Αρ. Βαλαωρίτης: Ο λόγιος υπέρμαχος των δικαίων του έθνους

Σε ιδιαίτερα κρίσιμες εποχές για τη χώρα είχε την τόλμη και την ευαισθησία να αφιερώσει τη ζωή του στους αγώνες για την ένωση των Ιόνιων Νήσων με την Ελλάδα

Από τον 
Νίκο Παπουτσόπουλο*

Μα ό,τι και να 'φερα, Ποιητή, με το δικό μου χέρι / δάφνες αν είναι κι έλατα του αιώνιου Παρνασσού / δεν είναι τίποτα μπροστά σ' εκείνο πο 'χει φέρει / κι η ταπεινότερη καρδιά μπροστά Σου του νησιού...». Με τους στίχους αυτούς ο Αγγελος Σικελιανός ύμνησε τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, στα 1925 στη Λευκάδα, κατά τη διάρκεια των εορταστικών εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή και πολιτικού, ο οποίος σε ιδιαίτερα κρίσιμες εποχές για τη χώρα είχε την τόλμη και την ευαισθησία να αφιερώσει τη ζωή του στους αγώνες για την ένωση των Ιόνιων Νήσων με την Ελλάδα, με «μία και αδιαίρετη πολιτεία υπό το συνταγματικό σκήπτρο του βασιλέως Γεωργίου A'».

Σχεδόν ταυτόχρονα με την ίδρυση της Ιονίου Βουλής, ο πόθος για την ενσωμάτωση με την υπόλοιπη ελεύθερη Ελλάδα είχε κορυφωθεί, όπως καταδεικνύει και ένα ξέσπασμα του Βαλαωρίτη σε μία από τις συνεδριάσεις: «Η Επτάνησος υπ' ουδεμιάς άλλης ιδέας αφαρπάζεται, ειμή υπό της ιδέας της εθνικής αποκαταστάσεως».
Οι συμπατριώτες του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη τον εξέλεξαν παμψηφεί βουλευτή Λευκάδας, αν και ο ίδιος απουσίαζε την περίοδο εκείνη από το νησί. Εκπροσώπησε επάξια την πατρίδα του στην Ιόνιο Βουλή από το 1857 ως τα 1864, έως το έτος που χάρη και σε δικές του τιτάνιες προσπάθειες ολοκληρώθηκε η ένωση. «Δάκρυα μοι βρέχουσι τους οφθαλμούς», σημείωνε σε επιστολή προς τη σύζυγό του, «ενώ σοι γράφω ταύτα. Ο θρίαμβός μου ήτο ατελής, αφού δεν ήσο και συ πλησίον μου. Εάν επέπρωτο να αποθάνω, θα κατηρχόμην ευχαριστημένος, υπερευχαριστημένος εις τον τάφον, πεπεισμένος ότι εξεπλήρωσα το καθήκον μου ως πολίτης και ως Ελλην. Την πολιτικήν διαθήκην, δυνάμει της οποίας εξασφαλίζεται εις τα τέκνα μου η εθνικότης των, εγώ την συνέταξα, εγώ την έγραψα, ο πατήρ των, ο Αριστοτέλης σου».

Αφιέρωσε τις προσπάθειές του για την απελευθέρωση των υπόδουλων της Ανατολής, επισκέφτηκε τη Σερβία, το Μαυροβούνιο, την Ηπειρο, τη Θεσσαλία, είχε μυηθεί στα επαναστατικά σχέδια για την εξέγερση Ελλήνων και Σλάβων κατά των Τούρκων, και είχε κλείσει στα όνειρά του την ολοκλήρωση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας. Ο Βαλαωρίτης ήταν ο λόγιος εκπρόσωπος του λαϊκού αισθήματος: Η προσωπικότητά του, η μεγαλοπρέπεια και η παραστατικότητα της έκφρασης, η ευφράδεια πρόσθεταν στις πύρινες και ενθουσιώδεις ομιλίες και αγορεύσεις του μιαν ακαταμάχητη γοητεία. 

Με αμεσότητα και ειλικρίνεια προωθούσε τα ιδανικά και τα οράματά του, παρουσίαζε ανάγλυφα την πραγματικότητα, μετέφερε ατμόσφαιρα βεβαιότητας και αισιοδοξίας, ενώ με την άνεση και της ποιητικής του ιδιοσυγκρασίας δημιουργούσε τις προϋποθέσεις αποδοχής της ιδεολογίας του.
«Θέλω να μεταβιβάσω ακηλίδωτον εις τα τέκνα μου την κληρονομίαν του ονόματός μου, θέλω να απαλλαχθώ της βαρείας ευθύνης, ήτις πιέζει την κεφαλήν μου, θέλω να δυνηθώ να είπω ότι εξεπλήρωσα το καθήκον μου, ότι δεν παρεβίασα τον όρκον μου, ότι ου μόνον εψήφισα την Ενωσιν, αλλά και έπραξα το κατά δύναμιν υπέρ της ταχείας και αμέσου εκπληρώσεως του έργου εξ ου κρέμαται σήμερον η ζωή της Ελλάδος» είχε υπογραμμίσει σε ομιλία του κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, τον Οκτώβριο του 1863. Μικρονοϊκές πολιτικές, έξαρση πολιτικών παθών και κομματικές διαμάχες συχνά οδηγούσαν στην απόγνωση τον φλογερό μαχητή της ελευθερίας και πρόμαχο των δικαίων του ελληνικού λαού, και εξέφραζε την πρόθεσή του να απομακρυνθεί από τον δημόσιο βίο. Ωστόσο, ύστερα από επιμονή των συμπολιτών του αποφάσισε τελικά να θέσει υποψηφιότητα και εξελέγη βουλευτής στις πρώτες ελληνικές βουλευτικές εκλογές του 1865, τις οποίες διεξήγαγε η κυβέρνηση Κουμουνδούρου με βάση τον νόμο που είχε ψηφίσει η Β' Εθνική Συνέλευση και που προέβλεπε έναν βουλευτή για κάθε 10.000 ψυχές.

Παρέμεινε ασυμβίβαστος και ακλόνητος στα ιδανικά και στις αξίες του, και σε συνεδρίαση της Βουλής στα 1865, όταν ο Δεληγιώργης τού συνέστησε «φιλικά» να αποσυρθεί από την πολιτική, απάντησε ότι επιθυμία του είναι να απομακρυνθεί το ταχύτερο δυνατόν από τον χώρο αυτόν, και συμπλήρωνε με ιδιαίτερη έμφαση: «Αλλά ας μη σπεύδη ο κύριος Δεληγιώργης. Ελεύσεται ώρα, καθ' ην η απελπισία θέλει υποχρεώσει πολλούς να ζητήσωσι παραμυθίαν τινά εντός των κόλπων της οικογενείας των».

Είχε αντιδράσει, επίσης, στην επιβολή φορολογίας στα Επτάνησα, σύμφωνα με το φορολογικό σύστημα του ελληνικού κράτους: «Το φορολογικόν σύστημα επαχθέστατο εν Ελλάδι δεν δύναται να εφαρμοσθή παρ' ημίν». Αγωνίστηκε με όλες τις δυνάμεις του για την ενότητα του έθνους και υποστήριζε ότι η προσήλωση στον θεσμό της μοναρχίας αποτελεί παράγοντα σταθερότητας. Στη δίνη των πολιτικών εξελίξεων που συχνά προξενούσαν ο ξένος παράγοντας και τα μικροσυμφέροντα των πολιτικών, στρέφεται με ρητορική δεινότητα και ποιητικό στοχασμό εναντίον των Μεγάλων Δυνάμεων, που καταδυναστεύουν τα Επτάνησα και το νεοσύστατο ελληνικό κράτος. 
«Τι Ρήγας, τι Ρηγόπουλα! Είν' ο καινούριος κύρης / που πλάκωσε με ξένο βιο να γένει νοικοκύρης. / Παλιόφραγκοι, που πέφτουνε σαν όρνια στα ψοφίμια / εκείνοι πάντα κυνηγοί και πάντα εμείς αγρίμια» («Φωτεινός ο Ζευγολάτης», «Ασμα Πρώτον»).

Στις εκλογές του 1862 οι Αγγλοι συμμετείχαν ενεργά σε κινήσεις, προκειμένου ο Βαλαωρίτης να αποτύχει, αν και είχε πλέον κατακτήσει την εκτίμηση των συμπολιτών του αλλά και όλων των Ελλήνων. Μέλος, πλέον, της Βουλής είχε όλο το θάρρος να αναγνώσει σε έντονο ύφος, προ του Αγγλου αρμοστή Ερρίκου Σταρξ, τον Μάρτιο του 1862, νέο ψήφισμα για την ένωση, το οποίο αποτελούσε ταυτόχρονα ένα σκληρό κατηγορητήριο εναντίον της Υψηλής Προστασίας. Στις 22 Ιουλίου 1864, την ημέρα της ορκωμοσίας των Επτανήσιων βουλευτών, όταν αγόρευσε ο Βαλαωρίτης, η ομιλία του συγκλόνισε το πολυπληθέστατο ακροατήριο, ώστε μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού αποφάσισαν να διακόψουν τη συνεδρίαση με το τέλος της αγόρευσης του Λευκαδίτη ποιητή, ενός από τους σημαντικούς εκφραστές της Επτανησιακής Σχολής. Παρόμοιο ρητορικό θρίαμβο επρόκειτο να γνωρίσει στην πρώτη μέρα μετά την Εθνοσυνέλευση, στις 18 Ιανουαρίου 1866, με αφορμή την έναρξη της Κρητικής Επανάστασης, τη στιγμή που οι Μεγάλες Δυνάμεις υποχρέωναν την Ελλάδα να αποδεχθεί τους όρους του τουρκικού τελεσιγράφου και να διακόψει κάθε έμπρακτη βοήθεια προς τη Μεγαλόνησο. Αγόρευε πάντοτε ως ανεξάρτητος βουλευτής για την κατάκτηση των δικαιωμάτων και την εκπλήρωση των προσδοκιών του έθνους, υπηρετούσε υποδειγματικά τις ηθικές του αρχές και αξίες, στις οποίες παρέμεινε σταθερός μέχρι τέλους.

Η απογοήτευσή του κορυφώθηκε με τις εσωτερικές διαμάχες, τα πολιτικά πάθη, τη βουλευτοκρατία, τις νοθείες στις εκλογές του 1868, τις αυθαιρεσίες της κυβερνητικής παράταξης. Στα 1868, οι υποστηρικτές των Αλέξανδρου Κουμουνδούρου και Δημητρίου Βούλγαρη κέρδισαν την πλειοψηφία των 184 εδρών, αλλά ο Βαλαωρίτης αρνήθηκε να προσχωρήσει σε κομματικά σχήματα και απέρριψε τρεις κυβερνητικές προτάσεις για ανάληψη υπουργικών χαρτοφυλακίων. Παρορμητικός, ασυμβίβαστος και αδέκαστος, έφτασε στο σημείο να χειροδικήσει εναντίον των αδελφών Ιακωβάτων, βουλευτών του Βούλγαρη, να παραιτηθεί από το βουλευτικό αξίωμα και να αποσυρθεί. 

Στα ποιήματά του, ο Βαλαωρίτης υμνεί τα ηρωικά κατορθώματα των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, και αναπολεί τις εποχές των αγώνων και του κλέους των Ελλήνων. Αλλωστε, το έτος της γέννησής του (1824) συμπίπτει με την απόπειρα του Κωνσταντίνου Κανάρη να πυρπολήσει τουρκική φρεγάτα, κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας της Σάμο. Στα 1877 επισκέφτηκε τον πυρπολητή στην Κυψέλη και έμεινε έκπληκτος με τις «μετά παιδικής σχεδόν αφελείας» διηγήσεις του. Αφιέρωσε ποίημά του στον Κανάρη, στο «παρήγορο δοξάρι / όπου εβασίλευε παληό, κατάπυκνο σκοτάδι / ότ' ένα Γένος σύψυχο στου λάκκου σου τον Αδη / θα εδρόσιζε με κλάμματα, οπού θα ν' ανάβρανε / μέσ' απ' τα φυλλοκάρδια του κι αθάνατα θα να 'ναι / ότι θα σκύψει ξέσκεπος εμπρός στα λείψανά σου / να σε φιλήση εγκαρδιακά, Κανάρη, ο Βασιλιάς σου».

«Στον “Φωτεινό”», σημειώνει ο επίσης Λευκαδίτης Αγγελος Σικελιανός, «η ψυχική του δύναμη τραβάει ακέρια προς τις ρίζες. Κατεβαίνει χονικά πιο πέρα από τις φανταχτερές εικόνες των ηρωισμών του '21, πιο βαθειά απ' τους πρόσφατους αρματολούς και κλέφτες, σκάβει, σκάβει μ' όλη την ψυχή του, για να συναντήσει τα πρωτοθεμέλια της μεγάλης νεοελληνικής Λευτεριάς. Και κει που σκάβει, ξάφνου ακούει το τσαπί του να χτυπάει σε κάτι αθάνατο και μονομιάς από κάτω απ' το τσαπί του αναβρύζει, ξεχειλίζοντας τα χώματα μια υπέρτατη πηγή: ο “Φωτεινός” ή η “Επανάσταση της βουκέντρας”. Από τη στιγμή αυτή, ο Βαλαωρίτης είναι ο λαός κι ο λαός Βαλαωρίτης!». 
«Είδε οι καιροί που 'σαν κακοί, φαρμακεμέν' οι χρόνοι / ολόγυρά του συγνεφιά... Χίλιων λογιών θερία / εξέσχισαν το γένος του και παντοχή καμμία / Συντρίμματα και χαλασμοί. Γαύρα παντού και λύσσα!»

Στις 21 Μαΐου 1864 τα Επτάνησα εντάσσονται στην Ελλάδα. 
Στο Κάστρο της Κέρκυρας υψώνεται η ελληνική σημαία.