Παρακλήσεις στη χάρη Της Μεγαλόχαρης

Οι Παρακλητικοί Κανόνες έχουν έναν εκπληκτικό νοηματικό πλούτο λέξεων και εκφράσεων ικετευτικών. Και οι δύο ψάλλονται «εις πάσαν περίστασιν και θλίψιν»

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Με τα προσκυνήματα, τις πανηγύρεις και τις ολονυκτίες της εορτής του καλοκαιριού, της μεγάλης ημέρας της Παναγίας, κορυφώνονται οι λατρευτικές και ικετευτικές εκδηλώσεις, οι Παρακλήσεις, που απευθύνουν οι πιστοί στη Μητέρα του Κυρίου. Μια περίοδος πνευματικής ανασυγκρότησης και κατάνυξης μέσα στο θέρος, που συνδυάζει τη νηστεία με την αφθονία των καρπών της γης, «του περιβολάρη το Πάσχα», την ψαλμωδία με την εκπλήρωση του τάματος, την προσδοκία του θαύματος, το ταξίδι ή την πορεία ή κάποτε και μία περιπέτεια με το λυτρωτικό πνεύμα.

Μία παλαιότερη συζήτηση με τον αείμνηστο Λυκούργο Αγγελόπουλο για τους Παρακλητικούς Κανόνες δημοσιεύεται πρώτη φορά και μεταφέρει την ατμόσφαιρα της σειράς των καθημερινών ακολουθιών, με το πλήθος των ευγενών ικετευτικών επικλήσεων προς την Παναγία, όπως, κατά την παράδοση, ψάλλονται στους ναούς.

Ο Λυκούργος Αγγελόπουλος (συμπληρώθηκαν φέτος τέσσερα χρόνια από την κοίμησή του) διετέλεσε πρωτοψάλτης, από το 1982, στον Ναό της Αγίας Ειρήνης οδού Αιόλου, της πρώτης Μητρόπολης Αθηνών, και ήταν ο εμπνευστής, ο ιδρυτής και ο διευθυντής της Ελληνικής Βυζαντινής Χορωδίας. Κατά τη διάρκεια των περίπου τεσσάρων δεκαετιών συνεχούς παρουσίας, με σεβασμό στην παράδοση και με αφοσίωση στη διδασκαλία, στην έρευνα και τη μελέτη, μετέφερε στην Ελλάδα και σε ολόκληρο τον κόσμο τη μακραίωνη μουσική παράδοση, που αναπτύχθηκε και καλλιεργήθηκε στον μείζονα ελληνικό χώρο και η οποία αποτέλεσε και αποτελεί πηγή πνευματικής έμπνευσης και δημιουργίας.
«Ο κατανυκτικός αυτός κύκλος αρχίζει την 1η Αυγούστου και προεκτείνεται ως τις 23 του μηνός, με την Απόδοση ή τα Εννιάμερα της Παναγίας». Ο εορταστικός αυτός κύκλος είναι πανελλήνιος, με τους αναρίθμητους ναούς, τα εξωκλήσια σε βουνά και νησιά και τις μονές που γιορτάζουν τον Δεκαπενταύγουστο.

Οι Παρακλητικοί Κανόνες έχουν έναν εκπληκτικό νοηματικό πλούτο λέξεων και εκφράσεων ικετευτικών. Και οι δύο Κανόνες, υμνογραφικά ποιήματα του 9ου και του 13ου αντίστοιχα, ψάλλονται «εις πάσαν περίστασιν και θλίψιν», ιδιαιτέρως όμως στη διάρκεια της νηστείας του Αυγούστου. Εχουμε δύο Παρακλητικούς Κανόνες, τον Μεγάλο και τον Μικρό, που ψάλλονται εναλλάξ. Του Μικρού Κανόνος ποιητής φέρεται ο μοναχός Θεοφάνης, ενώ του Μεγάλου, που έχει μάλλον προσωπικό χαρακτήρα, ο τελευταίος αυτοκράτορας της Νικαίας Θεόδωρος Δούκας ο Λάσκαρις, επειδή αναφέρεται στα παθήματα και στις περιστάσεις του πολυπαθούς αυτοκράτορα.

Νομίζω πως δεν υπάρχει Ελληνας ορθόδοξος που τις μέρες αυτές δεν περιμένει με λαχτάρα να παρακολουθήσει και να ακούσει τις δύο αυτές κατανυκτικές ακολουθίες κάθε βράδυ μετά τον εσπερινό να ψάλλονται στους ναούς μας. Να ψάλλονται προς την Υπεραγία Θεοτόκο, που είναι Μητέρα του Κυρίου μας αλλά και Μητέρα δική μας, όλων μας. Και ως Μητέρα, βέβαια, του Κυρίου μας έχει παρρησία και μεταφέρει όλα τα αιτήματά μας προς Εκείνον. Και ο Μικρός και ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας ψάλλονται σε ήχο πλαγίου του τετάρτου τρίφωνο, δηλαδή ο ήχος αυτός έχει βάση ένα διάστημα τετάρτης επάνω από τη φυσική βάση του πλαγίου του τετάρτου. Στον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα έχουμε και δύο Ωδές που ψάλλονται από τη φυσική βάση του πλαγίου του τετάρτου. Εκείνο που διαφοροποιεί τη μελωδία είναι ότι σε κάθε Ωδή έχουμε διαφορετικό Ειρμό και, βέβαια, αυτό είναι το χαρακτηριστικό των Κανόνων. Δηλαδή, έχοντας ο Κανόνας οκτώ Ωδές, έχουμε οκτώ διαφορετικούς Ειρμούς, βάσει των οποίων ψάλλονται και τα Τροπάρια.

Επίσης, ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας έχει Τροπάρια πιο εκτεταμένα, γιατί και τα πρότυπα κάθε Ωδής, δηλαδή ο Ειρμός κάθε Ωδής, είναι πιο εκτεταμένος από τον Ειρμό του Μικρού Παρακλητικού Κανόνος. Και τούτο, διότι, όπως σημειώνει ο Ιωάννης Φουντούλης, «φαίνεται ότι ο Μέγας Παρακλητικός Κανών εψάλλετο πανηγυρικότερα, ιδιαιτέρως κατά την περίοδο του Δεκαπενταυγούστου, όπως δείχνει και το Εξαποστειλάριον “Απόστολοι εκ περάτων”, που ψάλλεται στο τέλος του. Κατόπιν και η επανάληψις των δύο Τροπαρίων “Διάσωσον” και “Επίβλεψον”, που γίνεται στο τέλος κάθε Ωδής του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος, ενώ στον Μικρό στο τέλος της τρίτης και της έκτης Ωδής μαρτυρεί μία τάσιν προς εξέγερσιν επί το πανηγυρικότερον.

Αυτή η σύνθεσις της Παρακλήσεως, με την Ακολουθία του Εσπερινού, μας φέρνει στον νου την αντίστοιχο μοναχική τάξη, που στις Ακολουθίες των Μονών συνάδεται ο Ορθρος στον Εσπερινό. Η όλη Ακολουθία, δηλαδή του Εσπερινού και της Παρακλήσεως μαζί, γίνεται σαν ένα είδος μικράς παννυχίδος, στα μέτρα και στις δυνατότητες των ενοριών, μικράς ολονυκτίας προς τιμήν της Θεοτόκου. Αν δε προσέξωμε τη δομή της Ακολουθίας της Παρακλήσεως, θα αναγνωρίσωμε σ' αυτήν το σχήμα και τη διάταξη ενός υποτυπώδους Ορθρου: Αρχίζει με έναν θρηνητικό Ψαλμό, τον τελευταίο των Ψαλμών του Εξαψάλμου, το “Θεός Κύριος” με τα Θεομητορικά Τροπάρια, τον πεντηκοστό Ψαλμό, τον Κανόνα με Κάθισμα, στο τέλος της τρίτης και το Κοντάκιο, στο τέλος της έκτης Ωδής, και την παρεμβολή του Ευαγγελίου και της Συναπτής του. Με τα Τροπάρια, που συνοδεύουν τον πεντηκοστό Ψαλμό στον όρθρο, τα Μεγαλυνάρια, μετά την ενάτη Ωδή και, στο τέλος, Τροπάρια που μπορούν να παραλληλισθούν με τα Αποστειλάρια του όρθρου στον Μέγα Παρακλητικό Κανόνα ή προς τα Απόστιχα του Ορθρου στη Μικρά Παράκληση».

Τα τρία Τροπάρια που ψάλλονται μετά το Ευαγγέλιο, δηλαδή το “Δόξα Πατρί, Πάτερ Λόγε” και το “Και νυν”, είναι σε ήχο δεύτερο. Γίνεται, λοιπόν, η παρεμβολή των χρωματικών ήχων εδώ και αλλάζει την εντύπωση του πλαγίου του τετάρτου ήχου, που είναι συνεχής και διαρκής σε όλο τον Παρακλητικό Κανόνα. Κατά την παράδοση του Αγίου Ορους, τα Τροπάρια αυτά ψάλλονται σε ήχο βαρύ.