Η Ελλάδα του οποιουδήποτε και η Τουρκία του «σουλτάνου»

Ο ρόλος της χώρας αναβαθμίζεται, και αυτό όχι εξαιτίας των κυβερνήσεων

Aπό τον 
Ραφήλ Καλυβιώτη

Από ό,τι όλα δείχνουν, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρώτη φορά επί προεδρίας Τραμπ είναι αποφασισμένες να δουν τη συμμαχία τους με την Τουρκία υπό ένα νέο πρίσμα. Οι ΗΠΑ είναι βαθύτατα προβληματισμένες με τα σχέδια της Αγκυρας να αγοράσει το προηγμένο σύστημα αεροπορικής άμυνας S-400 από τη Ρωσία, διότι την ίδια ώρα η Τουρκία θα λειτουργήσει και τα μαχητικά F-35, τα νεότερα αεροσκάφη υψηλής τεχνολογίας στον αμερικανικό στρατιωτικό κατάλογο. Από τη στιγμή δε που η Τουρκία θα εξαρτάται από τη Ρωσία για τη συντήρηση και τα ανταλλακτικά των S-400, η Μόσχα θα είναι και σε θέση να συλλέξει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο ανίχνευσης των αμερικανικών αεροπλάνων. 

Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Οι Τούρκοι έχουν ήδη περιπλέξει καιρό την κατάσταση με τις ΗΠΑ, όταν οι τελευταίες πολεμούσαν εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, αρχικά αναγκάζοντάς τις να διαπραγματευτούν για έναν χρόνο τη χρήση της αεροπορικής βάσης του Ιντσιρλίκ και στη συνέχεια μέσω της εισβολής της Τουρκίας στη Βόρεια Συρία, στοχεύοντας τους Κούρδους συμμάχους της Ουάσινγκτον. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ίδιος ο πρόεδρος Ερντογάν απείλησε τα στρατεύματα των ΗΠΑ στη Συρία. Αλλά και με το Ιράν η κατάσταση είναι εξίσου προβληματική, αφού η Τουρκία διαπραγματευόταν ξεχωριστά και βοηθούσε την Τεχεράνη να αποφύγει όσο ήταν δυνατόν τις επιβαλλόμενες κυρώσεις για το πυρηνικό πρόγραμμά της. Αυτό το καλοκαίρι, μάλιστα, φούντωσε κι άλλο η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών, αφού ο Αμερικανός πάστορας Αντριου Μπράνσον είναι φυλακισμένος στην Τουρκία από τον Οκτώβριο του 2016 και χρησιμοποιείται ως κρατούμενος για να εκδώσουν οι ΗΠΑ στην Τουρκία τον Φετουλάχ Γκιουλέν, ο οποίος θεωρείται από τον Ερντογάν ως ο υποκινητής του πραξικοπήματος εναντίον του.

Ολα αυτά λαμβάνουν χώρα εν μέσω μιας πρωτοφανούς πτώσης της τουρκικής λίρας. Το υπουργείο των Οικονομικών το διαχειρίζεται ο ίδιος ο γαμπρός του Τούρκου προέδρου. Και παρότι υποστηρίζει πως όλα τα οικονομικά στοιχεία δεν δικαιολογούν αυτήν την επίθεση των αγορών εναντίον της τουρκικής οικονομίας, μάλλον δεν αντιλαμβάνεται ότι οι αγορές δεν ασχολούνται με πολιτικαντισμούς. Ο Ερντογάν σε τέτοιες κρίσεις συνηθίζει να κατηγορεί τα «σιωνιστικά λόμπι», επικαλείται τον Θεό, ισχυριζόμενος ότι θα προστατέψει το τουρκικό έθνος, και γενικώς και αορίστως ανακαλύπτει εξωτερικούς εχθρούς που «πολεμούν την Τουρκία».

Αλλά, όπως διαφαίνεται, ακόμα και οι δικτάτορες είναι αδύναμοι μπροστά στον ορθολογικό τρόπο αξιολόγησης μιας ελεύθερης οικονομίας από τις αγορές. Η τεράστια εξάρτηση της Τουρκίας από το εξωτερικό συνάλλαγμα κατέδειξε την αδυναμία της και οι επενδυτές παρουσιάστηκαν παραπάνω από διστακτικοί απέναντι στις απρόβλεπτες κινήσεις οι οποίες απορρέουν από τον αυταρχισμό του Ερντογάν.

Η Τουρκία μπορεί να αντιτάξει στη Δύση ότι ο στρατός της είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος του ΝΑΤΟ, να επιδείξει το στρατηγικό βάθος της, το οποίο διαχωρίζει την Ευρώπη από την ταραχώδη Μέση Ανατολή, και να καμαρώσει για το ΑΕΠ της. Παρά ταύτα, η Τουρκία δεν μεγάλωσε ως σύγχρονο κράτος μακριά από τη Δύση, αλλά εξαιτίας της χρησιμότητας που είχε για τη Δύση. Η ευθεία σύγκρουση με τις ΗΠΑ, οι δικτατορικές μέθοδοι σύλληψης όλων των πολιτικών αντιπάλων και οι χρόνια κακοί χειρισμοί στην οικονομία δεν προοιωνίζονται καλά μαντάτα για τον «σουλτάνο». Μπορεί προσώρας να βρήκε χείρα βοηθείας από τη Ρωσία, αλλά αυτές οι φιλίες μεταξύ γεωπολιτικών αντιπάλων δεν έχουν μεγάλη διάρκεια. Κι ενώ το συγκαλύπτει, η κουρδική ωρολογιακή βόμβα στο εσωτερικό της αποτελεί έναν τέτοιον αστάθμητο παράγοντα, που κανείς δεν δύναται να προβλέψει.

Σε αυτό το γεωπολιτικό τοπίο ο ρόλος της Ελλάδος αναβαθμίζεται. Οχι, φυσικά, εξαιτίας των ανίκανων κυβερνήσεών της, αλλά λόγω του γεγονότος ότι η Δύση είναι αναγκασμένη να προστατέψει τη χώρα μας, και μαζί το Ισραήλ, ως ακρίτες του πολιτισμένου ελεύθερου κόσμου. Υπό αυτό το πρίσμα, πρέπει να αναρωτηθεί κανείς εάν η επί σειρά ετών προπαγάνδα Ελλήνων παραγόντων για το Σχέδιο Ανάν, την ελληνοτουρκική φιλία, την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. και τη συμβατότητα του Ισλάμ με τη δημοκρατία ήταν απλά καλόπιστη. Πολύ αμφιβάλλω.

*Πολιτικός επιστήμων και πρόεδρος του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών (diesy.gr) - rkaliviotis@gmail.com