Η ρύπανση ένοχη και για τον διαβήτη

Τα σωματίδια μειώνουν την παραγωγή ινσουλίνης

Συναγερμό σημαίνουν ερευνητές από το πανεπιστήμιο Ουάσινγκτον στο Σεντ Λούις των ΗΠΑ, οι οποίοι ανακάλυψαν ότι η ρύπανση της ατμόσφαιρας, ακόμη και σε επίπεδα εντός ορίων ασφαλείας, συμβάλλει στην αύξηση του διαβήτη παγκοσμίως. Τονίζουν δε ότι στην ατμοσφαιρική ρύπανση οφείλεται το 14% του συνόλου των περιστατικών παγκοσμίως το 2016. 

Στη δημοσίευσή της στο επιστημονικό περιοδικό «The Lancet Planetary Health», η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον καθηγητή Ziyad Al Aly εξηγεί ότι ανέλυσε στοιχεία για περίπου 1.700.000 ανθρώπους χωρίς ιστορικό διαβήτη, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για 8,5 χρόνια, συσχετίζοντας το επίπεδο ρύπανσης στο οποίο εκτέθηκαν με τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη.

Διαπίστωσαν ότι όταν τα επίπεδα της ρύπανσης ανέρχονταν σε 5 έως 10 μικρογραμμάρια σωματιδίων ανά κυβικό μέτρο αέρα, το 21% των συμμετεχόντων στην έρευνα εμφάνισε διαβήτη. Οταν η έκθεση στη ρύπανση ήταν μεταξύ 12 και 14 μικρογραμμαρίων ανά κυβικό μέτρο αέρα, το ποσοστό των ατόμων που εκδήλωσαν διαβήτη αυξήθηκε στο 24%. Μάλιστα, ακόμη και με 2,4 μικρογραμμάρια σωματιδίων ανά κυβικό μέτρο αέρα αυξάνεται ελαφρά ο κίνδυνος διαβήτη.

Οι ερευνητές υπολόγισαν ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση συνέβαλε διεθνώς σε περίπου 3.200.000 νέα περιστατικά διαβήτη το 2016, αριθμός που αντιστοιχεί στο 14% του συνόλου των περιστατικών παγκοσμίως εκείνη τη χρονιά.

Ο μηχανισμός

Οσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η ρύπανση της ατμόσφαιρας οδηγεί στην εμφάνιση του διαβήτη, οι επιστήμονες πιστεύουν ότι τα μικροσκοπικά σωματίδια της ρύπανσης εισδύουν στον οργανισμό προκαλώντας μείωση της παραγωγής της ινσουλίνης. Παράλληλα, προκαλούν χρόνια φλεγμονή εμποδίζοντας το σώμα να μετατρέψει τη γλυκόζη του αίματος (σάκχαρο) σε ενέργεια.

«Η μελέτη μάς δείχνει μια σημαντική σχέση ανάμεσα στην ατμοσφαιρική ρύπανση και στον διαβήτη» δήλωσε ο Al Aly, προσθέτοντας ότι εντόπισαν «αυξημένο κίνδυνο ακόμη και σε χαμηλά επίπεδα ρύπανσης του αέρα, τα οποία θεωρούνται ασφαλή από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας». «Τα στοιχεία μάς δείχνουν ότι τα σημερινά επίπεδα δεν είναι επαρκώς ασφαλή και πρέπει να γίνουν ακόμη πιο αυστηρά» τόνισε.