Ο έμπιστος του Ανδρέα που δεν (θα) τον ήξερε ούτε ο... θυρωρός του!

Γεμάτη η πίστα στο «Περιβόλι τ' Ουρανού» απέναντι από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Νίκος Δημητράτος τραγουδάει το απτάλικο «Βλέπω γύφτισσες κοπάδια» και ο Μάκης Καλύβας, εφοπλιστής τότε, χορεύει με τον γιατρό Ηλία Φιλιππάκο, ενώ η παρέα απολαμβάνει το θέαμα. Με το φινάλε του τραγουδιού, ένας ψηλός, λεπτός και καλοφτιαγμένος άνδρας, με παχύ μουστάκι, ντυμένος μοδάτα, φαρδιά πέτα στο σακάκι και μακρύς γιακάς στο πουκάμισο με γραβάτα λαχούρι, σηκώνεται και παίρνει το μικρόφωνο. «Παρακαλώ καθίστε, τώρα χορεύει ο πρόεδρος» λέει και η πίστα αδειάζει ως διά μαγείας. Η ορχήστρα, με τον Τερζή στο πιάνο, τον Ιατρού στο μπάσο και τον μακαρίτη ρεμπέτη Γιάκαλο στο μπουζούκι, παρέα με τον Στέλιο, τον γιο του Μάρκου Βαμβακάρη, παίζει τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Ο Ανδρέας Παπανδρέου, που κάθεται με τη συντροφιά του πρώτο τραπέζι πίστα, σηκώνεται, ανοίγει τα χέρια και χορεύει ζεϊμπέκικο. Ο άνδρας με το μουστάκι, «το πιστό σκυλί» του Παπανδρέου, γονατίζει και χτυπάει παλαμάκια. Είναι ο Γιώργος Κατσιφάρας, φίλος και αδελφός του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ αλλά και μετέπειτα δανειστής του (!!!) για τη ροζ βίλα της Εκάλης μαζί με τον Κάρολο Παπούλια.

 

Λίγο πριν μπει για τελευταία φορά στον Ευαγγελισμό, ο Γιώργος Κατσιφάρας τηλεφωνεί στη σύζυγο φίλου του δημοσιογράφου, ο οποίος περνάει σκληρή δοκιμασία. «Μπαίνω για μια δύσκολη εγχείρηση, μπορεί να πεθάνω. Πες του ότι τον αγαπάω και τον σκέφτομαι» της λέει με φωνή σπασμένη και κλείνει το τηλέφωνο. Τα ξημερώματα της περασμένης Τετάρτης, στα 77 του χρόνια, έκλεισε για πάντα τα μάτια του. Δεν είναι βέβαιο ότι στην κηδεία του παρευρέθη και «ο θυρωρός της πολυκατοικίας» . Σήμερα δεν υπάρχουν πλέον θυρωροί. Η περίφημη φράση του, όμως, που την απηύθυνε στους πρώτους «αντάρτες» που φάνηκαν στο ΠΑΣΟΚ -«αν δεν ήταν ο Ανδρέας δεν θα μας ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας μας»- θα μείνει στην Ιστορία. Ηταν η απόλυτη αλήθεια. «Μαζέψαμε τους πεινασμένους και τους κάναμε να ράβονται στον «Γιαννέτο» έλεγε, όταν μελαγχολούσε.

 

Ο Γιώργος Κατσιφάρας γεννήθηκε στο Καλέντζι. Για τον πατέρα του δεν μίλησε ποτέ κανείς. Σαν να μην υπήρξε. Στη μάνα του αναφερόταν και ο ίδιος συνεχώς. Κάποιοι καλλιέργησαν έναν μύθο, ότι ήταν ετεροθαλής αδελφός του Ανδρέα, αλλά μάλλον δεν αληθεύει. Ο Γιώργος, πάντως, μεγάλωσε στο σπίτι των Παπανδρέου και «κόλλησε» με τον Ανδρέα, που το 1981 τον εξέλεξε βουλευτή στην Α΄ Αθηνών και τον διόρισε υφυπουργό Αθλητισμού με γραμματέα τον Κίμωνα Κουλούρη.

 

Στα χέρια του έσκασε η μεγάλη ποδοσφαιρική βόμβα με το «θέμα Μπουμπλή». Εστειλε την υπόθεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας και ο τότε σύμβουλος Γιώργος Κουβελάκης, μετέπειτα υπουργός Δικαιοσύνης του ΠΑΣΟΚ, με αμφιλεγόμενη πορεία, απεφάνθη ότι δεν υπήρξε «Μπουμπλής» αλλά μόνο Χουάν Ραμόν Ρότσα. Ο Ρότσα έμεινε στον Παναθηναϊκό αφού άδειασε μια θέση ξένου με την παραχώρηση του Αρνε Ντόκεν στον Απόλλωνα, αλλά η «Θύρα 13» έκανε τον υφυπουργό φίρμα με το σύνθημα «Γ…. η φάρα του Κατσιφάρα», που αντηχούσε για πολλά χρόνια στην κερκίδα.

 

Το 1982, όταν ο υπουργός Ναυτιλίας Στάθης Γιώτας, πιστεύοντας ότι το ΠΑΣΟΚ έφερνε τον σοσιαλισμό, «τα έσπασε» με τους εφοπλιστές, ο Ανδρέας έστειλε τον Κατσιφάρα στο υπουργείο, με γραμματέα τον ναυτιλιακό δικηγόρο Βασίλη Σαραντίτη.

 

Λίγες ημέρες αργότερα, ο νέος υπουργός καλούσε στο γραφείο του ναυτιλιακό συντάκτη, στενό φίλο του γραμματέα και του εξηγούσε «μερικά πράγματα».

-Ακου, φίλε. Εγώ είδα πρώτη φορά θάλασσα στα 17 μου χρόνια. Δεν έχω ιδέα από τη Ναυτιλία, αλλά θέλω να μάθω και γι' αυτό θα ρωτάω πριν αποφασίσω. Δεν με νοιάζει αν είσαστε δεξιοί ή αριστεροί, η δουλειά μας είναι να κρατήσουμε τα βαπόρια στη σημαία.

 

Φανατικός «Αεκτζής», στενός φίλος του Λουκά Μπάρλου, δεν έχανε αγώνα της λατρεμένης του ομάδας. Του άρεσε επίσης το καλό ουίσκι, τα «Rothmans», το ξενύχτι σε γνήσια λαϊκά κέντρα και η πόκα.

 

Εχουν μείνει στην ιστορία οι ατέλειωτες ώρες xαρτοπαιξίας μέχρι να ξαναπάρει πίσω τα λεφτά του ο Δροσογιάννης, που κλαιγόταν συνέχεια στο παιχνίδι. Ο Κατσιφάρας έδωσε και το παρατσούκλι «Γύπας» στον Μιλτιάδη Παπαϊωάννου, επειδή ο τ. υπουργός έχει μακριά χέρια και όταν μάζευε τις μάρκες μετά από κερδισμένο «κόλπο» έμοιαζε με αρπακτικό που ανοίγει τις φτερούγες του! Η παρέα που έπαιζε ήταν πάντα η ίδια και τα χρήματα που παίζονταν ελάχιστα.

 

Τρυφερός και διαχυτικός με τις γυναίκες, παρέμεινε φανατικός εργένης, παρά τις φήμες για μακρόχρονο δεσμό με κόρη μεγαλοβιομηχάνου. Ποτέ δεν τον είδε κάποιος με μόνιμη σύντροφο. Προτιμούσε τις αντροπαρέες. Σε φίλο του, που βάλθηκε να τον παντρέψει, εξομολογήθηκε: «Δεν μπορώ να ξυπνήσω το πρωί και να έχω άλλον άνθρωπο δίπλα μου. Θέλω να σηκωθώ όπως είμαι και να φτιάξω μόνος μου τον καφέ μου». Μόνος του έμεινε μέχρι το τέλος, έχοντας αδυναμία στις ανιψιές του. Στενή φιλία ανέπτυξε με τον Δημήτρη Κοντομηνά, με του οποίου το σκάφος έκανε πολλά ταξίδια και απολάμβανε τη θάλασσα που γνώρισε αργά.

«Εγώ μπορώ να πηγαίνω όπου θέλω με σκάφος φίλων, γιατί ξέρουν ότι έχω μόνο ένα στόμα να θρέψω» έλεγε, όταν ξέσπασε η ιστορία με τα «κότερα» και τον Τσουκάτο, τον οποίο θεωρούσε «πονηρό και επικίνδυνο» από την εποχή που ο μετέπειτα «στρατηγός» του Σημίτη ήταν φαρμακοποιός στον Οίκο Ναύτου και στέλεχος της ΠΑΣΚΕ στο υπουργείο Ναυτιλίας.

 

Στον Πειραιά επέστρεψε το 1993 μέχρι να τον «τελειώσει» πολιτικά ο Σημίτης, που τον αντικατέστησε με τον Κοσμά Σφυρίου. «Δεν θα έχουνε καλό τέλος, να μου το θυμηθείς. Από την ώρα που ο Τσουκάτος τρώει υπουργούς, μας πήρε και μας σήκωσε» είπε, φεύγοντας για πάντα από το υπουργείο Ναυτιλίας.

 

Στις εκλογές του 1996 δεν εξελέγη και αποφάσισε να αποσυρθεί. «Ο κόσμος μού είπε δεν σε θέλω άλλο, σε βαρέθηκα. Δεν θα ξανακατέβω, κι εδώ που έφτασα πολύ είναι» είπε στους φίλους του μετά την αποτυχία. «Το είπε και η Μελίνα, ρε παιδιά. Δεν αρέσουμε πλέον»!

 

Ενα χειμωνιάτικο βράδυ Φλεβάρη, με τα χιόνια να έχουν φθάσει στην Αθήνα, τηλεφώνησε σε δημοσιογράφο που εμπιστευόταν. «Μήτσο, βούλιαξε το ''Χρυσή Αυγή'' στον Καβοντόρο και οι λιμενικοί μού λένε να μην πάω στη Ραφήνα γιατί θα με λιντσάρουν οι συγγενείς. Τι να κάνω;». Ο δημοσιογράφος ήταν κατηγορηματικός. «Να πας». Πήγε και έμεινε όλη τη νύχτα με τους συγγενείς των θυμάτων.

 

 

Έτρεχε να ψωνίσει ψάρια για τον πρόεδρο και τον στήριξε στην επιλογή της Λιάνη

 

Χωρίς ιδιαίτερες σπουδές, απλός τραπεζικός, έφυγε στα τέλη της δικτατορίας και βρήκε τον Ανδρέα στον Καναδά. Γύρισε μαζί του. Στα όρια της γραφικότητας έτρεχε τα πρωινά, πριν πάει στο υπουργείο, στους ψαράδες στο Μικρολίμανο και εξασφάλιζε τα καλύτερα ψάρια «για τον πρόεδρο». Και στο θέμα με τη Δήμητρα στάθηκε δίπλα του. «Δεν ξέρω αν είναι σωστό ή λάθος, εγώ είμαι με τον πρόεδρο» έλεγε σε φίλους που τον επέκριναν για τη στάση του. Γνώριζε, πάντως, καλύτερα από τον καθένα τα ενδοοικογενειακά των Παπανδρέου. Στήριξε τον Γιώργο στην εσωκομματική διαμάχη του 2007, λέγοντας «το κόμμα είναι παπανδρεϊκό και θα παραμείνει παπανδρεϊκό».

 

Το 1994 πήγε στο γραφείο του Σταύρου Νταϊφά. «Πρόεδρε, θα σε κατεβάσουμε για δήμαρχο στον Πειραιά» του είπε.

-Μα εγώ δεν είμαι ΠΑΣΟΚ! Απάντησε γελώντας ο καλόκαρδος εφοπλιστής.

-Γιατί μήπως είμαι εγώ; Ανταπάντησε ο Γιώργος, αλλά το σχέδιό του για έναν υπερκομματικό δήμαρχο στην πόλη δεν βρήκε απήχηση.

 

Εφυγε από τη ζωή πολύ ήσυχα, αντίθετα με τη φασαρία που έκανε όταν μπήκε στην καθημερινότητά μας.

-Ποιον θεωρείτε τον μεγαλύτερο άνδρα στην Ελλάδα μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου; Τον ρώτησε κάποτε μια δημοσιογράφος της «Lloyd’s List».

-Τον Κώστα Νεστορίδη! Της απάντησε και την... έστειλε να ρωτάει τους Ελληνες συναδέλφους της: «Who is Kostas Nestoridis;».

Ετικέτες: