Η ιδέα της μεταθανάτιας ζωής στη νεολιθική εποχή

Ο ύπνος ως προσωρινός θάνατος και ο θάνατος ως αιώνιος ύπνος είναι παιδιά της Νύχτας - και στα σπήλαια, όπως είναι γνωστό, υπάρχει σκοτάδι

Από τον
Παντελή Βασματζίδη*

Η ιδέα της μεταθανάτιας ζωής στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου έχει χρονική αφετηρία τη νεολιθική εποχή. Η συνήθεια του παλαιολιθικού ανθρώπου να θάβει τους νεκρούς μέσα στα σπήλαια όπου ζει συνεχίζεται στους νεολιθικούς αιώνες της Ευρώπης και του μεσογειακού χώρου. Τον ενταφιασμό σε φυσικά σπήλαια διαδέχεται προοδευτικά η ταφή στους λαξευτούς τάφους των βράχων, στις θολωτές και θαλαμόσχημες κατασκευές των κρητομυκηναϊκών χρόνων και στους τύμβους των τεχνητών λόφων.

Οι αρχαίοι Ελληνες δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη δόμηση τεχνητών σπηλαίων, και τούτο γιατί το σπήλαιο θεωρείται η αρχική κατοικία του τοτεμικού γένους. Η ταφή του πτώματος σε αυτό καθιστά ασφαλή τη γέννηση εκ νέου του νεκρού στο δικό του γένος. Δεν είναι τυχαία η πίστη ότι στο σπήλαιο ζει η Μητέρα θεά, γεννήτορας όλων των πλασμάτων. Τα σπήλαια αποτελούν ιερούς χώρους λατρείας, φυσικές πύλες διόδου ανάμεσα σε δύο κόσμους, καθώς τελούνται στα βάθη τους πανάρχαιες μαγικές και μυητικές λειτουργίες. Από αυτά κατεβαίνουν στον Κάτω Κόσμο οι νεκροί και από αυτά ανέρχονται οι ψυχές των πεθαμένων και τα όνειρα της εγκοίμησης.

Η οικοσκευή των τάφων του προεπιστημονικού ανθρώπου μαρτυρά ότι πρέπει να πίστευε πως η ανάγκη για τροφή, ποτό και ένδυση, αλλά και ο πόθος για περιποίηση και διασκέδαση δεν σταματούν με τον θάνατο. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το έδαφος του τάφου καλύπτεται από πηλό, βότσαλα ή λίθους και η κεφαλή του νεκρού ακουμπά αναπαυτικά πάνω σε λίθο, σαν προσκέφαλο. Μαζί του ενταφιάζονται λίθινα εργαλεία, πήλινα αντικείμενα, λεπίδες οψιδιανού, μαρμάρινα ειδώλια, αγγεία και όπλα. Για τον νεολιθικό άνθρωπο, ο νεκρός εξακολουθεί να ζει, να αισθάνεται και να ενεργεί. Αρνείται να αποδεχθεί τον θάνατο σαν οριστικό τέλος της γήινης ζωής και της ανθρώπινης υπόστασης. Εξάλλου, ο ύπνος ως προσωρινός θάνατος και ο θάνατος ως αιώνιος ύπνος είναι παιδιά της Νύχτας - και στα σπήλαια, όπως είναι γνωστό, υπάρχει σκοτάδι.

Σε περιπτώσεις πολλαπλών τάφων, ενώ ο σκελετός των παλαιότερων νεκρών μετακινείται στο μέσον του τάφου για να γίνει η επόμενη ταφή, το κρανίο αφήνεται στη θέση του και σηματοδοτεί την αιώνια παρουσία της συγκεκριμένης οντότητας. Η λατρεία του κρανίου είναι ευρέως διαδεδομένη. Τα κρανία των προγόνων αποτελούν ιερά κειμήλια, γέφυρα επαφής με πνεύματα ή προστάτιδες θεότητες, όπως η κεφαλή του Οσιρη στην Αίγυπτο, η κεφαλή προφήτις του Διονύσου στο Ιερό της Αντισσας και η κεφαλή του Ορφέα που, αβύθιστη στο ποτάμι, υμνούσε ασταμάτητα. Σε μια διευρυμένη ανθρωπολογική προοπτική, η κεφαλή του Ορφέα, μυθικού αρχηγέτη της χθόνιας μυστικιστικής λατρείας του Διονύσου Ζογρέα, παραλληλίζεται με την κεφαλή του Ιωάννη του Βαπτιστή, προφήτη ενός άλλου «θεανθρώπου» που επικεντρώνει στη μεταθανάτια ζωή.

Οταν ο πρωτόγονος άνθρωπος χύνει υγρά με έναν σωλήνα στις σιαγόνες ενός αποσυντεθειμένου πτώματος (χοές), δείχνει να αγνοεί την επακολουθούσα ομηρική διάκριση ανάμεσα στο πτώμα και το φάντασμα (σκιά) και τα μεταχειρίζεται ως «ομοούσια». Το έθιμο της ξεχωριστής ταφής των κρανίων σχετίζεται με την παραπάνω φροντίδα, καθώς η δυσοσμία ενός αποσυντεθειμένου κρανίου είναι λιγότερη από αυτήν ενός ολοκλήρου πτώματος κι έτσι μπορεί να σιτιστεί ευκολότερα. Μια τέτοια περιποίηση νεκρών, ταύτιση πτώματος και φαντάσματος, συνεχίζεται αδιατάρακτα, ακόμα και την περίοδο της επικράτησης της καύσης των νεκρών.

Εάν η αποτέφρωση, ως νέα δοξασία, σκοπεύει να διαχωρίσει το πνεύμα από το πτώμα με την καταστροφή του τελευταίου, τότε η συντήρησή του με τάισμα, στον απόηχο της παλαιάς δοξασίας, αποτελεί μια εκ διαμέτρου αντίθετη ενέργεια που εκλαμβάνεται ως ακατανόητη πράξη. Δικαιολογείται μόνον αν ιδωθεί από την άποψη ότι εξυπηρετεί την ιδέα της μεταθανάτιας ζωής, οπότε όχι μόνο συνάδει με την αποτέφρωση, αλλά ταυτόχρονα την ενισχύει.

Αλλά και η ιδέα της μεταθανάτιας αμοιβής και τιμωρίας εμφανίζεται ως μια πίστη παλαιότερη από τον ουδέτερο ομηρικό Αδη, καθώς διατηρεί την ανθεκτικότητα της παρουσίας της και στα ομηρικά έπη. Η μεταθανάτια τιμωρία για το παράπτωμα της επιορκίας αναφέρεται χαρακτηριστικά στην «Ιλιάδα» και δεν αποτελεί ορφική πρόσμειξη. Οταν Αχαιοί και Τρώες, προς επίτευξη ειρήνης, συμφωνούν με όρκους να μονομαχήσει ο Μενέλαος με τον Πάρη και ο νικητής να πάρει την Ελένη, τότε ο Ατρείδης προσεύχεται υψώνοντας τα χέρια: «Πάτερ Δία, που απ’ την Ιδη άρχεις, ένδοξε μεγάλε. Κι Ηλιε, που τα πάντα βλέπεις και ακούς εσύ τα πάντα, Γη, Ποτάμια και τον Αδη σεις θεοί που σαν πεθάνουν τους ανθρώπους τιμωρείτε, όποιοι θα επιορκήσουν» («Ιλιάδα», Γ 276-9). Ο Ατρείδης, σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης με τον Αχιλλέα, θυσιάζει κάπρο στον Δία. «Μάρτυς μου ο Δίας πρώτα, θεός άριστος και μέγας, και η Γη και ο Ηλιος κι οι Ερινύες, που στον Αδη τούς ανθρώπους τιμωρούνε, όποιος θα επιορκήσει» (Ι 258-60).

Βλέπουμε ότι οι επικλήσεις του Αγαμέμνονα αφορούν παλαιές θεότητες και τον πανάρχαιο Μινωίτη θεό Δία με τον διπλό πέλεκυ, που στα «σκοτεινά χρόνια» 1200-1000 π.Χ., απαρχή της διαμόρφωσης της νεότερης ελληνικής μυθολογίας, μεταμορφώνεται σε ουράνιο θεό με φοβερό όπλο τον κεραυνό, το αστροπελέκι. Εως τότε, ο διπλούς πέλεκυς, όπλο των Αμαζόνων ενάντια στους άνδρες, παντοδύναμο έμβλημα της θηλυκής εξουσίας, υπέστη απεικόνιση της Μεγάλης Θεάς («Κυβέλη», εκ του «κύβηλις» = διπλός πέλεκυς) και αποτελεί και σύμβολο της ψυχής λόγω ομοιότητας με πεταλούδα. Είναι αυτός που αντικαθιστά την κυρίαρχη μοίρα «Αίσα» (μοίρα ζωής), αναιμική αφαιρετική ύπαρξη, αλύγιστο ριζικό, γέννημα της πρώτης προαίσθησης της νομοτελειακής εξουσίας, γι’ αυτό και αποκαλείται «Μοιραγέτης», δηλαδή άγει και άγεται από αυτήν, καθιστάμενος ταυτόχρονα κυρίαρχος και υποδεέστερος, σύμφωνα με την παλαιά πίστη.

* Συγγραφέας - Ψυχίατρος