Η αντιπαροχή των αγαθών της εθνικής κληρονομιάς

Η γνώση μόνον είναι ανεπαρκής για την άμεση λήψη μέτρων που θα σκοπεύουν στην προστασία και τη διαφύλαξη των θησαυρών, αν παραμένει μόνον σε στάδια καταγραφής και απεικόνισης

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Στιγμιότυπα σύγχρονης εποχής που πρόωρα έσβησε η δίνη μιας βίαιης ανάπτυξης καταγράφει συχνά ο φακός στις ασπρόμαυρες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Η Αθήνα της δεκαετίας του 1950 είναι μία γραφική πολιτεία που διατηρεί έντονα τα ίχνη του πολιτισμικού παρελθόντος και ταυτόχρονα μία σύγχρονη πόλη, που αναπτύσσεται αρμονικά, με ήπιους ρυθμούς και σεβασμό στα ανθρώπινα μέτρα, την αττική φύση, ενώ αναδεικνύει τα μοναδικά ιστορικά της μνημεία, τα οποία παραμένουν ο ανεξάντλητος θησαυρός και η ακαταμάχητη γοητεία της.

«Η Αθήνα έχει πολλά μνημεία ακόμα, που θάκαναν υπερήφανη οποιαδήποτε άλλη πόλη του κόσμου» σημείωνε ο Χρήστος Ζαλοκώστας και συνέχιζε λέγοντας ότι «καθώς από τα εδώλια του θεάτρου του Διονύσου ο άδενδρος Υμηττός απέναντί του φάνταζε με ράχη ελέφα». «Το μνημείο του Λυσικράτους, η Πύλη του Αδριανού, η Καπνικαρέα, αν έστεκαν στη Νέα Υόρκη ή το Βερολίνο, θα τους άξιζε προσκύνημα. Εδώ, κάτω από την Ακρόπολι, σκοτώνονται, μοιάζουν τόσο ασήμαντα που τα προσπερνούμε».

Ηταν επόμενο η φυσιογνωμία της πόλης να ακολουθήσει τις αλλαγές, ώστε να είναι σύμφωνες με την υιοθέτηση νέου τρόπου ζωής, ηθών, αισθητικής και προτιμήσεων των κατοίκων της: απαίδευτοι θιασώτες πρόσκαιρων ανέσεων και χλιδής, που αφειδώς προσέφερε αόρατος θίασος καιροσκόπων, εγκατέλειψαν τα ασφαλή και οικεία όρια των συνοικιακών τους ικανοτήτων και υπερέβησαν με πρωτοφανή αλλοφροσύνη τα όρια της ματαιοδοξίας τους.

«Περί το τέλος της δεκαετίας του 1950», σημειώνει ο Μάνος Μπίρης, «με την πρωτοφανή απογείωση της ανοικοδόμησης, τα ανώνυμα νεοκλασικά σύνολα της Αθήνας, αποτελούσαν την στοχευμένη λεία των εργολάβων της αττικής γης. Ο νόμος της 30ής Αυγούστου του 1955 τους εδώρισε απλόχερα “συντελεστές δομήσεως” και αυξημένα ύψη. Εκτοτε η νομοθεσία περί των οικοδομικών κανονισμών ακολούθησε ακάθεκτη, παρόμοια κατεύθυνση. Από την άλλη πλευρά, μέσα σε αυτή την απίστευτη έξαρση της ανοικοδόμησης, ελάχιστα κτήρια του αθηναϊκού κλασικισμού (κατά κανόνα δημόσια) θεωρήθηκαν αγαθά Εθνικής Κληρονομίας, ώστε να υπαχθούν στον Νόμο “περί προστασίας ειδικής κατηγορίας οικοδομημάτων, μεταγενεστέρων του 1830”.

Ο Κώστας Μπίρης, ο οποίος εξύμνησε ήδη από το 1938 τον αθηναϊκό κλασικισμό, προσπάθησε -έστω την υστάτη στιγμή- να διασώσει τουλάχιστον τα διακεκριμένα αρχιτεκτονήματα, δηλαδή τα μνημειακά δημόσια κτήρια και τα επώνυμα ιδιωτικά από την “πολυκατοικία”, το “κτήριο των έξυπνων ανθρώπων”, στην θέση “εκείνου που διέπλασε ο προηγούμενος αστικός πολιτισμός”: “Νά με”, έγραφε ο Αθηναίος πολεοδόμος. “Εγώ είμαι το κτήριο το σύγχρονο της Αθήνας, το κτήριο των έξυπνων ανθρώπων της εποχής μου. Επρεπε να παρουσιασθώ εγώ, για να αποδειχθή πως δεν είχαν καθόλου μυαλό οι προηγούμενες γενεές. Εθυσίαζαν εκείνες, πρώτα-πρώτα τα οικόπεδα για να κάνουν πλατείες, πάρκα και λεωφόρους. Πόσα οικόπεδα -και τί οικόπεδα- δεν πήγαν χαμένα για να γίνη αυτή η Ομόνοια, αυτή η λεωφόρος Πανεπιστημίου, αυτή η πλατεία Συντάγματος, το Ζάππειο... Και σαν να μην έφθανε η ανοησία τους αυτή, έκτιζαν μόνο δυόμιση έως τρεις ορόφους, για να γίνη, λέει, κανονική η κατανομή της οικοδομήσεως στην πόλη και ομοιόμορφη και ήρεμη η όψη της!... Επτά ορόφους έχω εγώ τώρα και σκεπάζω το οικόπεδο πέρα ως πέρα”, διαλαλούσε η νέα εργολαβική οικοδομή, διευκρινίζοντας μάλιστα: “...μιλώ περί της γενεάς έξυπνων ανθρώπων που εφήρμοζαν και στους νόμους του Κράτους, την αρχή του ό,τι αρπάξης”».

Στα έτη των Μνημονίων, των οικονομικών συμβιβασμών και νέων απαλλοτριώσεων η αντιπαροχή απαξίωσε και απαλλοτρίωσε ακόμη και τα «αγαθά της Εθνικής Κληρονομίας», ενώ μία νέα φυλή, χωρίς ίχνος αστικής συνείδησης και συναισθηματικών συνδέσμων, εποίκησε το άλλοτε «κλεινόν άστυ».

Στις πλατείες και τις κεντρικές οδούς καταγράφονται συχνά μεσαιωνικές σκηνές, όπου ορδές περιπλανώμενων και ζητιάνων, μισοπεθαμένοι από την πείνα και την αρρώστια, περικύκλωναν τους εύπορους και τους άρπαζαν από τα μπράτσα, τους έδειχναν τις πληγές τους και τους ανάγκαζαν να ζουν μονίμως με τον φόβο της μόλυνσης και της εξέγερσης. «Είναι αδύνατο να κατηφορίσεις ένα δρόμο ή να σταματήσεις σε μιά πλατεία» έγραφε κάτοικος της Βενετίας στα μέσα του 16ου αιώνα, «χωρίς να σε περικυκλώσει ένα πλήθος που ζητιανεύει ελεημοσύνη: βλέπεις την πείνα χαραγμένη στα πρόσωπά τους, τα μάτια τους σαν δαχτυλίδια δίχως πετράδι, την κακουχία των αποστεωμένων σωμάτων τους». «Η μετανάστευση, η ζωή του πλάνητα και τα ''εγκλήματα κατά της περιουσίας'' αποτελούσαν τμήμα της αντίστασης στην εξαθλίωση και την αποστέρηση. Ηταν φαινόμενα που στον Μεσαίωνα πήραν μαζικές διαστάσεις. Αν πιστέψουμε τα παράπονα των αρχόντων της εποχής, παντού υπήρχαν ορδές πλάνητων που άλλαζαν πόλεις, περνούσαν τα σύνορα, κοιμόντουσαν στις θημωνιές ή συνωστίζονταν στις πύλες των πόλεων, ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων που ζούσε τη δική του διασπορά και για δεκαετίες ξέφευγε από τον έλεγχο των αρχών», σύμφωνα με τη S. Federici.

Μέσα από εικαστικούς περιπάτους, ανέξοδες ιερεμιάδες, εικαστικές παρεμβάσεις και φωτογραφικά λευκώματα διακρίνεται η επιθυμία της επανασύνδεσης του λαού με την ιστορική του συνείδηση, από την οποία έχει έντεχνα αποκοπεί οριστικά: η παραποίηση και ο χλευασμός της ιστορίας του από τους φωστήρες της μετανεωτεριστικής ερμηνείας έχουν συντελέσει στην καταστροφή, στη διάλυση και την αποσύνθεση κάθε ιστορικού και πολιτισμικού συνεκτικού στοιχείου του λαού. Μάρτυρες της άγνοιας και της λήθης του απροκάλυπτου κρατικού εμπαιγμού, της αδιαφορίας και της εγκατάλειψης, τα μνημεία Ιστορίας, οι αρχιτεκτονικοί θησαυροί του πρόσφατου παρελθόντος, οι σωροί των ερειπίων, τα σταθερά συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας, που συνθέτουν τον χωρόχρονο, συνδέουν τις εποχές και φαντάζουν όντα μυθικά, απόκοσμα στο φως της σελήνης της αττικής αιθρίας, όταν «Μενεξεδένιο αίμα γοργοστάζ' η Αθήνα / Κάθε που την χτυπάν του Δειλινού τα βέλη. / Της ιερής ελιάς εδώ ναοί και οι κάμποι / Ανάμεσα στον όχλο εδώ που αργοσαλεύει / Κάθετ' απάνου σ' ασπρολούλουδο μιά κάμπη, / Ο λαός των λειψάνων ζη και βασιλεύει / Χιλιόψυχος. Το πνεύμα και στο χώμα λάμπει./ Το νιώθω. Με τα σκοτάδια μέσα μου παλεύει» (Κ. Παλαμάς).

«Οι εκπαιδευτικές διαδρομές πάνω στο ίχνος των ιστορικών ρυθμών της Ακρόπολης και η εκπαιδευτική διαδρομή στο κέντρο της Αθήνας καθιερώθηκαν σχεδόν σε όλες τις επιμέρους φάσεις του μαθήματος της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής, τόσο στα ειδικά μαθήματα του προπτυχιακού όσο και στο ευρύ φάσμα μαθημάτων σε μεταπτυχιακό επίπεδο» σημειώνει ο Μάνος Μπίρης στις «συναντήσεις» του. «Αυτές οι επισκέψεις -όπως και εκείνες στον Ιερό Βράχο- συνέπιπτε να γίνονται Απρίλιο ή Μάιο και πάντοτε το απομεσήμερο, όταν ήταν κλειστά τα καταστήματα, συνοδευόμενες συνήθως από το αμείλικτο αθηναϊκό λιοπύρι».

Για τους αρχαίους κατοίκους που αναζητούσαν αναψυχή κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών, η περιοχή του Ιλισού, όπου και μικρή πηγή, ήταν τόπος ιδανικός για μελέτη και περισυλλογή. Την 12η του μηνός Σκιροφοριώνος (Ιουνίου) λιτάνευαν με τιμές το σκίρον, το αλεξήλιο, το λευκό σκιάδειο («Σκιροφόρια» ή «Σκίρα», αθηναϊκή εορτή), από την Ακρόπολη στον ναό της Αθηνάς Σκιράδος, στη θέση Σκίρον (ή Σκίρα), δυτικά της πόλης των Αθηνών (όπου και ομώνυμος χείμαρρος). Τη λιτάνευση του λευκού σκιάδειου της θεού αναλάμβανε η αρχαία ιερατική φυλή των Ετεοβουταδών και συνόδευε την ιέρεια της Αθηνάς, τους ιερείς του Ποσειδώνος και του Ηλίου στο ιερό της Σκιράδος. Εκεί, κατά το έθιμο, κάλυπταν το άγαλμα της Αθηνάς με λευκή σκόνη, για να καταδείξουν στην θεό την ξηρασία της γης και να ικετεύσουν ταυτόχρονα για τη σύντομη επάνοδο στην ευφορία και τη βλάστηση. Αρχαία διήγηση αναφέρει πως όταν ο Θησεύς επέστρεψε από την Κρήτη, κατασκεύασε ένα ομοίωμα της Αθηνάς Σκιράδος από σκίρον (λευκή σκληρή γη, όπως τα τιτανώδη πετρώματα της Αττικής, τα οποία φλέγονται και ξηραίνονται ιδιαίτερα κατά τις θερμές ημέρες του Ιουνίου), το οποίο μετέφερε με πομπή στην πόλη.

Είναι γνωστό πως από τα αρχαία χρόνια οι Αθηναίοι εκδήλωναν ζωηρό ενδιαφέρον για την αισθητική της πόλης τους, την προβολή και την προστασία των λαμπρών μνημείων της, καθώς και για το φυσικό περιβάλλον, και συχνά περιέγραφαν με μελανά χρώματα την αποψίλωση των δασών και την απογύμνωση της αττικής γης.

Η γνώση μόνον είναι ανεπαρκής για την άμεση λήψη μέτρων που θα σκοπεύουν στην προστασία και τη διαφύλαξη των θησαυρών αυτών, αν παραμένει μόνον σε στάδια καταγραφής και απεικόνισης και αφήνει αμέτοχη την αυτογνωσία και την αγάπη για τα μνημεία της φύσης και του ανθρώπου. Ο κίνδυνος εξαφάνισής τους είναι άμεσος και οι ευθύνες ανήκουν σε όλους, αλλά κυρίως στην Πολιτεία, η οποία επενδύει ελάχιστα στην παιδεία και την ανάδειξη των στοιχείων που προσδιορίζουν τον χαρακτήρα του «πολιτισμού», αρχαίου, νεότερου και σύγχρονου, καθώς και του φυσικού περιβάλλοντος, ιδιαίτερα στην εποχή όπου η αντιπαροχή έχει προχωρήσει και στα αγαθά του εθνικού πλούτου, της κληρονομίας που προσδιορίζει απόλυτα το έθνος των Ελλήνων.