ΤΙ ΑΓΝΟΟΥΝ

Το πρόταγμα της κοινωνίας και η λανθασμένη «ανάγνωση»

Από τον
Μανώλη Κοττάκη

Ακουγα προχθές με προσοχή στο ραδιόφωνο 24/7 τον παλαιό συνάδελφο και νυν υπεύθυνο του γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού Θανάση Καρτερό να αναπτύσσει την επιχειρηματολογία του Μαξίμου για τη συμφωνία με τα Σκόπια. Η -μάλλον αιφνιδιασμένη- κυβέρνηση δείχνει να μην καταλαβαίνει γιατί ξαφνικά τόσες και τέτοιας έκτασης αντιδράσεις για έναν συμβιβασμό ο οποίος στο μυαλό της είναι μετριοπαθής και εθνικά επωφελής.

Ετσι, όλα τα στελέχη της και οι υπουργοί της Αριστεράς, του Θανάση προεξάρχοντος, χθες, προσφεύγουν στην αναλυτική μέθοδο ερμηνείας των γεγονότων που μάθαμε στα αμφιθέατρα και στις οργανώσεις. Επίθεση στη Ν.Δ. και ταύτιση με ακροδεξιά στερεότυπα οιουδήποτε πιστεύει ότι δεν έπρεπε να συμβιβαστούμε με ονομασία που περιέχει τον όρο «Μακεδονία». Στην αντίληψη της Αριστεράς η μετακίνηση Μητσοτάκη προς δυναμικότερες θέσεις συγκριτικά με αυτές του πατρός του ερμηνεύεται ως υποταγή του στην «ακροδεξιά» πτέρυγα Σαμαρά και στην ατζέντα της Χρυσής Αυγής.

Είναι όμως άραγε έτσι ή μήπως η κοινωνία επιβάλλει την άποψή της στην πολιτική τάξη, με συνέπεια στην πραγματικότητα ο κ. Σαμαράς, η Χρυσή Αυγή και όποιος άλλος έχουν στον νου τους οι συριζαίοι να αποτελούν απλά υποσύνολα ενός ευρύτερου ρεύματος που αναγκάζεται να ακολουθήσει ο Κυριάκος για να μην αποκτήσει Ορμπαν στα δεξιά νώτα του;

Θεωρώ ότι το Μαξίμου χάνει τη μεγάλη εικόνα. Χάνει, πρώτον, το γεγονός ότι μεταξύ του 1993, όταν έκλεισε η πρώτη μεγάλη φάση έξαρσης παθών του Μακεδονικού, και του 2018 έχουν μπει στο παιχνίδι δύο γενεές Ελλήνων: οι σημερινοί 17άρηδες και οι σημερινοί 27άρηδες. Πρόκειται για ηλικίες που σήμερα ήρθαν σε επαφή με το εθνικό πρόβλημα. Αγνοούν τις πρότερες φάσεις ωρίμανσής του και τη σταδιακή μετακίνηση της πολιτικής τάξης μας από τη θέση «καμία ονομασία που να περιέχει το όνομα ‟Μακεδονία” ή παράγωγό του» στη σύνθετη ονομασία. Οι δύο αυτές γενεές που συναντούν τώρα τις παλαιές που έχουν παραστάσεις δεν επηρεάζονται από κανέναν Σαμαρά, από καμία Χρυσή Αυγή, από κανέναν Μίκη. Επηρεάζονται απλώς από την κοινή λογική. Οσο παράξενο φαινόταν στον πιτσιρικά 17άρη του 1993, σήμερα σαραντάρη, να χαρίσει το όνομα «Μακεδονία» στους σφετεριστές του, άλλο τόσο φαίνεται και στον σημερινό. Στην πραγματικότητα, η κοινή γνώμη ρυμουλκεί τα κόμματα στις απόψεις της παρά τα κόμματα την κοινή γνώμη.

Το δεύτερο πράγμα που αγνοούν στον ΣΥΡΙΖΑ είναι η μεταβολή της ατμόσφαιρας. Ιδιες πολιτικές σε διαφορετικό κλίμα έχουν διαφορετικό αποτέλεσμα. Αν ένας ηγέτης έφερνε μια λύση σαν τη σημερινή (χωρίς αναγνώριση μακεδονικής εθνότητας) το 2008, όταν η Ελλάδα είχε ισχυρή αυτοπεποίθηση και μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης, το πιθανότερο είναι πως η λύση αυτή (με τα δεδομένα τής τότε εποχής) θα θεωρούνταν έως και θρίαμβος. Η πατρίδα κινούνταν τότε σε άλλη σφαίρα. Αν φέρνεις όμως αυτή τη λύση μετά οκτώ χρόνια Μνημονίων, τα οποία ο λαός βίωσε ως κατάθλιψη, και μετά την ταπείνωση του «όχι» που έγινε «ναι» και θεωρείς από πάνω ότι θα σου φωνάξουν και ζήτω, τότε αγνοείς βασικά πράγματα για την πολιτική. Η κατάσταση μάλιστα γίνεται ακόμη χειρότερη αν αποφασίσεις να αγνοήσεις την πραγματικότητα και επιχειρείς να πουλήσεις επικοινωνιακά το «ξεπούλημα» με το δόγμα της ισχυρής Ελλάδος στα Βαλκάνια που αφήνει πίσω της την... Ψωροκώσταινα.

Οι πολίτες, και να ήθελαν, δεν μπορούν να ξεχάσουν. Την ίδια ελιτίστικη επιχειρηματολογία χρησιμοποίησε η κυβέρνηση Σημίτη το 2000-2004. Οταν παραχωρούσε, έβγαινε στην αντεπίθεση ως η πεφωτισμένη των Βαλκανίων. Και όποιος αμφισβητούσε το ξεπούλημα χαρακτηριζόταν επαρχιώτης και μίζερος. Παράκληση θερμή προς συριζαίους που, αντί να κυβερνούν, τείνουν να γίνουν σχολιαστές των τεκταινομένων της κεντροδεξιάς παράταξης: Σταματήστε να αναλύετε την Ελλάδα του 2018 με μεταπολιτευτικούς όρους 1978. Οταν 17άρηδες χειροδικούν κατά δημάρχων για την Ιστορία και εισαγγελείς παίρνουν το ρίσκο του πειθαρχικού για να σχολιάσουν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον πρωθυπουργό από τα social media, τότε, ναι, συμφωνώ με τον Καρτερό, κάποια μεγάλη τεκτονική πλάκα του πολιτικού συστήματος αποκολλάται. Δεν είναι όμως αυτή που νομίζουμε.