Ερευνα: Μας «τρώνε» αυτά που τρώμε!

Μελέτη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου καταγράφει τις κακές διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων, που επιβαρύνουν την υγεία

Μπορεί οι γλώσσες των ειδικών να έχουν... μαλλιάσει, ωστόσο φαίνεται ότι οι Ελληνες δεν βάζουν μυαλό και εξακολουθούν να έχουν κακές διατροφικές συνήθειες, επιβαρύνοντας την υγεία τους. Αυτό δείχνει η ενδιαφέρουσα μελέτη που έδωσε στη δημοσιότητα το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, έπειτα από την Πανελλαδική Μελέτη Διατροφής και Υγείας που διεξήχθη σε δείγμα 4.600 ατόμων, με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή Διατροφής του Ανθρώπου Αντώνη Ζαμπέλα. 

Σύμφωνα με τη μελέτη, οι Ελληνες έχουν διατροφικές συνήθειες που προσδίδουν λίπος, κορεσμένα λιπαρά και πρωτεΐνη πάνω από τις συστάσεις. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα κορεσμένα λιπαρά πρέπει να μειωθούν κατά 30% στον υγιή γενικό πληθυσμό και κατά περίπου 50% στα άτομα υψηλού κινδύνου καρδιαγγειακών νοσημάτων, όπως οι υπερχοληστερολαιμικοί και οι διαβητικοί ασθενείς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν σε ειδική ημερίδα, οι Ελληνες έχουν έλλειψη σε βασικές βιταμίνες. Συγκεκριμένα, υπάρχει χαμηλή πρόσληψη των λιποδιαλυτών βιταμινών Α, Ε και Κ, αλλά ιδιαίτερα μεγάλο πρόβλημα με τη βιταμίνη D, λαμβάνοντας επίσης υπόψη το γεγονός ότι υπάρχουν πολύ λίγα τρόφιμα που είναι καλές πηγές της. Στις υδατοδιαλυτές βιταμίνες του συμπλέγματος Β η πρόσληψη είναι ικανοποιητική, όμως χαμηλές είναι οι προσλήψεις του φυλλικού οξέος.

Μάλιστα, όπως αναφέρθηκε, στις ΗΠΑ υπάρχει ήδη νομοθεσία που κάνει υποχρεωτικό τον εμπλουτισμό των αλεύρων με φυλλικό οξύ. Ο σίδηρος επίσης είναι ένα σημαντικό στοιχείο, διότι, λόγω της έμμηνης ρήσης, ένα ποσοστό περίπου 10% των γυναικών έχει ανάγκες υψηλότερες των συστάσεων. Αντίθετα, η πρόσληψη νατρίου ήταν υψηλή, κάτι που αυξάνει τον κίνδυνο υπέρτασης. Ακόμη, η μελέτη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου τονίζει ότι αυξάνονται οι καρδιακές παθήσεις, αλλά μειώνονται οι θάνατοι από αυτές.

Καρδιαγγειακός κίνδυνος

Συγκεκριμένα, ενώ η θνησιμότητα της καρδιαγγειακής νόσου φαίνεται ότι ακολουθεί πτωτική πορεία τα τελευταία 20-30 έτη στην Ελλάδα, η νοσηρότητα και οι συναφείς παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου έχουν αύξηση, που σε ορισμένες περιπτώσεις θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και δραματική.

Περίπου 5% των ανδρών και 2% των γυναικών έχουν υποστεί κάποιο καρδιαγγειακό επεισόδιο, ενώ ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η εμφάνιση της νόσου δεν είναι πια προνόμιο της τρίτης ηλικίας, αλλά αφορά και άτομα πολύ νεότερων ηλικιών, ακόμα και μικρότερα των 35 ετών.

Ευτυχώς, όμως, όλο και περισσότεροι κόβουν το κάπνισμα

Ενα παρήγορο συμπέρασμα που εξήχθη από τη μελέτη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών είναι ότι τα τελευταία χρόνια πολλοί Ελληνες και Ελληνίδες έχουν απομακρύνει από τις καθημερινές συνήθειές τους το κάπνισμα.

Συγκεκριμένα, οι καπνιστικές συνήθειες φαίνεται ότι έχουν σταθεροποιηθεί σε ποσοστά μικρότερα του 40% τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες. Σύμφωνα με τους ειδικούς, τα προηγούμενα χρόνια τα ποσοστά ήταν 50% και άνω.

Από 15 ετών

Ωστόσο, ανησυχητικό είναι το φαινόμενο ότι η πλειονότητα των συμμετεχόντων δήλωσε ότι άρχισε το κάπνισμα από την ηλικία των 15 ετών. Πάντως, σύμφωνα με τη μελέτη, ο σακχαρώδης διαβήτης επιπολάζει περίπου στο 6%-7% του πληθυσμού, ενώ το υπερβάλλον βάρος/παχυσαρκία αγγίζει το 60% στους άνδρες και το 40% στις γυναίκες.

Ενας στους πέντε Ελληνες ακολουθούσε πλήρως καθιστική ζωή, ενώ μόλις το 40% των ανδρών και των γυναικών είχε επαρκή επίπεδα σωματικής δραστηριότητας. Περίπου 1 στους 4 άνδρες και γυναίκες είχε τουλάχιστον έναν από τους κλασικούς παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, ενώ στα άτομα άνω των 40 ετών το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 50% του ελληνικού πληθυσμού.