ΕΝΩΠΙΟΝ ΔΙΛΗΜΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΠΓΔΜ - ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥΣ

Η σημασία της σημερινής Συνόδου του ΝΑΤΟ και η ανησυχία των ΗΠΑ για την κύρωση της συμφωνίας με τα Σκόπια

Από τον
Αλέξανδρο Τάρκα

Δύσκολη πολιτική ισορροπιών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ενωσης ακολουθεί η ελληνική κυβέρνηση, καθώς οι περισσότερες διπλωματικές και αμυντικές προτεραιότητες της Αθήνας ταυτίζονται με τα στρατηγικά συμφέροντα της Ουάσινγκτον, αλλά οι κοινοτικές υποχρεώσεις της και η οικονομική πολιτική αξιολογούνται στις Βρυξέλλες.

Η σημερινή Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ είναι η σημαντικότερη για τις σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού από την περίοδο 1979-1983 (εγκατάσταση αμερικανικών πυραύλων Pershing II στην Ευρώπη), αφού συνεχίζεται η σοβαρή διάσταση απόψεων για την επίτευξη του στόχου αμυντικών δαπανών 2% ως προς το ΑΕΠ κάθε μέλους της συμμαχίας.

Η συνεισφορά της Αθήνας αναγνωρίζεται από τις ΗΠΑ, αλλά παραδόξως αρκετές ευρωπαϊκές χώρες ασκούν παρασκηνιακή κριτική στην Ελλάδα και σε άλλους συμμάχους που επιτυγχάνουν το 2%. Κατά την άποψή τους, που παραβιάζει τις ομόφωνες αποφάσεις του 2014 και του 2016, το μείζον ζήτημα δεν εντοπίζεται στο ύψος των δαπανών, αλλά στο είδος και στην ποιότητα των συστημάτων που αγοράζονται, στον εκσυγχρονισμό των παλαιοτέρων και στη χρησιμότητα όλων τους στη συλλογική άμυνα.

Σύμφωνα με ξένες διπλωματικές πηγές, το σκεπτικό αυτό, που διατυπώνεται από τη Γερμανία με τη στήριξη άλλων έξι συμμάχων, έχει προκαλέσει μεγάλη οργή στον πρόεδρο Ντ. Τραμπ και στους συνεργάτες του. Γι’ αυτό και ο Λευκός Οίκος έχει προειδοποιήσει ότι θα ήταν καλύτερα για όλους οι αμερικανικές αυστηρές επισημάνσεις πίσω από τις κλειστές πόρτες της Συνόδου να μην απαντηθούν, ιδίως δημόσια, με θεωρητικολογίες ή επικλήσεις εσωτερικών πολιτικών λόγων από την καγκελάριο Ανγκ. Μέρκελ. Σε κάθε περίπτωση η δημόσια εικόνα με τα χαμόγελα (αν τελικά υπάρξουν), για τις επίσημες φωτογραφίες κατά τη λήξη της Συνόδου, θα απέχει πολύ από τις διαμάχες που θα έχουν προηγηθεί και απ’ όσες, με βεβαιότητα, θα ακολουθήσουν τους επόμενους μήνες.

Παράλληλα, μέγιστο ενδιαφέρον και ως προς τις βραχυπρόθεσμες πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα αποκτά η χάραξη της αμερικανικής και της ευρωπαϊκής πολιτικής για τα Βαλκάνια. Οπως έγινε φανερό και κατά τις προ εβδομάδος διαδοχικές συνομιλίες του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Μ. Πενς με τους πρωθυπουργούς της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ Αλ. Τσίπρα και Ζ. Ζάεφ, η αμερικανική διπλωματία ανησυχεί βαθύτατα για το χρονικό διάστημα μέχρι την κύρωση της μετέωρης Συμφωνίας των Πρεσπών.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είναι πολύ πιο δραστήριο μετά την υπογραφή της συμφωνίας στις 17 Ιουνίου συγκριτικά με τους μήνες πριν από αυτήν, όταν δεν υπήρχε λόγος πίεσης προς τις ηγεσίες Αθήνας και Σκοπίων που είχαν δρομολογήσει στενή συνεργασία από πέρυσι το φθινόπωρο. Με την επίκληση της αυξανόμενης ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια και διαπιστώνοντας ότι οι εσωτερικές αντιδράσεις στην Ελλάδα και την ΠΓΔΜ αποδεικνύονται ισχυρότερες απ’ όσο αναμενόταν, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υπογραμμίζει ότι «δεν πρέπει να ανατραπεί το μεγαλύτερο διπλωματικό επίτευγμα μετά τη Συμφωνία του Ντέιτον» (τον Δεκέμβριο του 1995 για την ειρήνευση στην πρώην Γιουγκοσλαβία).

Το επιχείρημα είναι, ασφαλώς, υπερβολικό, αφού αγνοεί την επίτευξη άλλων στόχων της αμερικανικής πολιτικής έκτοτε, όπως η ειρηνική ανατροπή του Σλ. Μιλόσεβιτς στη Σερβία το 2000 και η άνευ αναταράξεων ανακήρυξη της Δημοκρατίας του Κοσόβου το 2008, αλλά είναι ενδεικτικό της σημασίας που αποδίδεται στις κυρωτικές διαδικασίες της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ως προς την Ελλάδα, εξετάζονται προσεκτικά η (μη) συνοχή του συνασπισμού ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝ.ΕΛ. και η πιθανότητα μεταβολής της στάσης της Ν.Δ., ενώ δεν μπορεί να προβλεφθεί η στάση του όποιου κυβερνητικού σχήματος προκύψει ύστερα από ενδεχόμενες πρόωρες εκλογές.

Ως προς την ΠΓΔΜ, η Ουάσινγκτον προσδοκά από τον κ. Ζάεφ «εφευρετικότητα» στη διατύπωση του ερωτήματος του δημοψηφίσματος, με τη σκέψη ότι η πρόσκληση στο ΝΑΤΟ, μαζί έστω με τη διφορούμενη πολιτική της Ε.Ε. για εξέταση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων μετά το καλοκαίρι του 2019, θα πείσει το εκλογικό σώμα της γειτονικής χώρας. Επί των θεμάτων αυτών, η Γερμανία κι άλλα μέλη της Ε.Ε. δεν μπορούν να πράξουν τίποτα περισσότερο από τη λεκτική υποστήριξη προς τους κυρίους Τσίπρα και Ζάεφ.

Παράλληλα, κατά το σκεπτικό της Ουάσινγκτον, η ταχεία κύρωση θα επηρεάσει τους γενικότερους συσχετισμούς στα Βαλκάνια σε αντιδιαστολή προς τις κινήσεις της Σερβίας και της Ρωσίας κατά του Κοσόβου. Αν και ήδη αναγνωρίζουν επίσημα το Κόσοβο τα 23 από τα 28 μέλη της Ε.Ε., η αμερικανική πλευρά κρίνει απαραίτητες την εξασφάλιση της θετικής στάσης του συνόλου τους και μια επίσημη κοινοτική απόφαση για αναβαθμισμένο διάλογο με την Πρίστινα. Με τον τρόπο αυτό, εκτιμάται ότι θα βρεθεί ενώπιον τετελεσμένων ο πρόεδρος της Σερβίας Αλ. Βούτσιτς -που έχει αναπτύξει στενή προσωπική σχέση με τον κ. Τσίπρα- και θα ανακοπούν οι κινήσεις της Μόσχας στην περιοχή.

Η Ελλάδα δεν έχει αναγνωρίσει το Κόσοβο και εκκρεμεί η ίδρυση εμπορικού γραφείου στην Αθήνα, που συζητείται από το 2013. Κατά τους πρώτους μήνες της θητείας της σημερινής κυβέρνησης, ο υπουργός Εξωτερικών Ν. Κοτζιάς είχε συνδέσει ενδεχόμενη αλλαγή στάσης με προηγούμενη ειδική συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ επί του θέματος, λόγω, μεταξύ άλλων, του κινδύνου νομικών αναλογιών και συνεπειών στο Κυπριακό.

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη