Ο πολυμερής και υφέρπων «λόγος» της ζωγραφικής

Κάθε έκθεση του Αλέκου Λεβίδη (και είναι αρκετές, όσο και ουσιαστικές, όσες έχει ήδη πραγματοποιήσει) γίνεται μόνο όταν έχει πνευματικά ολοκληρώσει ο δημιουργός αυτός μια ενότητά του

Από την 
Αθηνά Σχινά*

Δεν βλέπουμε συχνά εκθέσεις με έργα του Αλέκου Λεβίδη, γιατί δεν είναι ο καλλιτέχνης που κυνηγά τη δημοσιότητα, τις τάσεις, τις μόδες ή τις επιταγές των εποχών, δηλώνοντας την παρουσία του εδώ κι εκεί, αρκεί να υπάρχει μέσα από οποιεσδήποτε ισορροπίες, σε έναν αγώνα δρόμου, άγονο εν τέλει. Σε έναν διαγκωνισμό, παρά σε έναν αγώνα, θα έλεγα ευκρινέστερα, όπου αυτός καταλήγει τις περισσότερες φορές -και πριν ακόμα σβήσουν τα φώτα της ράμπας- χωρίς σκοπιμότητα. Κάθε έκθεσή του (και είναι αρκετές, όσο και ουσιαστικές, όσες έχει ήδη πραγματοποιήσει) γίνεται μόνο όταν έχει πνευματικά ολοκληρώσει ο δημιουργός αυτός μια ενότητά του. Και τούτο το γνωρίζουν οι «παροικούντες την Ιερουσαλήμ», που δυστυχώς όλο και λιγοστεύουν, αφήνοντας δυσαναπλήρωτα κενά, στα οποία έχουν βάναυσα παρεισφρήσει, ιδιαίτερα κατά την περίοδο αυτή της κρίσης, έμποροι τυχάρπαστοι και ιδιοτελείς μεταπράτες, όλο θράσος, προκλητικότητα και «ιδέα», που ρηχαίνουν χωρίς προφάσεις κι άλλοθι, εμφανώς κι οδυνηρά, όπως έχουμε διαπιστώσει, το τοπίο της τέχνης.

Για όσους δεν τον γνωρίζουν θεωρώ απαραίτητο να αναφέρω συνοπτικά λίγα βιογραφικά στοιχεία για τον Αλέκο Λεβίδη. Γεννήθηκε το 1944 στην Αθήνα και σπούδασε σκηνοθεσία θεάτρου στο Universite du Theatre des Nations και αρχιτεκτονική στο πανεπιστήμιο της Γενεύης, έχοντας κατόπιν διδαχθεί ζωγραφική από τον Κώστα Μαλάμο και τον Αλέκο Κοντόπουλο. Ο Αλέκος Λεβίδης, εκτός από την ευρύτατη παιδεία και τη βαθιά καλλιέργεια που διαθέτει, έχει πλήρη εποπτεία και ουσιαστική γνώση της ευρωπαϊκής, αλλά και όλων των σταδίων της ελληνικής ζωγραφικής, από την κλασική αρχαιότητα και την ελληνιστική, μέχρι τη βυζαντινή και τη λαϊκή, τη νεωτερική και τη σύγχρονη, έχοντας ενδιαμέσως ερευνήσει τον κόσμο των πορτρέτων του Φαγιούμ και κατέχοντας επίσης τα χρώματα κάθε εποχής καθώς και τις αναμείξεις τους. Ο Αλ. Λεβίδης μετέφρασε και επιμελήθηκε το 35ο Βιβλίο της Φυσικής Ιστορίας του Πλίνιου του Πρεσβύτερου «Περί της Αρχαίας Ελληνικής Ζωγραφικής» (1994), για το οποίο τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών (1995). Εχει συμμετάσχει έως σήμερα σε συνέδρια τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, έχοντας εν τω μεταξύ επισκεφθεί, με υποτροφία, ως Artist in Residence (2007), το Πανεπιστήμιο του Princeton. Εργα του εκθέτει από το 1982 έως σήμερα σε ατομικές εκθέσεις, συμμετέχοντας παράλληλα και σε επιλεγμένες ομαδικές παρουσιάσεις. Εχει επίσης πραγματοποιήσει εικονογραφήσεις, με τον ιδιαίτερο τρόπο του, έχει επιπλέον φιλοτεχνήσει σκηνικά, εξαιρετικές τοιχογραφίες και έχει σχεδιάσει βιβλία, με την ξεχωριστή καλαισθησία και το λεπτό γούστο, που τον διακρίνουν.

Ο Αλέκος Λεβίδης μέσα από τα έργα του ανοίγει προς τον θεατή έναν διαφορετικό τρόπο αντιληπτικής προσέγγισης, συμμετοχικής ενσυναίσθησης και πολυεπίπεδης ανάγνωσης, κυρίως όμως «αναγνώρισης» όσων υποδηλώνει, παραπέμπει κι άλλοτε υπαινίσσεται η τέχνη του. Συνδυάζοντας, χωρίς προκαταλήψεις κι αιρετικούς φανατισμούς, την αναπαράσταση με την αφαίρεση και την απεικονιστική διαδικασία με την αποτύπωση της χειρονομιακής παρέμβασης, επικεντρώνεται αρχικά στο σχήμα· στην προκειμένη περίπτωση αφορά μια τετράπλευρη επιφάνεια 36x36 εκατοστών, η οποία μετατρέπεται από φυσικό πλαίσιο (καθώς ορίζει διαστάσεις) σε πλαίσιο εννοιών κι αισθήσεων, θέσεων κι αναιρέσεων, προσμείξεων και οσμώσεων, αλληλοπεριχωρήσεων και μεταβολών, αποδομήσεων και αναδιαρθρώσεων, εικονισμών του πραγματικού κι αντανακλάσεών του στο υποσυνείδητο, με κυμαινόμενο μάλιστα «αντίκρισμα» ανά εποχές στο κοίτασμα του συλλογικού μας ασυνείδητου, που με διαφορετικούς τρόπους μας έχει διαμορφώσει.

Η κάθε εικόνα του Αλέκου Λεβίδη σε αυτή την ενότητα (έχει τίτλο «36x36 Ζωγραφικά Δοκίμια» και παρουσιάζεται στην Γκαλερί «Σκουφά 4» από τις 10 έως τις 22 Μαΐου 2018) λειτουργεί μέσα από την πολυμέρεια των «στοιχείων» που την απαρτίζουν, στον χωροχρόνο του μύθου και των ιστοριών της, της καθημερινότητας και των υπερβάσεών της, της πολυώνυμης συνέχειας και των παλίμψηστων ασυνεχειών της. Των ασυνεχειών αλλά και των ουτοπιών της, των ψευδαισθήσεων και των παθών της, που την προσδιορίζουν, ενώ ταυτοχρόνως ανατρέπουν όλες τις νοηματικές ασφαλιστικές δικλίδες της, αφήνοντας στη θέση τους απορφανεμένες κι απροσανατόλιστες συγκινήσεις.

Τον χωροχρόνο αυτόν τον αισθανόμαστε να δίνει υπόσταση και να υποθάλπει συνειρμούς -καθαιρώντας αυθεντίες- στα μορφικά «σπαράγματα» του Αλέκου Λεβίδη. Τα οπτικοποιημένα αποσπάσματα ειδώλων κι αντικατοπτρισμών στα έργα του πότε αναφύονται κι άλλοτε καταβυθίζονται ανάμεσα στην ισοδυναμία της κάθετης και της οριζόντιας παραμέτρου (χαρακτηρίζουν άλλωστε και τις διαστάσεις κάθε πίνακα, σαν να πρόκειται για το στημόνι και το υφάδι ενός αδιαφανούς κι υποστηρικτικού κιλλίβαντα), είναι διφυή και διγενή, γεφυρώνοντας ανάμεσα στις όψεις και στους νοηματικούς τρόπους την ατομικότητα με τη συλλογικότητα. Ο συγκεκριμένος εικαστικός χωροχρόνος εμφανίζεται με κυκλοτερή «μυθοπλαστική» αφηγηματικότητα, πάνω στην οποία οριακά ισορροπούν οι προαναφερθείσες αυτές μορφές ή τα αποσπάσματά τους, μεταφέροντας αποσχηματισμούς κι ανασχηματισμούς, μνήμες και μαζί ουτοπίες, πραγματικότητες και την ίδια στιγμή αμφιβολίες που πηγάζουν από ασυναίρετα ή ακαταχώριστα στιγμιότυπα. Αυτά τα στιγμιότυπα από εικόνες και εικασίες φυγοκεντρίζονται κι άλλοτε πάλι κεντρομολούνται σχετικά με τα ερωτήματα που υπαγορεύουν και τις παραδοξότητες μέσα από τις οποίες παρουσιάζονται, μέσα από τις εγγυήσεις επίσης, καθώς και τις αυταπάτες που νοερά και με θεατρική υποβλητικότητα θέτουν στον θεατή, διεκδικώντας τις παλαιότερες σημασιολογικές προικοδοσίες τους με παράλληλα τα αποσκιρτήματα από τις λανθάνουσες, μα συνεχώς διεγειρόμενες νέες σημασίες τους.

Ο Αλέκος Λεβίδης σκηνοθετεί και σκηνογραφεί τις μορφές του σαν άτυπα κι ακατοχύρωτα συλλαβογράμματα. Τα «προσχήματα» αυτά των μορφών του, που λειτουργούν κι εμφανίζονται σαν τα κελύφη ιστορημάτων που απέδρασαν, αλλά συνεχώς και με θαυμαστό τρόπο αναθάλλουν από το συλλογικό ασυνείδητο, επιτρέπουν στη μυθοπλοκή να γεφυρώσει κι άλλοτε πάλι να ταυτίσει τον αφηγητή με τον ήρωα, το οπτικό παρόν με το παρελθόν, την προσμονή με τη ματαιότητα και τα χαλάσματα με την κυοφορία της νέας ζωής, που υφέρπει στα ύφαλα του «λόγου» της εικόνας/εικασίας.

Στις παλίμψηστες «εικόνες/εικασίες» του ο Αλ. Λεβίδης χρησιμοποιεί καθεμία από τις μορφές του σαν σκευή, σαν μάσκα δηλαδή, συνεχώς «διασκευάζοντας» εκείνος τα είδη του εικονιστικού «σεναρίου» ή της επιτελεστικής «πράξης» που κάθε φορά «απροσχεδίαστα» ο συνειρμός μας φέρνει στο προσκήνιο, σαν μια από τις σελίδες ενός προσωπικού ημερολογίου του. Τα μορφώματα του Αλ. Λεβίδη έχει κανείς την αίσθηση ότι λειτουργούν σαν τα σύμφωνα, καθώς οικοδομεί μια δική του κάθε φορά ποιητική ελεγεία, ενώ τα collages που ζωγραφίζει (ελέγχοντας τις χρωματικές ποιότητες και τις εντάσεις, τις δομοσυστατικές θέσεις και τους εκτατικούς «σχηματισμούς» τους στον κάθε πίνακα, τις πολυσχιδείς επίσης «συστατικές» τους αλχημικές σχεδόν πυκνότητες και την εσωτερική δυναμική τους ή τα φωταυγή, άλλοτε πάλι τα σκοτεινότερα ημιτόνια τους) τα χρησιμοποιεί όπως τα φωνήεντα στην προσωπική εικαστική γλώσσα του, φροντίζοντας πάντοτε τους αναμεταξύ τους συσχετισμούς.

Οι συναισθαντικές και κατακερματισμένες, αλλά ωστόσο εννοιολογικά και πολυδιάστατα ανθεκτικές εικόνες, μέσα στους δαιδαλώδεις και θα έλεγα καλειδοσκοπικά παρουσιαζόμενους εικονισμούς του εμπνευσμένου αυτού ζωγράφου (που σαν συγκοινωνούντα δοχεία ενώνουν την ατομικότητα με την ετερότητα, την παραστατικότητα με την αφαίρεση, τον εξπρεσιονισμό με τον κυβισμό, τον σουρεαλισμό επιπλέον με τη χειρονομιακή ζωγραφική και τη «δραματουργία» του άφατου λόγου της εικόνας με την ελεγεία και την «παραμυθία» της) φωτίζουν μια διαφορετική και φιλοσοφημένη διάσταση στη σύγχρονη εικαστική δημιουργία. Ο Αλ. Λεβίδης φαίνεται μέσα από τα έργα του πως, χωρίς να γίνεται εγκεφαλικός και χωρίς να καταλύει τη συνεκτικότητα, ξέρει να ανανεώνει τις βαθύτερες συνάψεις τέχνης και βίου, διαβάζοντας κι αξιοποιώντας το παρελθόν, χωρίς να το αποποιείται, καθώς αναδεικνύει τις ένδον όψεις του που συνδέονται με το υποσυνείδητο αλλά και με τις σημερινές προκλήσεις που φέρνει στο φως η ελευθερία ερμηνείας της παρουσίας μας στο προσκήνιο της ζωής.

*Ιστορικός της Τέχνης και της Θεωρίας του Πολιτισμού