Νησιά της Ουτοπίας

Στη μυθική νήσο Ατλαντίδα ο Πλάτων είχε αναστήσει έναν κόσμο ιδεατό, μια τέλεια πολιτεία, όπου τα όντως όντα, ευδαίμονα, ακατάλυτα και αιώνια, απολάμβαναν έναν μοναδικό επίγειο παράδεισο

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Νησιά του μύθου, που βυθίζονται στο πέλαγος και στις μνήμες των αιώνων, στον ήλιο και στα χρώματα και στις μυρίπνοες αύρες του θέρους, και που καλούν σε ταξίδια ονειρικά για μια ανάπαυλα, μια προσωρινή ανακωχή από τον μόχθο και τον κάματο, μια πρόσκαιρη διακοπή από κάθε έργο και μέριμνα, από την οξύτητα της εποχής. Διαφυγή «για τους δραπέτες, τους λιποτάκτες της στεγνής λογικής των τριών διαστάσεων; Την τέταρτη κυνηγούμε, την άυλη κι άπιαστη, τη φευγάτη από το κοσμικό περίγραμμα των ματιών μας. Τη φυγή ζητάμε στο άπειρο, στον ίλιγγο της φαντασίας. Αυτή που θα μας γλιτώσει από τον ανθρώπινο πίθηκο των αταβικών φόβων, από τον σιχαμερό μέρμηγκα της καθημερινής φαγοπεπτοαφοδευτικής καθημερινότητας. Ας γίνουμε τζιτζίκια κι ας τραφούμε με δροσιές αυγινές. Ας γίνουμε χίμαιρες κι ας ξεδιψάσουμε από νάματα παραμυθιών και θρύλων» (Μ. Καραγάτσης). 

Νησιά της απαρχής, σε χώρο και χρόνο του Υπερπέραν, που δημιουργούν μια αυταπάτη, τόποι λήθης που προσκαλούν σε μια σύντομη παραμονή, σε ένα στατικό βύθισμα στην ανυπαρξία, σε μια ενδοσκόπηση, θεραπεία και ίαση, και στη μετάβαση σε μια άλλη διάσταση, μια νέα αρχή.
Στη μυθική νήσο Ατλαντίδα ο Πλάτων είχε αναστήσει έναν κόσμο ιδεατό, μια τέλεια πολιτεία, όπου τα όντως όντα, ευδαίμονα, ακατάλυτα και αιώνια, απολάμβαναν έναν μοναδικό επίγειο παράδεισο. Σεισμοί, εκρήξεις και κύματα παλιρροϊκά καταπόντισαν στην άβυσσο την Ατλαντίδα, όμοια με τα σκοτεινά βάραθρα που έκρυψε τα μυστήρια και τις εκπλήξεις της «Μυστηριώδους Νήσου» του Ιουλίου Βερν.

Ταξίδια μυθικά, με τα ιστία ορθάνοιχτα στους ανέμους και στην ορμή της θάλασσας, με την προσδοκία αναψυχής, στην αναζήτηση της ανακάλυψης ενός κόσμου άλλου, κόσμου ελευθερίας, μακριά από τις συμβάσεις και τους νόμους της ευτέλειας. Τόποι αναφοράς που είναι ασύνδετοι μεταξύ τους, καθώς χάσμα μέγα τούς χωρίζει από την πραγματικότητα, αλλά που προξενούν μια ακαταμάχητα ηδονική έλξη, μια σχέση πρωταρχική με το μητρικό σώμα, μια ανεκπλήρωτη ανθρώπινη επιθυμία, όμοια με εκείνη που κάποτε προκαλούσε το πανάρχαιο ύδωρ της Στυγός, όπου τον Αχιλλέα είχε βαπτίσει η Θέτις, ή το νησί της ανθόσπαρης και μυροβόλας Ανθεμόεσσας, που κατακλύζει το άσμα των Σειρήνων με τα χρυσά φτερά, όπου κλείνουν τις επιθυμίες των θνητών και τις μεταφέρουν πρόθυμα στην περιοχή της αθανασίας. Διαδρομές θαλάσσιες, θερινές περιδινήσεις στην αναζήτηση της ειλικρινούς συμφιλίωσης και διασφάλισης «του εσωτερικού δαίμονα από κάθε προσβολή και βλάβη, και πιο ψηλά από τις ανθρώπινες ηδονές και οδύνες» (Μ. Αυρήλιος).

Περιδιαβάσεις και αναφορές σε πελάγη που διηγούνται ασίγαστα τις ιστορίες και τις περιπέτειες ανθρώπων οι οποίοι χάραξαν σε μακρινούς ορίζοντες σταθερές πορείες πλεύσης. «Στη θάλασσα την πολυκυματούσα,/κατάμπροστα στην Αίγυπτο/είναι ένα νησί, που Φάρο τ' ονομάζουν» (Ομηρος), όπου κατοικεί ο προφητικός Αλιος Γέρων, το πανάρχαιο πνεύμα, αλάνθαστο, το οποίο γνωρίζει τα μυστικά των θαλασσών, ο Πρωτεύς, που μεταμορφώνεται συχνά, όπως η θάλασσα, που αλλάζει συχνά όψεις και μορφές και χρώματα, λευκάζει απαλά στις κορυφές αρμονικών κυμάτων που ηχούν ρυθμικά, ακατάπαυστα και ανταπαντούν στις προφητείες του: «Γέρος αλάθευτος εδώ θαλασσινός συχνάζει,/ο αθάνατος Αιγυπτιανός Πρωτέας, που τα βάθια/γνωρίζει όλης της θάλασσας». Μια θεά λευκή στους αφρούς των κυμάτων, η Λευκοθέα, οδηγεί σε ασφαλείς και υπήνεμους όρμους.

Μια θεά, στη «μοναξιά της θάλασσας που είναι πικρή και ατελεύτητη. Απλώνεται απ' τα ακρότατα όρια του ορίζοντα, τεντώνεται, ώσπου κάποια στιγμή ο νους σου ν' αγγίξει από το άλλο του άκρο το ιδανικό που κείται πέραν, στην ουσία όμως γειτονεύει, όπως συμβαίνει μ' όλα τ' αντίθετα στην έσχατη έντασή τους. Αλήθεια, νιώθω τώρα να 'μαι κοντά, σχεδόν “ν' ακουμπώ” κείνα που διηγούνται οι παλιοί ναυτικοί. Για μια ζώνη απέραντης και άπεφθης καθαρότητας, όπου το βάρος σου εκεί δεν μετράει κι όπου το φως δεν είναι του ηλίου που ξέρουμε, μήτε κανενός άλλου τεχνητού ή ουρανίου σώματος. Είναι το φως που δεν χρειάζεται να περάσει από τα μάτια για να σου γίνει αισθητό. Εκεί, έχουν να λένε, συντελείται η επανάκτηση του σώματος μείον την εύτρωτη πλευρά του. Η ανασύνθεση της ύλης που σε αποτελεί, με βάση δεδομένα εντελώς άγνωστα και συγκλονιστικά, προπάντων από την άποψη ότι δεν υπάγονται πλέον στις διαδικασίες του χρόνου. Πρόσω καταπάνω στον κίνδυνο. Ή θα συνθηκολογήσεις και θα μείνεις από τους εδώθε ή θα περάσεις πέρα. Πρόσω ηρέμα προς το μη θολούμενον, το εύτρεπτον, το γυμνόν, το φαίνον, το αυτώ καταληπτόν, το αναλλοίωτον» (Οδ. Ελύτης).

Στην περίοδο της ωριμότητας μυείται τελετουργικά στην απόμακρη νήσο, τη Σκύρο, ο Αχιλλεύς, κατά την παραμονή του στο ανάκτορο του Λυκομήδους, ενώ εδώ ο Θησεύς, ο Αθηναίος ήρωας, μεταβαίνει, οριστικά πλέον, στην περιοχή της αθανασίας ή «από την ομάδα στο άτομο, από τον λειτουργικό βασιλέα στον εξατομικευμένο ιστορικό ή επικό αρχηγό. Είναι γιος βασιλέως, αφήνει όμως τη βασιλεία και γίνεται ο ήρωας της καινούργιας δημοκρατίας που βασίζεται στην ατομικότητα. Τούτη η γρήγορη μετάβαση από την ομάδα στο άτομο, από τη λειτουργία στο πρόσωπο θα αποτελέσει την αδυναμία και τη δύναμη ταυτόχρονα της θρησκείας των Ελλήνων. Το άτομο είναι εύθραυστος φλοιός, που ξεκινά να πλεύσει σε μια επικίνδυνη θάλασσα» (J.E. Harrison).

Η Λήμνος είχε φιλοξενήσει και θεραπεύσει στα «Τρωϊκά» τον Φιλοκτήτη, τον μυθικό βασιλέα της Μελίβοιας, η «Ιερή» Σφαιρία (ή Πόρος), όπου ο τάφος του ηνιόχου του Πέλοπος, Σφαίρου, έκρυψε το μυστικό της Αίθρας, η Νάξος (ή Δία) είχε υποδεχθεί την Αριάδνη, όταν την εγκατέλειψε ο Θησεύς, για να την ανακαλύψει ο Διόνυσος, καθώς ταξίδευε σε θάλασσες και σε νησιά με το μαγικό πλοίο του, που στεφάνωναν κλήματα και βότρυες, καθώς «κύκνοι αργοτραβάν ελεφαντόβαρκες,/Και είν' αχατοστάλαχτες οι αχτίδες,/Κοραλλένια είναι τα στέφανα/Σε κεχριμπαρόφεγγες πλεξίδες./Μαργαρένια λίμνη ονειροζή/Νούφαρα και υδροχαρίδες» (Κ. Παλαμάς).

Οι θρυλικοί Αργοναύτες πάλλευκα ανοίγουν στον άνεμο τα ξάρτια και τ' άρμενα πάνω από τα κύματα του γαλανού πελάγους για να φέρουν από τα βάθη των ονείρων, από τη χώρα του Αιήτη, αδελφού της Κίρκης, το Χρυσόμαλλο Δέρας, κι ο Οδυσσεύς κύκλους θα γράφει γύρω από την Ωγυγία, το νησί της Καλυψούς. Εκεί, σε ένα στατικό βύθισμα στον χρόνο, όπου «πυκνές συστάδες σκλήθρες, μαύρες λεύκες και κυπαρίσσια, στα κλαδιά των οποίων είχαν στήσει τη φωλιά τους μπούφοι, γεράκια και θαλάσσιες κουρούνες, σκέπαζαν την τεράστια σπηλιά της Καλυψούς, το στόμιο της οποίας έκρυβαν αναρριχώμενα αμπελόκλαδα. Πετροσέλινο και ίριδες θρασομανούσαν στο ξέφωτο δίπλα στο σπήλαιο, το οποίο τροφοδοτούσαν με γάργαρο νερό τέσσερα ρυάκια. Η όμορφη Καλυψώ συμπεριφέρθηκε ευγενικά στον Οδυσσέα, που έφθασε εκεί παραπατώντας. Του πρόσφερε τροφή και δυνατά ποτά, και τον προσκάλεσε στην κλίνη της. “Μείνε μαζί μου”, τον παρακαλούσε, “και η ανταμοιβή σου θα είναι η αθανασία και τα παντοτινά νιάτα”» (Ρ. Καλάσο).
Νησιά του μύθου, που βυθίζονται στο πέλαγος και στις μνήμες «...και βλέπεις τα βιώματά σου άλλοτε ν' απομακρύνονται σε μεγάλο βάθος, με μιαν καθαρά ονειρική προοπτική, άλλοτε πάλι να 'ρχονται σε πρώτο πλάνο, τόσο που να διακρίνεις τους πόρους του δέρματός σου» (Οδ. Ελύτης).