Η «πόλη των φιλοσόφων» στην εποχή των «άγνωστων θεών»

Η Αθήνα, παραδοσιακό κέντρο της γνώσης και του πνεύματος, παραμένει η «πόλη των φιλοσόφων», όπου όλες οι θεωρίες αποτελούν αντικείμενο επανεξέτασης και σχολιασμού

Aπό τον 
Νίκο Παπουτσόπουλο

Την αίγλη του λαμπρού παρελθόντος διατηρούσε η Αθήνα στον 1ο αι. μ.Χ., καθώς τα περιώνυμα κτίσματα και οι οικοδομές, οι ναοί και τα αγάλματα της κλασικής περιόδου, παρά τις λεηλασίες και τις καταστροφές, κοσμούσαν ακόμη το δαιμόνιον πτολίεθρον. 

Στην εποχή αυτή, κατά την οποία σημειώνεται λαμπρή πρόοδος των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών, τους λαούς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με μεγάλες εδαφικές κατακτήσεις γύρω από τη Μεσόγειο Θάλασσα ενώνουν η κοινή παιδεία και η κοινή γλώσσα: «Εμείς οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς, / οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι επίλοιποι Ελληνες Aιγύπτου και Συρίας, / κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι. / Με τες εκτεταμένες επικράτειες, / με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών. / Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά / ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς» (Κ. Π. Καβάφης). Η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, η Απάμεια, η Πέργαμος έχουν ήδη αναπτύξει σημαντική πνευματική και καλλιτεχνική δραστηριότητα, ενώ νέες ιδέες, υπερβατικές θρησκευτικές προτάσεις και θεωρίες μυστικισμού κινούνται παράλληλα με τη φιλοσοφία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, των στωϊκών και των επικουρείων. Η πόλη των Αθηνών, ωστόσο, παραδοσιακό κέντρο της γνώσης και του πνεύματος, παραμένει η «πόλη των φιλοσόφων», όπου όλες οι θεωρίες, παλαιότερες και σύγχρονες, στο κυρίαρχο πνεύμα της εποχής, του συγκρητισμού, αποτελούν αντικείμενο επανεξέτασης, σχολιασμού και επαναδιαπραγμάτευσης. Οι φιλοσοφικές σχολές λειτουργούσαν υποδειγματικά, οι πολλοί βωμοί και τα ιερά αποτελούν τους τόπους λατρείας και αναφοράς των δεισιδαιμόνων Αθηναίων, οι μνήμες και οι θρύλοι των ένδοξων εποχών ανακαλούν ονόματα και μύθους και ιστορίες. 

Καθημερινό εντευκτήριο των πολιτών αποτελούσαν οι στοές, με τις οποίες είχαν περικλείσει την ευρύτατη τετράπλευρη πλατεία της πολύβοης Αγοράς, όπου «πάντες και οι επιδημούντες ξένοι εις ουδέν έτερον ευκαίρουν ή λέγειν τι και ακούειν καινότερον», ενώ τα πλήθη των αλλοεθνών και των επισκεπτών του ιοστεφούς άστεως δημιουργούσαν μιαν ατμόσφαιρα μέσα στην οποία «παρωξύνετο το πνεύμα».

Αυτήν την πόλη, την πνευματική κοιτίδα του κόσμου, επισκέφθηκε ο Παύλος από την Ταρσό, πιθανώς το 52 μ.Χ., όταν αναγκαστικά είχε εγκαταλείψει τη Βέροια και διά θαλάσσης είχε φθάσει στο Φάληρο, το πρώτο και μοναδικό λιμάνι των Αθηναίων, έως την εποχή που ο Θεμιστοκλής άρχισε τη διασκευή του λιμένος του Πειραιά. Στο λιμάνι του Φαλήρου (ορατά ερείπια αποβάθρας πιθανώς ρωμαϊκών ή μεσαιωνικών ετών, κοντά στον Αγιο Γεώργιο) είχε αποβιβασθεί ο περιηγητής Παυσανίας, στα μέσα του 2ου αι. μ.Χ., όταν επισκέφθηκε την Αθήνα, αλλά και οι περισσότεροι ταξιδιώτες της Αθήνας συνέχιζαν να χρησιμοποιούν το ασφαλές αγκυροβόλιο του Φαλήρου, το οποίο στους χρόνους του Μεσαίωνα ονόμαζαν Παλιό Λιμάνι ή Λιμάνι των Τριών Πύργων, ενώ οι Βενετοί το αποκαλούσαν Πόρτο Βέκιο.

Από το Φάληρο, ο Παύλος, ο Απόστολος των Εθνών, κατευθύνθηκε προς την περιώνυμη πόλη, με πορεία από την ανατολική πλευρά, εκεί όπου στη σύγχρονη εποχή έχουν ανεγείρει τον μικρό Ναό των Αγίων Θεοδώρων, στην παρυφή του συνοικισμού της Νέας Σμύρνης. Στα αρχαία χρόνια η τοποθεσία αυτή αποτελούσε σημαντικό σταθμό, όπου οι οδοιπόροι είχαν την ευκαιρία να αναπαυθούν και ταυτοχρόνως να δροσιστούν από το πρώτο, κατά τη διαδρομή από το Φάληρο στην Αθήνα, «φρέαρ γλυκέος ύδατος, εκ του οποίου εδημιουργήθη, άλλωστε, η τοπωνυμία Ανάλατος. Διακρίνονται εκεί σήμερον προ της εκκλησίας αλλά και εντοιχισμένα εις αυτήν υπολείμματα αρχαίων κτισμάτων, μεταξύ δε αυτών, κατά πάσαν πιθανότητα, περιελαμβάνετο ιερόν. Διότι, ως γνωστόν, δεν έλειψε ποτέ από τον ελληνικόν λαόν η συνήθεια να εγείρει εις παρομοίους σταθμούς εξοχικών δρόμων ευκτήριον, διά την προσφοράν ευχαριστίας εις το Θείον της πίστεώς του. Υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτή πρέπει να είναι η ιερά θέσις, περί της οποίας έγραψεν ένα αιώνα μετά την επίσκεψιν του Αποστόλου Παύλου ο Παυσανίας: “Ενταύθα Σκιράδος Αθηνάς ναός εστί και Διός απωτέρω βωμοί δε θεών τε ονομαζομένων αγνώστων....”» (Κώστας Μπίρης, «Επί τα ίχνη του Αποστόλου Παύλου εν Αθήναις»).

Ο Κώστας Μπίρης είχε αξιολογήσει νεότερες, επιτόπιες έρευνες, καθώς και μαρτυρίες από τα χρόνια του Παυσανία, και αναφέρει ότι «“αρχαίοι λίθοι (όπως είχαν σημειωθεί και στον χάρτη του I. A. Kauppert, 1878) ήσαν πιθανότατα η υποδομή ενός βωμού, τον οποίον υπέμνησε κατά την ομιλία του ο Παύλος στους Αθηναίους. Αληθές είναι ότι ο βωμός τον οποίον είδεν ο Απόστολος Παύλος ήτο αφιερωμένος (με επιγραφήν) “Αγνώστω θεώ”. Εξηγείται (αυτή η ονομασία) με την επελθούσαν εξέλιξιν της αρχαίας θρησκείας ήτις ως γνωστόν καθίστατο, εν τη παρακμή της ειδωλολατρείας, ολοέν ποικιλοτέρα και έτι μάλλον δεισιδαιμονεστέρα, φθάσασα εις την λατρείαν αγνώστων θεών”. Εις το ίδιο κείμενο γίνεται αναφορά για την πιθανή στην περιοχή του Κεραμεικού εγκατάσταση των εποίκων Ιουδαίων στην Αθήνα, όπου λογικό ήταν κοντά τους να φιλοξενήθηκε και ο Απόστολος Παύλος» (Μάνος Γ. Μπίρης, «Κώστας Η. Μπίρης, Βίος αφιερωμένος στην πόλη των Αθηνών»).

Σύμφωνα με τις, συνήθως λεπτομερείς, περιγραφές του Παυσανία κατά την καταγραφή κτιρίων του δημόσιου βίου και ιερών, σημειώνει τους βωμούς «θεών τε ονομαζομένων αγνώστων και παίδων των Θησέως και Φαλήρου» σε αυτήν ακριβώς τη θέση μόνον, μεταξύ των ιερών του Φαλήρου, στο μέσον σχεδόν της έξω της πόλης διαδρομής, σε κομβικό σημείο της κυρίας οδού, που οδηγούσε Ελληνες αλλά και αλλοεθνείς ταξιδιώτες από το επίνειο στην πόλη.

Στο διάστημα της παραμονής του στην Αθήνα ο Απόστολος Παύλος διέμεινε στη συνοικία των Ιουδαίων, πιθανώς στην ανατολική πλευρά του Κεραμεικού, στη συναγωγή της οποίας είχε κηρύξει. Στην ίδια συνοικία (πλησίον του Ναού των Αγίων Ασωμάτων), όπου κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας κατοικούσαν οι Αιγύπτιοι (Γύφτοι) της Αθήνας, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του ο Παναγής Σκουζές, είχαν εγκατασταθεί μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος οι πρώτοι Εβραίοι της νεότερης πόλης των Αθηνών, όπου αργότερα ανήγειραν τη συναγωγή. Στο διάστημα της παραμονής του στην πόλη των Αθηνών ο Παύλος, όπως συνήθιζε, «διελέγετο εν τη Αγορά κατά πάσαν ημέραν», «προς τους παρατυγχάνοντας», και, επειδή οι επικριτές του τον είχαν χαρακτηρίσει κήρυκα «ξένων δαιμονίων», οι Αρχές της πόλης αποφάσισαν να τον οδηγήσουν προ του Αρείου Πάγου, προκειμένου να απολογηθεί. 

Ο «Αρειος Πάγος», όπου ο Παύλος της Ταρσού «σταθείς εν μέσω» απηύθυνε και επίσημα προς τους Αθηναίους τις διδαχές και τα μηνύματα της νέας θρησκείας, ήταν πιθανώς το κτίριο στο οποίο συνεδρίαζε το δικαστικό σώμα, το οποίο «δεν συνήρχετο επί της κορυφής του βράχου του Αρείου Πάγου, ως επίστευον οι παλαιότεροι και ως παριστάνει την σκηνήν ο γνωστός πίναξ του Λουδοβίκου Θειρσίου, ο ανηρτημένος εν τω γραφείω του δημάρχου Αθηναίων, αλλά παρά την ρίζαν του βράχου» σημειώνει ο Κώστας Μπίρης. «Η μορφολογία του εδάφους εμφανίζει αρκετόν εις έκτασιν επίπεδον χώρον, ελαφρώς επικλινή, κατάλληλον όπως υπηρετήση την λειτουργίαν του δικαστηρίου. Μία επιπλέον ένδειξιν αποτελεί το γεγονός ότι, κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους, οι Αθηναίοι είχον κτίσει εκεί ναόν προς τιμήν του Αρεοπαγίτου Διονυσίου. Παρά την θέσιν αυτήν υπήρχεν η κατοικία του μητροπολίτου Αθηνών και φρέαρ αρχαίον, το οποίον, ως και όλην την περί ης ο λόγος επίπεδον περιοχήν, παλαιά αθηναϊκή παράδοσις εσχέτιζε με την παρουσίαν του Αποστόλου Παύλου εις τας Αθήνας. Ητο δε τοσούτω ισχυρά η παράδοσις αύτη, ώστε, κατά το τέλος του 19ου αιώνος, ότε εξηνέχθη γνώμη, ότι τα εκεί ερείπια ήσαν της Βασιλείου Στοάς, ελέχθη συγχρόνως ότι εις αυτήν ελειτούργει το δικαστήριον του Αρείου Πάγου».

Ανασκαφικές εργασίες το 1970 αποκάλυψαν τη Βασίλειο Στοά, διοικητικό κτίριο της Αγοράς, βόρεια από την τάφρο του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, στους πρόποδες του χαμηλού λόφου του Αγοραίου Κολωνού (όπου ο Ναός του Ηφαίστου), πλησίον της οδού των Παναθηναίων. Το κτίριο ήταν η έδρα ενός από τους εννέα άρχοντες, του Αρχοντος Βασιλέως, ο οποίος κατά τη διάρκεια της μονοετούς θητείας του ήταν υπεύθυνος για θέματα θρησκείας και λατρείας και είχε την αρμοδιότητα να ενεργεί προανακρίσεις για καταγγελίες περί ασεβείας. Εδώ, οι νόμοι του Σόλωνος, καθώς και εκείνοι του προγενέστερου νομοθέτη Δράκοντος είχαν καταγραφεί σε πυραμιδοειδείς στύλους («κύρβεις»), προκειμένου να εκτίθενται οι πλέον σημαντικοί νόμοι του κράτους των Αθηνών. Προ της Στοάς υπήρχε αρχαιότατος ογκώδης λίθος (πιθανώς λείψανο της μυκηναϊκής εποχής), ο «Ορκιος Λίθος», όπου συνήθιζαν να δίδουν όρκο κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους οι Δέκα Αρχοντες της πόλης.

Στη Βασίλειο Στοά είχε παρουσιασθεί ο Σωκράτης για να απολογηθεί (Πλάτωνος, «Ευθύφρων») το 399 π.Χ., και το δικαστικό σώμα είχε δικάσει και καταδικάσει τον φιλόσοφο σε θάνατο. Εδώ, επίσης, συνεδρίαζε στα ύστερα έτη η «εξ Αρείου Πάγου» Βουλή, η οποία από τον 4ο αι. π.Χ. είχε αρμοδιότητες κυρίως επί θρησκευτικών θεμάτων και, πιθανώς εδώ, οδήγησαν τον Απόστολο των Εθνών προκειμένου να απολογηθεί, επειδή διέδιδε ξένα δαιμόνια και, κατά την απολογία του, να αναπτύξει τα επιχειρήματά του και να μεταφέρει τα μηνύματα της νέας θρησκείας στους αρεοπαγίτες. Σύμφωνα με τις «Πράξεις των Αποστόλων» (κεφ. ιζ΄, 32/33, κεφ. Ιη΄, 1), όταν ο Παύλος ανέφερε κατά την ομιλία του τα περί «αναστάσεως των νεκρών», «οι μεν εχλεύαζον, οι δε είπον “ακουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου”» (η Αθήνα, πόλη του φιλοσοφικού και θεολογικού συγκρητισμού, παρόμοιες διδασκαλίες από τις χώρες της Ανατολής, καθώς και η φήμη του νεοπυθαγορείου από τα Τύανα, Απολλώνιου, για τα θαύματα και τις προφητείες, αντιμετώπιζε ήδη από την εποχή των προσωκρατικών φιλοσόφων με σκεπτικισμό). Μετά την ομιλία του στον Αρειο Πάγο ο Παύλος της Ταρσού «εξήλθεν εκ μέσου αυτών», και, επειδή η Αθήνα, σε αντίθεση με την αιμοδιψή πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας Ρώμη, απέφευγε συνήθως την επιβολή ποινών και θεαματικών βασάνων στους κήρυκες νέων ιδεών, αναχώρησε για την Κόρινθο.

Ο Παυσανίας περιγράφει τον πλούσιο διάκοσμο της στέγης της Βασιλείου Στοάς με αγάλματα από οπτή γη, μεταξύ των οποίων και τον ήρωα των Αθηνών Θησέα να ωθεί προς τη θάλασσα τον Σκίρωνα.
Διδαχές και νουθεσίες του Απολλώνιου Τυανέως μεταφέρει ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (2ος αι.)