Διαδρομές θαλασσινές σε ώρες του θέρους

Τον Αύγουστο, κάθε απόγευμα ως τα μέσα, όταν σαν μετάξι η αύρα έρχεται απ' τη θάλασσα, απόμακρες εορταστικές καμπάνες και σήμαντρα σημαίνουν την ώρα της παράκλησης και της ικεσίας

Από τον 
Νίκο Παπουτσόπουλο

Καλοκαίρι: Απειροι θαλασσινοί δρόμοι εξατμίζονται στον διάφανο ορίζοντα, διαδρομές και πορείες που από τα κράσπεδα του μύθου οι Ελληνες χάραξαν στα χρόνια και στους αιώνες. Στο Αιγαίο αντήχησαν οι ύμνοι και τα άσματα και οι στίχοι του Ομήρου για λάμιες και καταιγίδες και κροκόπεπλα πρωινά. Από τα χρόνια που οι Ελληνες άνοιγαν τα ιστία στο καταγάλανο πέλαγος, συνέχισαν να απλώνουν τις προσδοκίες τους στην απεραντοσύνη των θαλασσών και να ξανοίγονται σε νέους ορίζοντες ελευθερίας. Αυτής που «επτέρωσε τον Ικαρον», καθώς αγκάλιασε με κέρινα φτερά τις νησιώτικες ακροπόλεις που έλαμναν στον κυανό αιθέρα, μετέωρος στο όνειρο, στους υδάτινους όγκους και στο πέλαγος, που θάμπωνε τα μάτια του, και «αν έπεσεν ο πτερωθείς κι επνίγη θαλασσωμένος/ αφ' υψηλά όμως έπεσε,/ και απέθανεν ελεύθερος». (Ανδρέας Κάλβος).

Ο Θησεύς επέστρεφε από τη γεμάτη μυστήρια και θρύλους Κρήτη νικητής, τροπαιοφόρος και απέθετε τη δική του δόξα στα πόδια του νεκρού βασιλιά, ο οποίος επρόκειτο να χαρίσει το όνομά του στο μοναδικού κάλλους πέλαγος των Ελλήνων, το Αιγαίο, τον σμαραγδοφόρο θρίαμβο του ελληνικού θέρους.
Πορεία για το Ιλιον, τη μακρινή Τροία: Οι ερέτες με ορμή πρωτόγνωρη βύθισαν τα κουπιά και στο γαλανό πέλαγος γραμμές χάραξαν λευκές, παράλληλες, ως την απέναντι ακτή, την ακτή τη μεγάλη, καθώς «στου όρθρου το αχνό φως, των ερετών υψώθηκαν οι βλαστήμιες,/ στα προστάγματα των λοχαγών, των αρμάτων μας η φοβερή κλαγγή,/ των στρατιωτών η οργισμένη βοή: “για την Ελένη!”/ Και γρήγορα ανοιχτήκαμε στο πέλαγος, με τα πανιά και τα κουπιά/ και ξεγυμνωμένα ν' απειλούν τ' άρματα στον αέρα τους θεούς!»
Σεντέφια, κοχύλια και πορφύρες, μέδουσες και αστερίες.

Ωρες καλοκαιριού, συναισθηματικός μονόλογος, αποκωδικοποίηση σκέψεων και συλλογισμών, πρόσκαιρη συμφιλίωση με έναν κόσμο που φαντάζει εχθρικός στην οξύτητα της καθημερινής βιομέριμνας, της βιοπάλης. Στιγμές, όπου «εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος./ Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι/ που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά/ θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους/ να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,/ και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,/ σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους,/ και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,/όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά» (Κ.Π. Καβάφης).
Ονειροπολήσεις σε τόπους μυθικούς και περιπλάνηση της φαντασίας, στάση ζωής στον χωροχρόνο του θέρους, που προκαλεί και προσκαλεί σε ώρες ηρεμίας, που διακόπτει ανεπαίσθητος μόνον λαθραίος θόρυβος μικρής σαύρας ανάμεσα στις ξερολιθιές καθώς πλαντάζουν στο καύμα του ήλιου. Και «ελαιώνες κι αμπέλια» και «κόκκινες ψαρόβαρκες μακριά ως τη θύμηση» (Οδ. Ελύτης).

Ελυτρα του καλοκαιριού, έλυτρα χρυσά τα στάχυα κι οι αγάπανθοι και τ' αγριαγκάθια, καθώς χρυσό μανδύα πλέκουν στα λιβάδια που λικνίζονται και χάνονται με τις μνήμες και τις στιγμές μαζί στη θάλασσα.
«Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό/ στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου/ σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,/ που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν./ Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί, οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,/ όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί/ χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη». (Ν. Καββαδίας)
Απηλιώτης και Εύρος, Λιψ και Οστρια, Ζέφυρος και Σκίρων, «αγένειοι δόκιμοι της τρικυμίας/ οι δρομείς που διάνυσαν τα ουράνια μίλια/ οι Ερμήδες με το μυτερό σκιάδι/ και του μαύρου καπνού το κηρύκειο/ Σημάντορες άνεμοι που ιερουργούνε/ που σηκώνουν το πέλαγος σαν Θεοτόκο/ που φυσούν και ανάβουνε τα πορτοκάλια/ που σφυρίζουν στα όρη κι έρχονται» (Οδ. Ελύτης).

Οθωνοί, Σπάρτη, Ατοκος, Οινιάδες, Εχινάδες και επιστροφή στην Ιθάκη, καθώς κάθε αυγή του καλοκαιριού ασύλληπτης ποικιλίας χρώματα κοσμούν το στερέωμα, που συνοδεύουν οσμές της γης που αναδίνουν αρώματα μεθυστικά: λεβάντα και αγριοδυόσμος, θυμάρι, φιλύρα, τερέβινθος, λουίζα, βασιλικός. Χρώματα και οσμές καλοκαιριού, ακίνητες ώρες ησυχίας και αυτοσυγκέντρωσης, στιγμές ανάπαυλας, σε «μια τέτοια μαγεία και μια τέτοια παραδεισιακή γαλήνη στο ελληνικό ξημέρωμα, που το στήθος μου φουσκώνει από συγκίνηση. Αξαφνα, μέσα από τα σαπφείρινα νερά και κάτου από το ρόδινο ουρανό, θρυλικά σα μια Γη της Επαγγελίας προβάλλουν τα ελληνικά νησιά. Ω Ελλάδα... Στο αντίκρυσμά σου νοιώθω σα να τρέχουν ακράτητα τα δάκρυα από τα μάτια μου» (Κ. Ουράνης).

Τον μυστικό επιθαλάμιο του θέρους άδει ο τέττιγας, ο εφήμερος και αιώνιος θερινός σύντροφος, γηγενής, απαθής, ανεμόσαρκος. Το μονότονο και συνεχές τραγούδι του, η ηδονή του καλοκαιριού, έρχεται από την ελιά, το δένδρο της στοργής και της ευλογίας, το δένδρο με το οποίο μία Παρθένος επροίκισε την πόλη της. Μια Παρθένο άλλωστε, μιαν άσπιλη και αμόλυντη αναζήτησε κάθε λαός σε κάθε εποχή, για να αποθέσει την ελπίδα, να αιτήσει κατανόηση και στήριγμα και μεσιτεία, μια Δέσποινα, Παλλάδα, στρατηγό και υπέρμαχο, για να αποθέσει την πίστη του. Μιαν άφθορη Κυρά, έναν δέκτη του θρήνου και της οδύνης, για την απαλλαγή και την ίαση από κάθε ανάγκη και θλίψη και πόνο.
Τον Αύγουστο, κάθε απόγευμα ως τα μέσα, όταν σαν μετάξι η αύρα έρχεται απ' τη θάλασσα, απόμακρες εορταστικές καμπάνες και σήμαντρα σημαίνουν την ώρα της παράκλησης και της ικεσίας. Την ώρα που από τη θάλασσα υψώνεται μια αύρα, που λικνίζει ρυθμικά τα φύλλα της δάφνης, των δένδρων τα φυλλώματα, και σκορπίζει το πρώτο άρωμα του ιππότη της νύχτας και του γιασεμιού σαν θυμίαμα στην ατμόσφαιρα, πλημμυρίζουν οι ναοί και τα ταπεινά ξωκλήσια φως και ικεσία, θυμίαμα και παράκληση στη χάρη Της.

Ονειρο στον ορίζοντα ο καμπύλος ουρανός και μονοπάτια πολύχρωμα χαράζουν τη θάλασσα στα δειλινά του Αυγούστου. Τα βουνά γύρω τριγύρω μενεξελιά, θολά χάνονται του Αιγαίου τα νησιά σε πυκνόν άνεμο που γεμίζει την ατμόσφαιρα, και που απ' τις πτυχές του αναθρώσκουν σελασφόρα νέφη.
«Το Αιγαίο γαλάζιος θησαυρός σμαραγδοφόρος,/ Ο ουρανός και η γη σα Δάφνης και σα Χλόη,/ Φυτρώνει της ζωής λαχταριστός ο σπόρος,/ Βυζαίνεται απ' των όντων το μελισσολόι/ Των όλων ο χυμός. Ολυμπος, Πήλιον, Οσσα,/ Πελάγου κάθε κόρφος, κάθε στεριάς γλώσσα,/ Η λιμνοφάνταστη Κασσάντρα, η Θράκη γάμου/ Φορούνε φόρεμα, κι εγώ; “Κύριε γίνου/ Σωτήρ μου!” Και θολώ με τα δάκρυά μου/ Το θείο Βρέφος, ζωγραφιά του Πανσελήνου». (Κ. Παλαμάς)