Ευρωπαϊκό Ετος Πολιτιστικής Κληρονομιάς

Η εκχώρηση προς τα Σκόπια από την κυβέρνηση μέρους της πολιτιστικής κληρονομιάς και η παραχάραξη της Ιστορίας από τους βόρειους γείτονές μας

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Η Ευρώπη καλεί τους πολίτες της να εορτάσουν κατά το τρέχον έτος το Ευρωπαϊκό Ετος Πολιτιστικής Κληρονομιάς, το οποίο «έχει στόχο να ενθαρρύνει περισσότερα άτομα να ανακαλύψουν και να ενστερνιστούν την πολιτιστική κληρονομιά της Ευρώπης, και να ενισχύσει την αίσθησή τους ότι ανήκουν σε έναν κοινό ευρωπαϊκό χώρο», με σύνθημα «η κληρονομιά μας: Οταν το παρελθόν συναντά το μέλλον». Προκειμένου οι πολίτες της Ευρώπης να εορτάσουν «σε ενωσιακό, εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο» την «πολυμορφία της πολιτιστικής κληρονομιάς», οι διοργανωτές έχουν αναλάβει «διάφορες πρωτοβουλίες» και έχουν προγραμματίσει εκδηλώσεις, «που έχουν στόχο να δώσουν τη δυνατότητα στους πολίτες να γνωρίσουν καλύτερα την πολιτιστική τους κληρονομιά και να συμμετάσχουν πιο ενεργά στη διατήρησή της». 

Σύμφωνα με τη σχετική ανάρτηση στο διαδίκτυο, «η πολιτιστική κληρονομιά διαμορφώνει την ταυτότητά μας και την καθημερινή μας ζωή, καθώς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των πόλεων, των φυσικών τοπίων και των αρχαιολογικών χώρων της Ευρώπης. Δεν βρίσκεται μόνο στη λογοτεχνία, στην τέχνη και στα αντικείμενα, αλλά και στις παραδοσιακές τέχνες που μαθαίνουμε από τους προγόνους μας, στις ιστορίες που αφηγούμαστε στα παιδιά μας, στις γεύσεις που μοιραζόμαστε και στις ταινίες που βλέπουμε και στις οποίες αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας». Πιθανώς «οι γεύσεις που μοιραζόμαστε», τα παραμύθια «που αφηγούμαστε στα παιδιά μας», οι «παραδοσιακές τέχνες» -που έχει απαξιώσει η τεχνολογική εξέλιξη- και οι «ταινίες στις οποίες αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας» να αποτελούν ευχάριστα διαλείμματα στην οξύτητα της καθημερινότητας, ωστόσο η άγνοια, η έλλειψη μόρφωσης (περίοδοι οικονομικής ύφεσης και κακών θεσμών ευνοούν χαμηλό επίπεδο μόρφωσης, συμπεριφοράς και αισθητικής), η ύποπτη παραποίηση και η παραχάραξη της Ιστορίας επιτρέπουν σε γείτονες και φίλους λαούς να αναζητούν ιδρυτικούς μύθους προκειμένου να τους χρησιμοποιήσουν ως υποκατάστατο ιστορικών πηγών και, με ιταμότητα, να εγείρουν αξιώσεις, συνεχώς και απροκάλυπτα, και να απαιτούν υποχωρήσεις και συμβιβασμούς από την πλευρά της Ελλάδος.

Στο πνεύμα αυτό ακριβώς, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να εκχωρήσει στην ΠΓΔΜ μέρος από το ταμείο της εθνικής κληρονομιάς, καθώς, όπως αναφέρει το έβδομο άρθρο (1) της συμφωνίας για τη «διευθέτηση της διαφοράς περί το όνομα», «η εκατέρωθεν αντίληψη ως προς τους όρους ‟“Μακεδονία” και ‟“Μακεδόνας” αναφέρεται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και πολιτιστική κληρονομιά». Στο έβδομο, επίσης, άρθρο (5) αναφέρεται: «Τίποτα στην παρούσα Συμφωνία δεν αποσκοπεί στο να υποτιμήσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή να αλλοιώσει ή να επηρεάσει τη χρήση από τους πολίτες εκάστου Μέρους».

Τον σεβασμό της «εκατέρωθεν αντίληψης», η οποία αναφέρεται σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και διαφορετική πολιτιστική κληρονομία ως προς τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας», συχνά έχουν ανατρέψει προκλητικές ενέργειες των γειτόνων, με την οικειοποίηση ονομάτων, ιστορικών περιόδων και συμβόλων, καθώς και η πρόσφατη αναφορά του πρωθυπουργού της ΠΓΔΜ Ζόραν Ζάεφ στον «μακεδονικό στρατό, ο οποίος επιχειρούσε επί σειρά ετών με στρατεύματα του ΝΑΤΟ σε ειρηνευτικές αποστολές».

Στις προσπάθειες εκσλαβισμού των αρχαίων Μακεδόνων ηγεμόνων προστίθενται εκείνες για τους Θεσσαλονικείς αδελφούς Μεθόδιο και Κύριλλο (9ος αι.), γιους του Λέοντος, δρουγγαρίου του θέματος της Θεσσαλονίκης (σχετικές παλαιότερες ενέργειες και από Βούλγαρους συγγραφείς, οι οποίοι είχαν επιδοθεί στην άκομψη παραποίηση μεσαιωνικών πηγών). Η ιδιαίτερα σημαντική αποστολή των Θεσσαλονικέων αδελφών στη Μεγάλη Μοραβία για τον εκπολιτισμό των Σλάβων της χερσονήσου του Αίμου πραγματοποιείται στα έτη της βασιλείας του Μιχαήλ Γ΄, όταν ο ηγεμόνας της Μεγάλης Μοραβίας Ρατισλάβος, και για πολιτικούς λόγους, αποφάσισε να στραφεί στην Κωνσταντινούπολη, να ζητήσει από τον αυτοκράτορα την αποστολή ορθόδοξων ιεραποστόλων για τη διάδοση του Ευαγγελίου στη χώρα του. Με την απόφαση αυτή ο Ρατισλάβος εκδήλωνε την επιθυμία του να απαλλάξει τη χώρα του από τη σφαίρα επιρροής της Εκκλησίας της Ρώμης και τον Βαυαρό βασιλέα Λουδοβίκο Γερμανικό (απόγονος του Καρλομάγνου).

Ο Μιχαήλ Γ΄ έσπευσε να στείλει τους αδελφούς Μεθόδιο και Κύριλλο, καθώς το αίτημα του Ρατισλάβου ήταν λαμπρή ευκαιρία διείσδυσης και εδραίωσης της βυζαντινής επιρροής σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης. Οι Θεσσαλονικείς αδελφοί, άριστοι ήδη γνώστες της σλαβικής, διαμόρφωσαν τη φιλολογική γλώσσα των σλαβικών λαών, τους οποίους ταυτόχρονα μύησαν στις παραδόσεις του ελληνικού πολιτισμού, δημιούργησαν το σλαβονικό αλφάβητο, μετέφρασαν θρησκευτικά και λειτουργικά κείμενα. Το τεράστιο εκπολιτιστικό έργο του Κυρίλλου και του Μεθοδίου, των «Αποστόλων» ή «Διαφωτιστών των Σλάβων», όπως τιμούν οι σλαβικοί λαοί, των «Ισαποστόλων», σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία, των «Συμπροστατών της Ευρώπης», σύμφωνα με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, συνέχισε ο επίσης Μακεδόνας μαθητής τους Κλήμης, άριστος κάτοχος της ελληνικής και της σλαβονικής, ο «πατέρας της σλαβικής φιλολογίας», αφού θεωρείται ο πρώτος συγγραφέας πρωτότυπων έργων στη σλαβονική.

Ο εκπολιτισμός των σλαβικών λαών συμπίπτει χρονικά με τη βάπτιση του ηγεμόνα των Βουλγάρων Μπόρις Α΄, την αποδοχή του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας των Βουλγάρων και τη σύσταση της Αυτοκέφαλης Βουλγαρικής Εκκλησίας. (Αντίθετα, η αναγνώριση της Αυτόνομης Βουλγαρικής Εξαρχίας, με σουλτανικό φιρμάνι στα 1870, παρά την αντίδραση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, είχε ολέθρια αποτελέσματα στην περιοχή της Βαλκανικής: την αφύπνιση του βουλγαρικού εθνικισμού, την εκδίωξη Ελλήνων ιερέων και εκπαιδευτικών, τη μείωση του κύρους του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως και, αργότερα, με την εκδήλωση του «ρωσικού πανσλαβισμού», την ενίσχυση του φυλετικού μίσους των Βουλγάρων κατά Ελλήνων -κυρίως-, Σέρβων και Ρουμάνων).

Πάγια πρακτική των Βυζαντινών, σε περιόδους ακμής, η σύναψη στενών πολιτιστικών και εκκλησιαστικών δεσμών, με τη διασπορά της ελληνικής γλώσσας, της παιδείας και της θρησκείας, σύμφωνα με τα πρότυπα του Αλεξάνδρου, ο οποίος μετέφερε τον ελληνικό πολιτισμό στον ευρύτερο χώρο της Ανατολής.
Είναι πολιτισμός η εκδήλωση σεβασμού της κληρονομιάς κάθε λαού, ιδιαίτερα όταν η πολιτιστική κληρονομιά διαμορφώνει την ταυτότητα και το ήθος, τις αρχές και τις αξίες λαών που αναζητούν μεθόδους αγαθής γειτνίασης και ενεργού συμμετοχής στη διατήρηση της παράδοσης.

Είναι πολιτισμός η προάσπιση και ο σεβασμός της πολιτισμικής κληρονομιάς και τούτο αποτελεί τον πρωταρχικό στόχο όταν ενθαρρύνονται «περισσότερα άτομα να ανακαλύψουν και να ενστερνιστούν την πολιτιστική κληρονομιά της Ευρώπης και να ενισχύσει την αίσθησή τους ότι ανήκουν σε έναν κοινό ευρωπαϊκό χώρο».
Είναι ένδειξη πολιτισμού η ελληνική κυβέρνηση να προασπίζει την πολιτιστική κληρονομιά και να αναλαμβάνει την ευθύνη των αποφάσεων και των πράξεων, αντί να καταφεύγει στη συνήθη και προσφιλή πρακτική των ευτελών δικαιολογιών, με τη μετάθεση ευθυνών σε σφάλματα και παραλείψεις των κομματικών αντιπάλων. Οι παρωχημένες αυτές πρακτικές άθλιων δημαγωγών σε εποχές συμβιβασμών και αντιφάσεων, που συχνά συνοδεύονται από ύβρεις και βαρείς και αδόκιμους χαρακτηρισμούς, μακράν κάθε αισθητικής και κομψότητας, αντί να προωθούν τα εθνικά συμφέροντα και τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού, οδηγούν σε καταστροφικούς διχασμούς και σε μισαλλοδοξία.