Η ψυχολογία της θρησκείας

Ο Φρόιντ πιστεύει ότι στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα συναντώνται οι αρχές της θρησκείας, ενώ αντίθετα ο Α. Αντλερ απορρίπτει τη libido ως γενεσιουργό αιτία

Από τον
Παντελή Βασματζίδη*

Πατέρας της ψυχολογίας της θρησκείας θεωρείται ο ιερός Αυγουστίνος. Στο έργο του «Εξομολογήσεις», 4ος αι., αναλύει το θρησκευτικό βίωμα από ψυχολογικής άποψης και επεξεργάζεται δύο βασικά θέματα στα οποία εστιάστηκε η θεολογική και η φιλοσοφική σκέψη, τον θεό και την ψυχή. Πρώτος αυτός εισάγει τη βουλησιαρχία στα θρησκευτικά ζητήματα, σύμφωνα με την οποία η πίστη δεν στηρίζεται σε λογικές βάσεις, αλλά σε έναν συνδυασμό βούλησης και συναισθήματος. Επηρεασμένος από τον Πλάτωνα και τον Πλωτίνο, διακρίνεται για την τάση του προς τον ενορατικό μυστικισμό.

Μετέπειτα οι μυστικοί της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, βασιζόμενοι σε συνδυασμό βούλησης, συναισθήματος και ασυνειδήτου, αναλύουν την έννοια του μυστικισμού, που θεωρείται ο ουσιαστικότερος τύπος του θρησκευτικού βιώματος. Ωστόσο, η συστηματική ανάπτυξη της ψυχολογίας της θρησκείας άρχισε περί τα τέλη του 19ου αιώνα, με την εμφάνιση ειδικών έργων ψυχολογίας της θρησκείας, που επηρέασαν τους Ευρωπαίους. Σε αυτή την κατεύθυνση, μεγάλη επίδραση άσκησαν ψυχαναλυτές της ψυχολογίας του βάθους με κλινικές μελέτες επί της θρησκείας, όπως οι Φρόιντ, Αντλερ και Γιουνγκ και από τους νεοφροϊδιστές, ο Ε. Φρομ.

Για τον Σ. Φρόιντ (1856-1939) πηγή της θρησκείας είναι η σεξουαλική ορμή που εδράζεται στο ασυνείδητο. Στο έργο του «Τοτέμ και ταμπού», 1913, βασιζόμενος στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα, αναφέρει ότι εξαιτίας της σεξουαλικής ορμής ο πρωτόγονος άνθρωπος οδηγείται στον φόνο του αρχέγονου πατέρα, στην ανάδυση της πρωτογονικής ενοχής για τον θάνατό του, που βαραίνει κατόπιν όλο το ανθρώπινο γένος, και στη δημιουργία της πρώτης θρησκείας, τον τοτεμισμό. Κάτι ανάλογο αναφέρεται εξελικτικά και στην περίπτωση της μονοθεϊστικής θρησκείας του Ισραήλ στο βιβλίο του «Μωυσής και μονοθεϊσμός», 1938, καθώς και στο πρόσωπο του Μωυσή επαναλαμβάνεται ο φόνος του αρχέγονου πατέρα από τους Εβραίους.

Ο Φρόιντ πιστεύει ότι στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα συναντώνται οι αρχές της θρησκείας. Καθώς η οιδιπόδεια επιθυμία οδηγεί στην πατροκτονία και στην ανάδυση ενοχών εξαιτίας αυτής της πράξης, ο άνθρωπος για να εξιλεωθεί μετουσιώνει το αρχικό μίσος από την αντιζηλία και τον φόβο του για τιμωρία σε αγάπη προς τον πατέρα. Η αγάπη αυτή εξιδανικεύει και εξυψώνει τον πατέρα στη θέση του θεού, σε μια καλοηθέστερη φιγούρα, επειδή ο θεός - πατέρας είναι πανάγαθος, στοργικός και υπόσχεται την ουράνια ευτυχία σε εκείνους που με την καταπίεση των ορμών τους τη στερήθηκαν στη γη. Ετσι, θεωρεί τη θρησκεία ομαδική νεύρωση, ως παράκαμψη της πραγματικότητας και καταφυγή στην αυταπάτη («Το μέλλον μιας αυταπάτης», 1927). Η λατρεία στον θεό και η πίστη σε ένα απόλυτο σύστημα αξιών, που ανήκουν σε αυτόν, είναι ίσως αναγκαίο παραμύθι για να διατηρηθεί κάποια επίφαση νόμου και τάξης, έως ότου προοδεύσει αρκετά σε σοφία η ανθρώπινη ψυχή για να καταφέρει να αποβάλει οποιαδήποτε χίμαιρα στην οποία είναι προσκολλημένη.

Ο Βιενέζος ψυχαναλυτής Α. Αντλερ, (1870-1937), σε αντίθεση με τον αιτιοκρατικό ντετερμινισμό του Φρόιντ, που τόνισε τη βιολογική πλευρά του ατόμου, τα ένστικτα, τις ορμές και την κληρονομικότητα, ακολουθεί την τελεολογική κατεύθυνση (τέλος= σκοπός). Απορρίπτει τη libido ως γενεσιουργό αιτία της θρησκείας και ανάγει τα αίτια της τελευταίας στο αίσθημα κατωτερότητας και στην τάση για επιβολή και κυριαρχία. Βλέπει την ψυχική ζωή του ανθρώπου ως μια πορεία από ένα αίσθημα κατωτερότητας προς έναν σκοπό ανωτερότητας, που με τη μορφή κάποιου ιδανικού εντάσσεται στο πλάνο ζωής καθενός, αναπληρώνει προοδευτικά το κενό που δημιούργησε το αίσθημα κατωτερότητας και δίνει τελικά ενότητα και ολοκλήρωση στην προσωπικότητα.

Η τάση για υπεροχή και υπερνίκηση του αισθήματος της κατωτερότητας κατευθύνει τον άνθρωπο προς την τελείωση. Ο θεός είναι αυτή η τάση για ολοκλήρωση και τελειότητα. Είναι το «ιδεώδες του εγώ» που οδηγεί τον άνθρωπο να ξεπεράσει την κατωτερότητά του και να γίνει τελικά, μέσα από το πλάνο ζωής που ακολούθησε, αυτό που θα ήθελε να είναι. Η ομαλή λειτουργία αυτής της τάσης μάς οδηγεί σε ομοίωση με τον θεό, ανεξάρτητα από το ότι δεν μπορούμε αντικειμενικά να αποδείξουμε την ύπαρξή του.

Ο Ελβετός ψυχαναλυτής Κ. Γιουνγκ (1875-1961) τοποθέτησε την πηγή της θρησκείας στα βαθύτερα στρώματα του ψυχικά κληρονομημένου ασυνείδητου, δηλαδή του συλλογικού ασυνείδητου. Θεώρησε ότι το άτομο, πέρα από το δικό του ατομικό ασυνείδητο, κουβαλά κληρονομικά το ασυνείδητο των προγόνων του, απ’ όπου αναφύονται οι αρχέτυποι ή τα αρχέτυπα. Είναι προδιαθέσεις, αρχέγονες ψυχικές εικόνες, δεδομένου ότι απεικονίζουν το καταστάλαγμα της εμπειρίας που βιώθηκε από τις παρελθούσες γενεές, και είναι ριζωμένες σε ό,τι κοινό έχουν οι άνθρωποι μεταξύ τους διαμέσου των αιώνων.

Το αρχέτυπο θεός κατέχει κεντρική θέση στο σύστημα των αρχετύπων. Αντιπροσωπεύει την ενοποίηση, γι’ αυτό ο βίαιος αποχωρισμός από αυτό προκαλεί τη διάσπαση της προσωπικότητας. Αντίθετα, η εισβολή του από το ασυνείδητο στην περιοχή της συνείδησης, όπου εδράζεται το θρησκευτικό βίωμα, συντελεί στην ολοκλήρωση της διαδικασίας εξατομίκευσης, δηλαδή στην ενοποίηση του ανθρώπου. Ετσι, το άτομο ταυτιζόμενο με το αρχέτυπο, διαδικασία που συμβαίνει στο δεύτερο ήμισυ της ζωής του, μπορεί να ενωθεί με τον θεό, να γίνει θεός και άνθρωπος ή ένας θεός στον άνθρωπο.

Σε αντίθεση με τον Φρόιντ, που υπήρξε άθεος, ο Γιουνγκ θεωρεί ότι η πνευματική σφαίρα διαθέτει μια ψυχολογική πραγματικότητα που δεν μπορεί να ερμηνευτεί στο σύνολό της, γι’ αυτό πιστεύει ότι την ψυχανάλυση δεν θα πρέπει να την απασχολεί η αντικειμενική πραγματικότητα για την ύπαρξη του αρχέτυπου θεός. Θεός είναι η φωνή που υπάρχει μέσα μας, που λέει τι πρέπει να κάνουμε ή όχι· αυτό που ο κόσμος απλά αποκαλεί συνείδηση.

Ο Ε. Φρομ, νεοφροϊδιστής, κοινωνιολόγος και ψυχολόγος (1900-1980), θεωρεί ότι το οιδιπόδειο σύμπλεγμα δεν θεμελιώνεται στην ερωτική ορμή, αλλά στην παιδική επιθυμία να παραμείνει κάποιος δεμένος με προστατευτικές φιγούρες. Αυτή η επιθυμία για προστασία οδηγεί σε αναζήτηση καταφυγίου στον θεό. Ομως, μια τέτοια θρησκεία είναι «εξουσιαστική», επειδή ενισχύει την υποταγή σε μια δύναμη ανώτερη από τον άνθρωπο, σε αντίθεση με την «ανθρωπιστική» μορφή της θρησκείας, που καθιστά επίκεντρο τον άνθρωπο και τη δύναμή του. Η διάκριση αυτή μεταξύ εξουσιαστικής και ανθρωπιστικής θρησκείας όχι μόνο διαχωρίζει κάθετα τις διάφορες θρησκείες, αλλά μπορεί να υπάρχει μέσα και στην ίδια θρησκεία. Για παράδειγμα, ο χριστιανισμός στα πρώτα χρόνια είναι «ανθρωπιστικός». Αργότερα, καθώς καθίσταται θρησκεία των κυβερνώντων στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, κυριαρχούν οι απολυταρχικές τάσεις.

Ωστόσο, στόχος του ανθρώπου είναι να αναπτύξει τη δύναμή του στον ανώτερο βαθμό. Το δημιουργικό αυτό στοιχείο εκδηλώνεται δυναμικά μέσα από τη μυστικιστική σκέψη, που αποτελεί την πραγματική ουσία της θρησκείας. Η μυστικιστική σκέψη δεν βασίζεται στον φόβο και στην υποταγή, αλλά στην αγάπη και τη διεκδίκηση των δυνάμεων του ατόμου. Ετσι, ο θεός δεν αναπαριστά σύμβολο ισχύος επί του ανθρώπου, αλλά τις δυνάμεις του ίδιου του ανθρώπου και, επομένως, η θρησκεία μπορεί να οδηγήσει στο να αναπτυχθούν οι ανώτερες ανθρώπινες δυνατότητες. Δεν έχει σημασία εάν ανήκουμε σε κάποια θρησκεία, αλλά σε τι είδους θρησκεία.

Συγγραφέας - ψυχίατρος