σαν/Ηλιου αχτιδωσιά στης μνήμης των αρχαίων/Το χάλκωμα» (Οδ. Ελύτης).

Ιερουργίες μύησης, σπονδές, προσφορές και ικεσίες αναφέρονται στη γονιμότητα, στην ευφορία, στην ευκρασία των αέρων, στους ειρηνικούς καιρούς και τους όμβρους «προς καρποφορίαν». «Υε, κύε, βρέξε, πότισε, βλάστησε, καρποφόρησε», καθώς τέχνη και τελετουργία προέρχονται από μια επιθυμία και αντίληψη που προσπαθούν να βρουν διέξοδο σε πρακτική δράση. Από την αναπαράσταση, που επαναλαμβάνεται, αναπτύσσεται ένα είδος αφαίρεσης, το οποίο συντελεί αποφασιστικά στη μετάβαση από την τελετουργία στην τέχνη. Τέχνη και τελετουργία επιδιώκουν να αναπαραστήσουν ένα γεγονός, προκειμένου να αναστήσουν ένα συγκινησιακό ερέθισμα. Αρχέγονες μυστηριακές τελετές, πρωτόγονες λατρείες, που ανακαλούν μνήμες απώτερου παρελθόντος, καθαρμοί και νηστείες, θυσίες και προσευχές προετοίμαζαν την κατάλληλη ατμόσφαιρα για την πάνδημη συμμετοχή στα δρώμενα, στους χορούς, στις λιτανείες και τις ιερές πομπές. Στην πρωτόγονη τελετουργία της «Μητέρας των Ορέων» της Θράκης αποκαλούσαν «μίμους» εκείνους που συμμετείχαν στη λατρεία.

Σε απόσπασμα τραγωδίας του Αισχύλου που έχει χαθεί, ο ποιητής περιγράφει τον θόρυβο που δημιουργούσε ο «ορεινός» εξοπλισμός της Μητέρας, τον φρενήρη βόμβο των βομβύκων (είδος ανέμης), τον μεταλλικό ήχο των χάλκινων κυμβάλων, το βούισμα των χορδών, αλλά και «μουγκρητά ταύρων» από αόρατους τρομερούς μίμους και εντυπώσεις «υπόγειων κεραυνών» που δονούν απειλητικά τον αέρα από ένα τύμπανο. Είχαν προσωποποιήσει τις δυνάμεις της βλάστησης και προσπαθούσαν, με βάση τις αρχές της ομοιοπαθητικής ή μιμητικής μαγείας, να επισπεύσουν την ανάπτυξη των δένδρων και των φυτών με «μαγικές» αναπαραστάσεις γάμων των θεών του δάσους, που αποσκοπούσαν στην καρποφορία για την εξασφάλιση τροφής. Από τις αρχαίες τελετουργίες και η λατρευτική όρχηση, που μιμείται ήθη, πράξεις και πάθη στον ρυθμό του λόγου και της κίνησης, και αποτελεί το θεμέλιο της χορικής ποίησης και του δράματος. Ο Χορός αναπλάθει εικόνες και συναισθήματα, ανακαλεί σημαντικά γεγονότα και εξιστορεί με κινήσεις, στάσεις και συνδυασμούς τις περιπέτειες του βίου, ενώ οι θεϊκές παρεμβάσεις, οι επιφάνειες, συναντούν σε κοινό τόπο τη μίμηση ενός γεγονότος μυθικού, μιας ιεροτελεστίας του παρελθόντος: «Ορχείσθαι την του Κρόνου τεκνοφαγίαν».

Οργιαστική όρχηση, που πιστά συνοδεύει και παρακολουθεί μια μαγική στιγμή, μια ιερή τελετή, «τελετήν ουδέ μίαν αρχαίαν εστιν ευρείν άνευ ορχήσεως» (Λουκιανός), επειδή το σώμα συνεγείρεται με το συναίσθημα, καθώς από τον θρήνο επανανακαλύπτει τη δύναμη για τη χαρά της ζωής. Αλλωστε, στην επάνοδο, στην αναπαραγωγή, στη γονιμότητα και την ευκαρπία ήταν αφιερωμένες οι περισσότερες λατρευτικές εκδηλώσεις του αρχαίου κόσμου, στη Μητέρα Γη, στη μεγάλη Μητέρα, στη θεά που εξασφαλίζει την τροφή και επομένως τη ζωή, αφού παντού μέσα στη φύση ο αρχαίος άνθρωπος παρακολουθεί τις μεταβολές των εποχών και του συναισθήματος.

Η όρχηση, κύριο στοιχείο του αρχαίου δράματος, ενίσχυε τον λόγο με κίνηση και άσμα, θέαμα και ακρόαμα: Η σίκκινις στο σατυρικό δράμα, η εμμέλεια στην τραγωδία, ο κόρδαξ στην κωμωδία. Απέδιδαν την εμμέλεια, την πνευματική μορφή όρχησης, με πλαστικές κινήσεις στον χώρο (φοραί), κινήσεις των χειρών (δείξεις), κινήσεις επιτόπου (σχήματα). Ο Θέσπις, ο Χοιρίλος και ο Πρατίνας, ορχηστρικοί ποιητές και σημαντικοί στην εποχή τους χορογράφοι, είχαν εξελίξει την κίνηση του Χορού, ωστόσο ο Φρύνιχος φαίνεται ότι απέκτησε μεγαλύτερη φήμη από αυτούς, αφού μεταγενέστεροι ενσωμάτωσαν τις τεχνικές του σε νεότερες παραστάσεις δράματος. Η «φρυνίχειος έκφραση» πλησίαζε το διονυσιακό όργιο (έκσταση) και τον χορό της μέθης (Νόννος).

Η καθιέρωση του θεατρικού συστήματος του χορού ανήκει στον διδάσκαλο Αισχύλο -«τοις χοροίς αυτός τα σχήματα εποίουν»-, ενώ χρονικά ως πρώτος χορευτής αναφέρεται ο Σοφοκλής, ο οποίος είχε προκαλέσει εντυπώσεις όταν χόρεψε με μία σφαίρα (τόπι) στη «Ναυσικά». Ο Αριστοτέλης γράφει ότι «οι αρχαίοι ορχησταί διά των σχηματιζομένων ρυθμών» μιμούνται και ήθη και πάθη και πράξεις, δηλαδή χαρακτήρες, παθήματα και πράξεις των ανθρώπων, υπηρετούν τον ρυθμό του λόγου και ερμηνεύουν με τρόπο άμεσο και αποτελεσματικό συναισθήματα και εντυπώσεις.
«Γίγνωσκε», σύμφωνα με τον Αρχίλοχο, «ότι ένας ρυσμός (χαρακτήρας) κυβερνά τους ανθρώπους», ενώ ο Αριστόξενος αναφέρει ότι τα βασικά στοιχεία του ρυθμού είναι οι λέξεις, το μέλος και η κίνηση του σώματος.

Για τους Δωριείς η χορική λυρική ποίηση αποτελούσε τη γνήσια μολπή (ωδή-ύμνος-άσμα και όρχηση-μέλος), δηλαδή άσμα το οποίο συνόδευε πάντοτε χορός. Σύμφωνα με το σύστημα του Λυκούργου, οι γυναίκες της Σπάρτης συνήθιζαν να συμμετέχουν γυμνές, κατά το «δωριάζειν», σε αθλητικούς αγώνες, αλλά και σε δημόσιες θρησκευτικές εκδηλώσεις. Ο Πλάτων δέχεται το θέαμα γυμνού νέου που αγωνίζεται, ωστόσο, πιστός στην αισθητική της αθηναϊκής κοινωνίας και στα ήθη της, ισχυρίζεται ότι προκαλεί ιλαρότητα η άθληση γυμνών γυναικών, και ιδιαίτερα των ηλικιωμένων.

Η «χορεία», ο κυκλικός χορός με την ερμηνεία άσματος, αποτελούσε ουσιώδες μέρος της αγωγής των Σπαρτιατών και αποσκοπούσε στην αρμονική ένταξη των νέων στην κοινωνία των ενηλίκων. Στις «Γυμνοπαιδίες», την επίσημη εορτή της Σπάρτης «διά μουσικών, ορχηστικών και γυμναστικών ορχήσεων τελουμένη», η προσέλευση και η συμμετοχή όλων των ηλικιών καταδεικνύουν τον παιδευτικό χαρακτήρα της χορείας. Στις γιορτές της Αρτέμιδος, γυναικείες ομάδες συμμετείχαν σε χορικές τελετές που συχνά περιείχαν στοιχεία οργιαστικά. Τελετουργίες με στοιχεία «αντιστροφής», κατά τις διαδικασίες μύησης των νέων, απαντώνται αργότερα στο αττικό δράμα. Η γυμναστική όρχηση ήταν μια επίδειξη του σωματικού κάλλους, ενώ η μιμητική έκφραση στην απόδοση ιδεών, συναισθημάτων ή γεγονότων. Τις κινήσεις των χορευτών συνόδευε πάντοτε η μουσική. Πολλά από τα είδη όρχησης είχαν διατηρήσει άμεση σχέση με τη λατρεία, όπως στις «βακχικές ορχήσεις», όπου μιμητικοί χοροί και κινήσεις αποσκοπούσαν στην αναπαράσταση του βίου και των περιπετειών του Διονύσου.

Τα «Λήναια», ειδική εορτή του χειμώνα, τηρούσαν με ευλάβεια οι Μαινάδες, οι πιστές του Διονύσου, οι Θυιάδες, όπως ονομάσθηκαν οι αφιερωμένες στον θεό γυναίκες των Δελφών. «Μαινάδες» οι διονυσιακές γυναίκες, Βάκχες και γυναίκες Βακχεύτριες, αφού κατά τη διάρκεια των τελετών «βάκχευαν», άγγιζαν τα όρια της θρησκευτικής μανίας με τον έντονο και ενθουσιαστικό χορό, τις ισχυρές κραυγές, τα άσματα και τον ασίγαστο, ρυθμικό ήχο των κυμβάλων. Συνήθως τις απεικόνιζαν με φόρεμα μακρύ να ορχούνται, με το κεφάλι άκαμπτο να γέρνει προς τα πίσω (χαρακτηριστική κίνηση των χορευτών, που εικονίζονται επίσης στις παραστάσεις των μινωικών και των μυκηναϊκών δαχτυλιδιών, και που αποτελεί ασφαλή ένδειξη θρησκευτικής και λατρευτικής έκστασης), με στεφάνους από φύλλα κισσού, και να κρατούν τον θύρσο. Στο τέλος της εορτής, συμπόσιο ακολουθούσε τη θυσία στον ναό του Διονύσου, εκεί όπου το αρχαίο γένος της πόλης, οι Φυταλίδες, είχε υποδεχθεί με τιμές τον Θησέα. Σύμφωνα με διηγήσεις, ο ήρωας πρώτος είχε διδάξει στους νέους που έφθασαν σώοι από την περιπέτεια της Κρήτης στη Δήλο τον «γέρανο», τον κυκλικό χορό που μιμείται και αναπαριστά το πέταγμα των γεράνων ή τις στροφές του λαβυρίνθου, τον οποίο ο Θησέας ξεπέρασε με απαράμιλλη γενναιότητα και επανήλθε στον κόσμο των αισθήσεων.

«Βαστημένος αλαφρά από τις μασχάλες/αφήνοντας το βάρος μου σε χέρια που δε γνώριζα,/πετώντας μπρος χορευτικά το πόδι,/επρωτοβγήκα, γη μου, στα ώριμα όργιά σου./Το χώμα ήτανε τεντωμένο/καθώς το τομάρι του βοδιού στο τύμπανο,/για μένα που εδοκίμαζα μονάχα τότε με τη φτέρνα τον ρυθμό» (Αγγελος Σικελιανός).

(Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Χορού, που καθιέρωσε η UNESCO από το 1982.)