Από την Αλωση στην Αναγέννηση ενός πολιτισμού

Η Αννα Νοταρά δαπανούσε σεβαστά ποσά της πατρικής περιουσίας προκειμένου να αγοράζει ελληνικά χειρόγραφα

Από τον 
Νίκο Παπουτσόπουλο

Κορυφαία στιγμή των δραματικών γεγονότων της Αλώσεως ο μαρτυρικός θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, που σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής και ενός κόσμου, ο οποίος όμως εξακολουθεί να μετακινείται και να μεταφέρει την αίγλη του βυζαντινού πολιτισμού, να μεταγγίζει το κλασικό πνεύμα στη Δύση και να δημιουργεί σε άλλον χώρο και χρόνο τις προϋποθέσεις εκείνες που οδήγησαν, στα αμέσως επόμενα χρόνια, στην Αναγέννηση.

«Τα όνειρά του ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν τα πήρε μαζί του στον τάφο. Εγιναν όνειρα του Γένους, κληρονομιά για τους αυριανούς σκλάβους που τους εξαγόραζε τη δουλεία. Εδωσε στους Ελληνες καθαρή γραμμή πορείας. Ο θάνατός του στερνή λάμψη, που όμως μετατράπηκε σε δυνατό φως, και το έθνος μ' ευλάβεια το κράτησε άσβεστο επί αιώνες» γράφει ο Χρ. Ζαλοκώστας.

Η Αννα Νοταρά, θυγατέρα του Μεγάλου Δουκός Λουκά Νοταρά, με την οποία είχε συνδεθεί ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, είχε φυγαδευθεί στην Ιταλία λίγο πριν την Αλωση, και εκεί είχε προσπαθήσει να συγκεντρώσει τους Βυζαντινούς λογίους και διανοουμένους, αξιωματικούς και αξιωματούχους της Βασιλεύουσας,για να οργανώσει μια νέα βυζαντινή κοινωνία.

Στα 1472 η Αννα Παλαιολογίνα, κόρη του Μεγάλου Δουκός, όπως συνήθιζε να υπογράφει, ζήτησε από το Συμβούλιο της Σιένα να παραχωρηθεί έκταση γης για να εγκατασταθούν οι Ελληνες πρόσφυγες, που είχαν καταφύγει στην Ιταλία. Λίγο αργότερα, στα 1475, η Αννα Παλαιολόγου, από την Κωνσταντινούπολη, άλλοτε μνηστή του αυτοκράτορα των Ελλήνων της Ρωμανίας και της Κωνσταντινούπολης και άλλοτε κόρη του επιφανούς πρίγκιπα, μεγάλου δουκός της Ρωμανίας, όπως συνήθιζαν να την προσφωνούν επίσημα, εγκαταστάθηκε οριστικά στη Βενετία και συνδέθηκε με τους Κρήτες Νικόλαο Βλαστό και Ζαχαρία Καλλιέργη, επιφανείς λογίους, τυπογράφους και καλλιτέχνες, σε μια προσπάθεια ίδρυσης ενός πρότυπου τυπογραφείου για την έκδοση ελληνικών συγγραμμάτων, με σκοπό τη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων και τον διαφωτισμό των Ελλήνων.

Ο Νικόλαος Βλαστός αντέγραψε πιστά τα σχέδια βυζαντινών κεντημάτων, που προσέδιδαν δόξα και μεγαλοπρέπεια στις λαμπρές ενδυμασίες που είχε φέρει από την Κωνσταντινούπολη η Νοταρά, και κατασκεύασε νέους, περίτεχνους τυπογραφικούς χαρακτήρες και στοιχεία καθώς και κοσμήματα, επίτιτλα και πρωτογράμματα. Η Αννα Νοταρά δαπανούσε σεβαστά ποσά της πατρικής περιουσίας προκειμένου να αγοράζει ελληνικά χειρόγραφα για να εκδοθούν και να γίνουν κτήμα των Ελλήνων της διασποράς αλλά και των λογίων της εποχής. Από το ελληνικό τυπογραφείο της Βενετίας, εφάμιλλο εκείνου του Αλδου Μανούτιου, εκδόθηκε ύστερα από σχολαστική προετοιμασία έξι ετών, στα 1499, το Ετυμολογικόν Μέγα κατά αλφάβητον, το παν ωφέλιμον λεξικό, το οποίο ο Βυζαντινός λόγιος και ελληνιστής Μάρκος Μουσούρος συμπλήρωσε με το επίγραμμα «το Μέγα Ετυμολογικόν πέρας είληφεν ήδη συν Θεώ εν Ενετία αναλώμασι μεν του ευγενούς και δοκίμου ανδρός κυρίου Nικολάου Bλαστού του Kρητός, παραινέσει δε της λαμπροτάτης τε και σωφρονεστάτης κυρίας Αννης θυγατρός του πανσεβάστου και ενδοξοτάτου κυρίου Λουκά του Nοταρά, πότε Mεγάλου Δουκός Kωνσταντινουπόλεως, πόνω δε και δεξιότητι Zαχαρίου Kαλλιέργου του Kρητός». Η Αννα Παλαιολογίνα Νοταρά έφυγε από τη ζωή στα 1507 και η περιουσία της περιήλθε στην κοινότητα των Ελλήνων της Βενετίας, ενώ στον Ζαχαρία Καλλιέργη είχε δώσει την άδεια και το προνόμιο να χρησιμοποιεί ως έμβλημα του τυπογραφείου τον δικέφαλο αετό, το σύμβολο που συνδέεται με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και την οικοσημολογία, το οποίο έφερε εκείνη δικαιωματικά, ως «χήρα του αυτοκράτορος των Ρωμαίων». Αργότερα, στα 1577, όταν ολοκληρώθηκαν οι εργασίες οικοδόμησης του Ναού του Αγίου Γεωργίου στη Βενετία, αριστερά της Ωραίας Πύλης τοποθέτησαν τη θαυμάσια εικόνα του Χριστού Παντοκράτορος, που έφερε μαζί της από την Κωνσταντινούπολη η κόρη του Μεγάλου Δουκός της Βασιλεύουσας.

Μητέρα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, η Ελένη Δραγάτση (1372-1450), θυγατέρα του Σέρβου δεσπότη Κωνσταντίνου Δραγάτση, απογόνου του Μιχαήλ Η' (1223-1282), ιδρυτή της δυναστείας των Παλαιολόγων, αυτοκράτειρα του Βυζαντίου, ως σύζυγος του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου, είχε αποκτήσει επίσης τον Ιωάννη (Η'), προτελευταίο αυτοκράτορα του Βυζαντίου, τον Ανδρόνικο και τους δεσπότες του Μωρέως Θεόδωρο Β', Δημήτριο και Θωμά.

Ο Μανουήλ Β' έφυγε από τη ζωή στα 1425, αφού προηγουμένως είχε καρεί μοναχός με το όνομα Ματθαίος. Τον μοναστικό βίο ακολούθησε επίσης η Ελένη Δραγάτση - Παλαιολογίνα, η οποία είχε ήδη διακριθεί για την αρετή και τη σύνεση, όπως αναφέρει ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης μετά την Αλωση, στον Παραμυθητικό Λόγο προς τον Βασιλέα Κωνσταντίνο ΙΑ', «επί τη κοιμήσει της μητρός Αυτού αγίας Υπομονής».

Η «πολύπαις και καλλίπαις» μητέρα του τελευταίου αυτοκράτορα των Ρωμαίων εκάρη μοναχή με το όνομα Υπομονή στη μονή της «κυράς Μάρθας», άσκησε το έργο της φιλανθρωπίας και επειδή είχε συνδεθεί με τη Μονή του Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας, όπου εφύλασσαν το ιερό λείψανο του οσίου Παταπίου, ίδρυσε γηροκομείο, το καθίδρυμα της «ελπίδος των απηλπισμένων». Η αγία Υπομονή έφυγε από τη ζωή στα 1450 και, σύμφωνα με την παράδοση, ο Αγγελής Νοταράς, συγγενής των Παλαιολόγων, μετέφερε αμέσως μετά την Αλωση το σκήνωμα του οσίου Παταπίου στα Γεράνεια όρη, στην περιοχή της αρχαίας κώμης Θέρμαι, όπου για μεγαλύτερη ασφάλεια τοποθέτησε το ιερό λείψανο μέσα σε σπήλαιο, κοντά σε παλαιό ασκητήριο. Το σπήλαιο, που περιβάλλει η σύγχρονη Μονή του Αγίου Παταπίου (στο Λουτράκι), κοσμεί τοιχογραφία της αγίας Υπομονής, και τη μονή, η πολύτιμη και πολυσέβαστη κάρα της.

Σε μιαν άλλη μονή της Αιγιαλείας, στη Μονή Ταξιαρχών, τα τέκνα της Ελένης Δραγάτση - Παλαιολογίνας, Θωμάς και Δημήτριος, μετέφεραν, σύμφωνα με την παράδοση, τα Αχραντα Πάθη του Σωτήρος Χριστού (τεμάχια από το Τίμιο Ξύλο, τον ακάνθινο Στέφανο, τη Χλαμύδα, τον Κάλαμο, τον Ιερό Σπόγγο, τους Ηλους και τον Λίθο του Μνημείου), προκειμένου να τιμήσουν τον συγγενή τους και ιδρυτή της μονής, όσιο Λεόντιο Μαμωνά.

Ο όσιος Λεόντιος γεννήθηκε στα 1377 και ήταν γιος του Ανδρέου Μαμωνά, δουκός της Μονεμβασίας, και της Θεοδώρας Παλαιολογίνας, θυγατέρας του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Δ' Παλαιολόγου. Ο Θωμάς Παλαιολόγος, ο νεότερος από τα έξι τέκνα του αυτοκράτορα Μανουήλ Β' και της Ελένης Δραγάτση, νυμφεύθηκε την Κατερίνα Ζακκαρία (κόρη του πρίγκιπα Centurione II Zaccaria), τελευταίου ηγεμόνα του πριγκιπάτου της Αχαΐας, με την οποία απέκτησε τέσσερα τέκνα, την ανατροφή των οποίων -μετά τον πρόωρο θάνατο των γονέων τους- ανέλαβε ο επιφανής λόγιος (και αργότερα καρδινάλιος) Βησσαρίων, φίλος της οικογένειας των Παλαιολόγων. Ο Βησσαρίων, στενός συνεργάτης των Παπών, μερίμνησε ώστε τα τέκνα του Θωμά να ευθυγραμμισθούν με τις απαιτήσεις και τα δόγματα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, προκειμένου να διατηρούν προνόμια και απολαβές.

Μεταξύ των πρωτοβουλιών που είχε αναλάβει την περίοδο εκείνη ο Πάπας Παύλος Β' (1464-1471), προκειμένου να καθυποτάξει στην Αγία Εδρα τη Ρωσία και να προσεταιρισθεί τους Ορθόδοξους Ρώσους, ήταν ύστερα από επίπονες διαπραγματεύσεις η ευόδωση του συνοικεσίου της κόρης του Θωμά Παλαιολόγου, Ζωής, με τον ηγεμόνα της Μόσχας Ιβάν Γ'. Ο Ιβάν απέκτησε 11 τέκνα, από τα οποία ο πρωτότοκος Βασίλι (ο Γ') επρόκειτο να τον διαδεχθεί, ύστερα από σκληρούς αγώνες της Σοφίας προκειμένου να αποκλείσει από τον θρόνο τον εγγονό του συζύγου της Ντμίτρι, από προηγούμενο γάμο του με τη Μαρία του Τβερ. Γιος του Βασίλι Γ', ο Ιβάν Δ' ο Τρομερός (εγγονός της Σοφίας Παλαιολογίνας), ο οποίος βασίλευσε μετά τον πατέρα του (1547-1584).

Θετή κόρη του Μιχαήλ Η', ιδρυτή της δυναστείας των Παλαιολόγων, ο οποίος κατόρθωσε να ανακαταλάβει την Πόλη από τους σταυροφόρους και να περάσει θριαμβευτής από τη Χρυσή Πύλη στα 1261, η Μαρία Παλαιολογίνα, την οποία ο αυτοκράτορας είχε δώσει ως σύζυγο στον Χάνο των Μογγόλων Απαγάν.

Οταν η Μαρία έφτασε στη Μογγολία, δεν άντεξε να παραμείνει επί πολύν χρόνο μακριά από τον τόπο της και τις παραδόσεις της, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και αγόρασε μεγάλη έκταση γης, όπου υπήρχε ήδη από τον 10ο αιώνα μικρός ναός «της Παναγιώτισσας». Η Μαρία Παλαιολογίνα επανίδρυσε τον ναό και αφιέρωσε πολλά κειμήλια και πολύτιμα σκεύη και, επειδή η ίδια θεωρούνταν «Δέσποινα των Μογγόλων», ο ναός ονομάστηκε Παναγία των Μογγόλων ή -με την παραφθορά της ονομασίας αυτή που έφθασε ως τη σύγχρονη εποχή- Παναγία του Μουχλίου ή Μουχλιώτισσα.

Η Παναγία η Μουχλιώτισσα διέφυγε τη μετατροπή της σε τέμενος, παρέμεινε ναός χριστιανικός, που λειτουργεί από την ορθόδοξη κοινότητα και διατήρησε αμυδρά, έστω, τα ίχνη της αίγλης της εποχής που κάλυψαν «αι αράχναι», καθώς με την Αλωση «εξύφανον τα υφάσματά των εν τοις των Καισάρων Παλατίοις, εκ δε των νυκτερινών κραυγών των γλαυκών αντήχησαν οι θόλοι του Εφρασιγιάπ».