ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΥΡΚΙΑ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Προβληματισμός για το επόμενο κεφάλαιο των σχέσεων με Αγκυρα μετά την απελευθέρωση των στρατιωτικών

Από τον 
Αλέξανδρο Τάρκα

Η πανηγυρική ατμόσφαιρα της απελευθέρωσης των δύο Ελλήνων στρατιωτικών έπειτα από 168 ημέρες ομηρίας (με επίδειξη σπάνιας σοβαρότητας εκ μέρους του υπουργείου Εθνικής Αμυνας και των οικογενειών τους, που δεν επέτρεψαν τη μετατροπή της υπόθεσης σε τηλεοπτική σαπουνόπερα) αντικαθίσταται πλέον από τον προβληματισμό για το επόμενο κεφάλαιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. 

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας υπογράμμιζε, κατά τη διάρκεια όλων των συναντήσεών του με ξένους ηγέτες τους περασμένους μήνες, ότι η Ελλάδα επιδιώκει ειλικρινή και επωφελή συνεργασία με την Τουρκία. Τόνιζε όμως, ταυτόχρονα, πως δεν μπορούσαν να γίνουν άμεσα βήματα για όσο διάστημα η Αγκυρα συνέχιζε, πρώτον, την κράτηση των δύο στρατιωτικών και, δεύτερον, την αμφισβήτηση του Διεθνούς Δικαίου. Παρόμοια μηνύματα είχαν μεταδοθεί απευθείας προς την τουρκική πλευρά κατά τη διάρκεια της συνάντησης του πρωθυπουργού με τον πρόεδρο Ρ.Τ. Ερντογάν στις 12 Ιουλίου στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ και νωρίτερα, στις 27 Απριλίου, στις συνομιλίες Κοτζιά - Τσαβούσογλου με την ευκαιρία της συνάντησης του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών. Σε αμφότερες τις συναντήσεις η τουρκική πλευρά φέρεται ότι υπαινίχθηκε, με αρκετά ομιχλώδη τρόπο, κάποιας μορφής επικείμενη πρωτοβουλία του κ. Ερντογάν με σκοπό την εξέταση ποικίλων θεμάτων που συνδέονται με το Αιγαίο και την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στην ευρύτερη περιοχή της Κύπρου και της ΝΑ Μεσογείου.

Σήμερα, από τη στιγμή που εξέλιπε ο πρώτος λόγος ακύρωσης των συνθηκών διαλόγου, δηλαδή η κραυγαλέα πρόκληση της ομηρίας, τα ερωτήματα είναι αν, πότε και πώς η ελληνική κυβέρνηση θα επιχειρήσει νέο γύρο επαφών με την Αγκυρα. Θα δοκιμάσει τις πιθανότητες διαλόγου, ακόμα κι αν εξακολουθεί να ισχύει ο δεύτερος ανασταλτικός λόγος με την αμφισβήτηση του Διεθνούς Δικαίου και των συνθηκών; Θα αρκεστεί σε μια προσωρινή (ποσοτική ή ποιοτική) μείωση των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο, θα εγκλωβιστεί στην πιθανή πρωτοβουλία Ερντογάν (στη λογική τής διαπραγμάτευσης «πακέτο» που επιδιώκει η Αγκυρα επί δεκαετίες) ή θα εκδηλώσει δικές της πρωτοβουλίες;

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα ανήκουν, ασφαλώς, στον πρωθυπουργό και στους αρμοδίους της διπλωματικής υπηρεσίας, αλλά πρέπει να ληφθεί υπόψη και το εσωτερικό πολιτικό πλαίσιο των επερχόμενων εκλογών. Γιατί, όποτε κι αν αυτές διεξαχθούν μέχρι τα τέλη του 2018 ή στο πρώτο πεντάμηνο του 2019, καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να προκαταβάλει τη βούληση του εκλογικού σώματος ή τις κινήσεις της διαδόχου της. Πρόκειται για έναν άτυπο, εθιμικό κανόνα που ίσχυσε και επιβεβαιώθηκε, επανειλημμένα, τις τελευταίες δεκαετίες. Οχι μόνο στο κεφάλαιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά και με την αναστολή των συνομιλιών με τις ΗΠΑ για τις βάσεις το 1981 (πρωθυπουργός Γ. Ράλλης και υπουργός Εξωτερικών Κων. Μητσοτάκης) και το 1989 (Ανδρ. Παπανδρέου και Κ. Παπούλιας), ενώ το ίδιο συνέβη και στις αρχές του 2004 (Κ. Σημίτης, Γ. Παπανδρέου) με την παύση των διαπραγματεύσεων για το Σχέδιο Ανάν. Θα είναι -το λιγότερο- αδόκιμο η κυβέρνηση να προχωρήσει σ’ έναν δεσμευτικό διάλογο με την Τουρκία εν μέσω άτυπης προεκλογικής περιόδου ή χωρίς προηγούμενη διερεύνηση και εξασφάλιση διακομματικής συναίνεσης, όπως περιφρονητικά έπραξε με τη Συμφωνία των Πρεσπών για την ΠΓΔΜ.

Ωστόσο, αν εξασφαλιστούν οι απαραίτητες εγγυήσεις συναίνεσης στο εσωτερικό, ασφαλώς και η κυβέρνηση θα ήταν χρησιμότατο να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με την Αγκυρα. Ενδεχόμενη πλήρης απονέκρωση των διμερών επαφών θα έδινε στην Τουρκία νέες αφορμές για κλιμάκωση της έντασης. Σε αυτό το πλαίσιο, επείγει ο διάλογος για την αντιμετώπιση της νέας αύξησης των μεταναστευτικών ροών στο Αιγαίο, καθώς οι ταυτόχρονες διαβεβαιώσεις της Κομισιόν και της Αγκυρας για ικανοποιητική εφαρμογή της Κοινής Δήλωσης Ε.Ε. - Τουρκίας του Μαρτίου 2016 εξουδετερώνονται από την καθημερινή πραγματικότητα στα νησιά του Αιγαίου. Προφανώς οι αρμόδιοι Ευρωπαίοι και Τούρκοι αξιωματούχοι αναφέρονται, εμμέσως πλην σαφώς, μόνο στις συνέπειες ενδεχόμενης πλήρους κατάρρευσης της Κοινής Δήλωσης και συγκρίνουν με τα χειρότερα σενάρια εξελίξεων. Δεν πρέπει, επίσης, να λησμονείται ότι τα οφέλη της Κοινής Δήλωσης μειώνονται (ή και μπορεί να εξουδετερωθούν πλήρως) όσο η Αγκυρα δεν τηρεί τις υποχρεώσεις για αποδοχή της επιστροφής παράνομων μεταναστών βάσει της Συμφωνίας Επανεισδοχής Ε.Ε. - Τουρκίας και του διμερούς Πρωτοκόλλου Επανεισδοχής Ελλάδας - Τουρκίας.

Η ελληνική κυβέρνηση έχει προβεί σε συχνές προειδοποιήσεις για τη σύνδεση των επανεισδοχών με τη βοήθεια που λαμβάνει η Τουρκία από την Ε.Ε. προς αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης, χωρίς η γειτονική χώρα να αλλάξει τακτική στο παραμικρό. Σύμφωνα μάλιστα με πηγές στις Βρυξέλλες, η Αγκυρα όχι μόνον δεν συμμορφώνεται προς τους όρους είσπραξης της β΄ δόσης των 3 δισ. ευρώ, αλλά προσπαθεί να εκτρέψει τις συζητήσεις, αφενός, σε πολιτικά θέματα και, αφετέρου, στη χρηματοδότηση έργων του τουρκικού δημοσίου αντί των προγραμμάτων στήριξης των προσφύγων!

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη