ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΩΝ ΜΕ ΔΙΚΑ ΤΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑ

Αθίγγανοι και πρόσφυγες «επιχορηγούνται» από τη ληστρική φορολογίατης μεσαίας τάξης

Από τον
Αλκιβιάδη Κ. Κεφαλά *

Ανήμερα της Παναγίας ξεκίνησε για το πατρικό του σπίτι στην Αρκαδία. Στο πέτρινο αρχοτικό και το ζεστό οικογενειακό περιβάλλον βίωσε χαρές και λύπες τα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής του. Μετά έφυγε εσωτερικός μετανάστης στην Αθήνα, ακολουθώντας τα βήματα και τη μοίρα της ελληνικής υπαίθρου και αφήνοντας πίσω του σιωπή. 

Ανοίγοντας με συγκίνηση την παλιά βαριά σιδερένια πόρτα είδε τη θύρα του σπιτιού ανοιχτή. Η καρδιά του αμέσως πάγωσε, αν και η ελπίδα τον έκανε να σκεφτεί ότι ίσως την ξέχασε ξεκλείδωτη στην τελευταία επίσκεψη. Το εσωτερικό του σπιτιού έμοιαζε βομβαρδισμένο. Αμέσως έφερε στο μυαλό του τις εικόνες που βίωσε μικρό παιδί στην Κατοχή. Τα έπιπλα αναποδογυρισμένα, τα συρτάρια βγαλμένα, τα στρώματα ξεσκισμένα και βρομισμένα με ανθρώπινα περιττώματα, τα βιβλία κατεστραμμένα, τα παλιά κρυστάλλινα φωτιστικά, αληθινά έργα τέχνης, σπασμένα και αυτά. Κομματιασμένες παλιές φωτογραφίες στο πάτωμα σταμάτησαν να διηγούνται την ιστορία της οικογένειας. Η εικόνα του παππού, στρατιώτη στα Πέντε Πηγάδια στον ατυχή πόλεμο του 1897, κομμένη στα τρία. Οι μορφές του πατέρα, γνωστών και άγνωστων φίλων και συγγενών χάθηκαν για πάντα.

Ενας αυτόπτης μάρτυρας κατέθεσε ότι αυτοί που φόρτωναν τα πράγματα του σπιτιού σε αυτοκίνητο ήταν Τσιγγάνοι από τον διπλανό καταυλισμό. Δέκα μέρες αργότερα, μέρα μεσημέρι, τη στιγμή που εκατοντάδες από αυτούς έπαιρναν τα επιδόματα της κυβέρνησης-ΜΚΟ από το ταχυδρομείο, η ίδια σκηνή επαναλήφθηκε, εξαφανίζοντας ό,τι απέμεινε από την πρώτη επιδρομή. Ετσι απλά μέσα σε δεκαπέντε μέρες το σπίτι, οι μνήμες, τα φαντάσματα και η ιστορία του χάθηκαν για πάντα παίρνοντας μαζί τους στη λήθη ένα κομμάτι Ελλάδας.

Εκατοντάδες παρόμοια περιστατικά καταγράφονται κάθε μέρα στην αφύλακτη χώρα. Είναι αξιοθαύμαστο ότι οι πολιτικοί επέτυχαν αδιαμαρτύρητα η λεηλασία της περιουσίας των αστών να αποτελεί ένα κοινωνικά αποδεκτό αδίκημα. Οι καταστροφές δεν αποτελούν παρά απλά στατιστικά στοιχεία του αστυνομικού δελτίου. Οι δράστες, αν συλληφθούν και ακολούθως αν προσαχθούν στη Δικαιοσύνη, συνήθως αφήνονται ελεύθεροι, επειδή η ποσότητα των εγκλημάτων δεν επιτρέπει πλέον τη διαχείρισή τους.

Η διαρκώς διογκούμενη εγκληματικότητα είναι μια συνειδητή πολιτική πράξη, που σκοπό έχει να εμπεδώσει τον φόβο στην αστική τάξη, ώστε η τελευταία να μην αντιδράσει στον αφανισμό της. Πράγματι, επιδόματα και χορηγίες άνω των 1.000 ευρώ μηνιαίως χορηγούνται από την κυβέρνηση-ΜΚΟ σε κάθε οικογένεια Τσιγγάνων, μεταναστών και προσφύγων. Τα χρήματα αυτά προέρχονται από τη ληστρική φορολογία της μεσαίας τάξης, το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης, τα πλεονάσματα, το τέλος επιτηδεύματος, τα αντικειμενικά κριτήρια και τον ΕΝΦΙΑ. Οι αστοί όχι μόνο ληστεύονται αγρίως από την κυβέρνηση-ΜΚΟ, αλλά βλέπουν και τα χρήματά τους να χρησιμοποιούνται στη βελτιστοποίηση των μεθόδων της λεηλασίας της περιουσίας τους από τους «ευπαθείς», που επωφελούνται όλο και περισσότερο από τη «νόμιμη» μεταβίβαση σε αυτούς του προϊόντος της πολιτικής ληστείας.
Προτού μετασχηματίσει η κυβέρνηση-ΜΚΟ τους Αθίγγανους σε καλά αμειβόμενους «επιδοματίες», πολλοί από αυτούς εξοικονομούσαν τα προς το ζην εργαζόμενοι ως έμποροι ή ως παραδοσιακοί τεχνίτες.

Ομως, η μαζική και γενναιόδωρη χορήγηση επιδομάτων, η καθολική ατιμωρησία, η ευμενής πολιτική μεταχείρισή τους καθώς και οι πολυπληθείς ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στη διαχείριση των ευρωπαϊκών χρημάτων, συνήθως προς ίδιον όφελος, σταδιακά απομάκρυναν τους Αθίγγανους από τον κόσμο της εργασίας. Η μετατροπή τους σε αργόμισθους δημοσίους υπαλλήλους και η πολιτική ατιμωρησία ενισχύουν την παραβατικότητά τους.

Πράγματι, ενώ ενθαρρύνεται η εργασία των Τσιγγάνων από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ώστε να ενταχθούν στην αγορά εργασίας, σχεδόν ουδείς εξ αυτών δέχεται να εργαστεί μετά την επιβολή της πολιτικής των επιδομάτων. Τα χρηματικά και τα πολιτικά προνόμια τα οποία απολαμβάνουν για να παραμένουν άεργοι σε πολλές περιπτώσεις είναι πολύ μεγαλύτερα από τα αντίστοιχα των κρατικών λειτουργών αυτών και της μεσαίας τάξης που τους συντηρεί.

Πώς είναι δυνατόν ακόμα και δωδεκάχρονοι Τσιγγάνοι να οδηγούν αυτοκίνητα, τη στιγμή που η πλειονότητά τους δεν γνωρίζει ανάγνωση και γραφή; Η αστική τάξη σήμερα συντηρεί με το αίμα της τους κομματικούς κηφήνες και το Δημόσιο, καθώς και έναν όλο αυξανόμενο πληθυσμό Αθίγγανων, μεταναστών και προσφύγων, που ενθαρρύνονται πολιτικά να εγκατασταθούν στην Ελλάδα.

Το εύλογο ερώτημα που γεννάται μέσα από τον πολιτικό σουρεαλισμό της σημερινής κυβέρνησης-ΜΚΟ και των κομμάτων εξουσίας γενικώς είναι για πόσο χρονικό διάστημα ακόμα η μεσαία τάξη θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί αδιαμαρτύρητα τον αφανισμό της και τη μετατροπή της χώρας σε απέραντο καταυλισμό.

*Διδάκτωρ Φυσικής του πανεπιστημίου του Manchester, UK, δ/ντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών