Αναλογίες και Αντικατοπτρισμοί

Βιώνοντας τον «πολιτισμό της εικόνας», όπως είθισται να λέγεται η εποχή που διανύουμε, έχουμε ανομολόγητα μιθριδατιστεί στην παθητικότητα του αποδέκτη, όπως μας έχει καταστήσει η τηλεόραση

Aπό την 
Αθηνά Σχινά

Διανύουμε τις τελευταίες ημέρες ενός δύσκολου καλοκαιριού, που φαίνεται στη χώρα μας να βρήκε τις γνώριμες, κλιματικές και θερμοκρασιακές συνθήκες του το μόλις ήδη διανυόμενο δεκαπενθήμερο, χωρίς να μπορεί κανείς να βεβαιώσει με σιγουριά τέτοιου είδους προβλέψεις. Καμιά εγγύηση, ωστόσο, δεν υπάρχει για εξισορρόπηση, που να αφορά ένα κάποιο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, καθώς πρόσφατα βιώσαμε και θα μείνουν ανεξίτηλες στη μνήμη μας οι δραματικές και σφοδρές, αλλά και γοργές μεταλλαγές του καιρού, με καύσωνες, ανεμοστρόβιλους και καταιγίδες, που περιελάμβαναν πρωτοφανή τραγικά γεγονότα, με σημαντικές απώλειες κι αιτίες, τις καταστροφικές πλημμύρες και τις πυρκαγιές, ανεπούλωτα συμβάντα, από τα οποία θα κάνουμε καιρό να συνέλθουμε.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς: μήπως μια τέτοια ώρα θα φάνταζε παράδοξο να αναφερθούμε στην τέχνη, και μάλιστα στην εικαστική δημιουργία, κυρίως στην αναγκαιότητα των υπηρεσιών που θα ήταν ενδεχομένως δυνατόν εκείνη -μέσα από την εκφραστική πολλαπλότητα των μορφοποιητικών εκδοχών της- να μας προσφέρει, δίνοντας ίσως κάποιες λύσεις; Και φυσικά η τέχνη δεν θα μπορούσε να δώσει τέτοιου είδους λύσεις, γιατί ούτε αυτός είναι ο ρόλος της αλλά ούτε και οι λειτουργίες που επιτελεί. Βιώνοντας τον «πολιτισμό της εικόνας», όπως είθισται να λέγεται η εποχή που διανύουμε, έχουμε ανομολόγητα μιθριδατιστεί στην παθητικότητα του αποδέκτη, όπως μας έχει καταστήσει η τηλεόραση. Δεν ζούμε κανέναν «πολιτισμό της εικόνας» αλλά τον παντοδύναμο καταναλωτισμό της και τις αυτοματικές επενέργειες που εξασκεί ως προς τη συνειδησιακή μας εν τέλει αδρανοποίηση, που εκείνη -εντυπωσιοθηρικά και ανεπίληπτα, αλλά πάντα εξουσιαστικά- μας επιφέρει.

Ο ρόλος της τέχνης δεν αφορά την κολακεία της ματαιοδοξίας μας ούτε όποια πολιτικάντικα αντισυμβατική επαναστατικότητα που «ρητορικά» και μέσα από τα εικαστικά έργα δείχνουμε να προσεταιριζόμαστε, όντες εμείς στο απυρόβλητο, αφού διαφημίζουμε απλώς και ως κατακλείδα την «προοδευτικότητα» του ναρκισσευτικού γούστου μας. Αν είναι κάτι που θα μπορούσε η τέχνη να προσφέρει, είναι η αγωγή του βλέμματος, η οποία εξασκεί τη συνείδηση, ατομική και συλλογική, μέσα από μια ποικιλία τρόπων και διερωτημάτων, έτσι ώστε να μην εφησυχάζει ο σύγχρονος άνθρωπος με τις όψεις των παριστανομένων, εμβαθύνοντας πίσω και πέρα από αυτά, καθώς η λειτουργία της τέχνης στοχεύει στη διεύρυνση των ενδογενών οριζόντων μας, στην υπέρβαση των περιορισμών του «εγώ» και στον έμμεσο εξοστρακισμό της ιδιοτέλειας, στη νοητική επιπλέον καλλιέργεια και τη διέγερση της δημιουργικής μας φαντασίας, η οποία σημασιοδοτεί πολυεπίπεδες αναγνώσεις.

Αναγνώσεις που διαισθητικά και πραγματογνωστικά γεννιούνται μέσα από διαλεκτικούς συσχετισμούς και πολύτροπους υπαινιγμούς, οι οποίοι αναφύονται από τις εγγραφές μας στο υποσυνείδητο και τις προκλήσεις της καθημερινότητάς μας. Αυτή την καθημερινότητά μας οφείλουμε μέσα από την τέχνη να μάθουμε να τη διαβάζουμε πολυσήμαντα, με αναφορές και αναγωγές σε ό,τι θεωρούμε ότι μας συνιστά και μας συγκροτεί, πολιτισμικά και ως ιδιοπροσωπίες, διαχρονικά επίσης, όπως και επικαιρικά, μέσα από το φυσικό περιβάλλον, στο οποίο ζούμε και παρεμβαίνουμε, αλλά και μέσα από το ανθρώπινο που συμπεριφορικά το επιλέγουμε, το διαχειριζόμαστε και αναλογικά το διαμορφώνουμε. Κι εκείνο αλληγορικά μας αντικατοπτρίζει.

Με αφορμή αυτές μου τις σκέψεις προτροπής σε ένα είδος αυτογνωσίας, που όλοι έχουμε ανάγκη, κυρίως όμως με αφορμή την εικαστική έκθεση «Ποιητικό Αίτιο» που διαμόρφωσα το φετινό καλοκαίρι στο Ιδρυμα Κυδωνιέως της Ανδρου, το οποίο τη φιλοξενεί έως το τέλος Σεπτεμβρίου, δημοσιεύω εδώ μέρος από το ανέκδοτο υλικό που αφορά τις επίτοιχες φράσεις, τις οποίες θα διαβάσει αναρτημένες στους χώρους παρουσίασης ο θεατής. Πρόκειται για τις φράσεις που συνοδεύουν τα συγκεκριμένα έργα της τέχνης, στοχεύοντας να κινητοποιήσουν τον θεατή να συναισθανθεί και να αναλογιστεί γύρω από τις (αθέμιτες πολλές φορές) επιλογές που κάνει και τις (αθέμιτες έως καταστροφικές) χρησιμοθηρίες, στις οποίες συνήθως επιδίδεται, σχετικά με τη φύση και τον εαυτό του. Κι όλα αυτά συνέβησαν ή τουλάχιστον προετοιμάστηκαν για να παρουσιαστούν πολύ πριν από την τεράστια καταστροφή που δυστυχώς επιφύλαξαν κατόπιν οι πυρκαγιές και οι πλημμύρες στην Αττική και όχι μόνον. Ακολουθεί ο επιμύθιος, λοιπόν, λόγος, που ίσως μας κάνει να σκεφτούμε κάποια ζητήματα ζωής και τέχνης, της φύσης ουσιαστικά και του εαυτού μας, των συναναστροφών, των συνηθειών και συμπεριφορών μας, τα οποία μέχρι σήμερα θεωρούσαμε περιττά έως αμελητέα.

Η φύση και ο «εαυτός», ως ατομική αλλά και ως συλλογική συνείδηση, αντανακλούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. / Οι σχέσεις ανθρώπων και φύσης διέπονται από ευθύνες και συνέπειες, αλλοτριώσεις κι επιπτώσεις. Η ασθένεια της μίας παραμέτρου εμφανίζεται με διαφόρους τρόπους και στην άλλη. / Η συναίσθηση και συνειδητοποίηση αξιών και σημασιών, λόγων και πράξεων, συμπεριφορών και νοοτροπιών, χαρακτηρίζει την προσωπικότητα και την ποιότητα της ζωής που διάγουμε, προβάλλουμε και αντανακλούμε στη φύση. / Η φύση αντικατοπτρίζει τα ήθη μας, τη θέληση για επιβίωση, αλλά και την αναιτιολόγητη παράλληλα τάση της αυτοκαταστροφής μας. / Ο «πολιτισμικός» ευτελισμός και η βαναυσότητα, η πρόκληση και η θρασύτητα, η προσχηματική εντατικοποίηση και η αδιαφορία των συνεπειών συνοδεύουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό και την εκμετάλλευση, την επιθετικότητα και τη βία. Οι λειτουργίες της πάσχουσας φύσης παρουσιάζουν ανάλογα φαινόμενα, που εν τέλει μοιάζουν σαν να τα επιζητούμε. / Το δικαίωμα στο όνειρο είναι εκείνο που κινδυνεύει περισσότερο από όλα να χαθεί. Μαζί με αυτό, η ελευθερία του ατόμου βρίσκεται σε επισφάλεια, όπως μας διαμηνύει η ίδια η φύση, της οποίας καταστρέφονται οι μη ανανεώσιμες, πρωτογενείς πηγές.

Η ελευθερία του ατόμου, που παλαιότερα γέννησε ιδεολογίες και αγώνες, προκαλώντας ακόμη και αυτοθυσίες, βλέπουμε συστηματικά να απαλλοτριώνεται, να βρίσκεται σε αντιπαροχή. Ο άνθρωπος απομονώνεται στην ατομικότητα και αυτοχειριάζεται, έχοντας ήδη «καθησυχαστικά» προηγουμένως ευνουχιστεί. / Καταλύεται η παλαιότερη κοινωνική συνεκτικότητα, υποκαθιστάμενη από την έωλη αυτάρκεια του υποκειμενισμού. Ο σύγχρονος άνθρωπος διαχειρίζεται την περιορισμένη και ψευδαισθησιακή του πραγματικότητα, μεταθέτοντας τις ευθύνες του σε διαμεσολαβητικούς μηχανισμούς, που εμπορευματοποιούν τις ανάγκες και μαζί τις ελπίδες του, όπως αντίστοιχα εκείνοι εξουθενώνουν τη φύση.

Το άτομο καταναλώνεται για να καταναλώνει, μέχρι εν τέλει να καταναλωθεί. Τη φύση την αντιμετωπίζει με ιδιοκτησιακά δικαιώματα, που μόνον τα -βίαια- φαινόμενά της μπορούν και του τα αναιρούν. / Το κάθε σύστημα εκτρέφει ποικίλους τύπους και διακυμάνσεις της «εξουσίας», που χωρίς άλλοθι σήμερα εκείνη γιγαντώνεται, αποκαλύπτοντας μέσα από τις τερατογενέσεις της τις δραματικά επερχόμενες συνέπειες, αν δεν αναθεωρηθούν εγκαίρως και από τη βάση τους αυτές οι συνάλληλες παράμετροι φύσης και ζωής.

*Ιστορικός Τέχνης & Θεωρίας του Πολιτισμού