Δάνεια και εθνικά οφέλη

Η προσφυγή σε δανεισμό, που αποτελούσε πάγια πρακτική των κυβερνήσεων, είχε συχνά οδηγήσει την Ελλάδα σε αδιέξοδα και ολέθριες υποχωρήσεις

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Η προσφυγή σε δανεισμό, που αποτελούσε την προσφιλή και πάγια πρακτική των ελληνικών κυβερνήσεων, είχε συχνά οδηγήσει την Ελλάδα σε αδιέξοδα και ολέθριες υποχωρήσεις, και σε εθνικά ακόμη θέματα, αφού οι οικονομικές υποχρεώσεις προς τους πιστωτές υποβάθμιζαν τις ελληνικές θέσεις και αξιώσεις.
Τα δάνεια, άλλωστε, αποτελούσαν το πλέον ισχυρό μέσον που διέθεταν οι πιστωτές για να ασκήσουν πιέσεις, ώστε οι αποδόσεις να είναι ταχύτατες και τα οφέλη μεγαλύτερα. Μικρή αναδρομή στη δανειοληπτική δεινότητα της Ελλάδος καταδεικνύει πως η εκτίμηση και το ενδιαφέρον των πιστωτών επικεντρώνονται σε κράτη και πολιτικές ηγεσίες που ρέπουν στην εύκολη λύση της συνομολόγησης δανείων (δανειοληψία).

«Με τα δάνεια εκκρεμή και την Ελλάδα υπόδικη», σημειώνει ο Γ.Β. Δερτιλής, «η πίεση θα μπορούσε να ασκηθεί τη στιγμή ακριβώς που θα χρειαζόταν, τη στιγμή που η Ελλάδα θα επιχειρούσε πάλι να ακολουθήσει στο Ανατολικό Ζήτημα πολιτική αντίθετη προς τα συμφέροντα της μιας ή της άλλης Δύναμης».
Στα 1843 οι Δυνάμεις (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) «υποχρέωσαν την Ελλάδα να πληρώνει ετήσια δόση για τοκοχρεολύσια, το τεράστιο για την εποχή ποσόν των 3.434.283 φράγκων. Παρά τη συμπάθειά της για τον Οθωνα, η Ρωσία δεν τον υποστήριξε αποτελεσματικά, η δε Γαλλία συντάχθηκε με τη Μεγάλη Βρετανία. Η αύξηση των τοκοχρεολυσίων ανάγκασε την ελληνική κυβέρνηση να περικόψει επειγόντως και δραστικά τις δημόσιες δαπάνες, προκειμένου να συγκεντρώσει το τεράστιο ποσό.

Οι περικοπές των δαπανών επέφεραν μειώσεις μισθών, μέτρο που διευκόλυνε ιδιαιτέρως τους κινηματίες της 3ης Σεπτεμβρίου να στρατολογήσουν μελλοντικούς επαναστάτες.
Λίγο πριν από την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου διέρρευσε στον αθηναϊκό Τύπο το κείμενο μιας απειλητικής διακοίνωσης των Δυνάμεων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ι. Σπηλιωτάκη, ο οποίος διετέλεσε επί 22 χρόνια υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών προτού γίνει (το 1872) υπουργός, η διαρροή αυτή έγινε “εκ δυσεξηγήτου διπλωματικής ολιγωρίας” και το περιεχόμενο της “απειλητικής” αυτής διακοίνωσης “ουκ ολίγον συνετέλεσεν ίνα εμψυχώση την συνωμοσίαν”. Είναι φανερό ότι τη διπλωματική ολιγωρία ο Σπηλιωτάκης την αποδίδει στη βρετανική πρεσβεία. Την ίδια γνώμη εξέφρασε και ο Ι. Γ. Εϋνάρδος σε επιστολή του προς τον Λουδοβίκο της Βαυαρίας, τον Οκτώβριο του 1843.

Στο μεταξύ, με το πέρας της Συνδιάσκεψης (του Λονδίνου, 1843) οι Δυνάμεις προσκάλεσαν την Ελλάδα να υπογράψει. Η κυβέρνηση του Οθωνα υπέκυψε. Η υπογραφή της τέθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου, μία μέρα πριν από το στρατιωτικό κίνημα. Η συγκυρία του 1843 οδήγησε τις μεν Μεγάλες Δυνάμεις σε ένα κοινό μέτωπο, τις δε ελληνικές αντιμοναρχικές δυνάμεις σε έναν ισχυρό αντιπερισπασμό. Και η καταλυτική αυτή αναδιάταξη των πολιτικών σχέσεων επέτρεψε ή επέβαλε την επανάσταση -ή το κίνημα- της 3ης Σεπτεμβρίου 1843.
Βεβαίως, η άμεση επίδραση της συμφωνίας αυτής στην εξέγερση δεν είναι αυταπόδεικτη, έστω και αν υπάρχουν πολλές ενδείξεις και αποδείξεις ότι και οι δύο αυτές εξελίξεις συσχετίστηκαν στενότατα. Είναι πάντως βέβαιοι ότι η αποδυνάμωση του Οθωνα ήταν πρωταρχική επιδίωξη των δύο δυτικών Δυνάμεων και, κυρίως, της Μεγάλης Βρετανίας.

Επιδιώκοντας να ενοχοποιήσουν το Στέμμα και το περιβάλλον του, θέλοντας να καταδείξουν στην ελληνική κοινή γνώμη την αποτυχία της μοναρχικής διπλωματίας, δεν μπορούσαν να επιλέξουν καλύτερη στιγμή για να επιβάλουν ένα πρόσθετο και δυσβάστακτο οικονομικό βάρος. Διότι έτσι τόνιζαν την αδυναμία του μονάρχη και των συμβούλων του να βγάλει τη χώρα από το αδιέξοδο. Και αυτή η υπονόμευση της δυναστείας γινόταν σε μια στιγμή ακμής και ετοιμότητας των αντιμοναρχικών στοιχείων και ιδίως της αγγλόφιλης παράταξης, η οποία κατείχε κεντρική θέση στην επαναστατική συμμαχία κατά του θρόνου». (Γ.Β. Δερτιλής, «Ιστορία του ελληνικού κράτους 1830-1920»).

Στην περίοδο του εθνικού διχασμού και των πολεμικών περιπετειών, οι Μεγάλες Δυνάμεις απαίτησαν την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων (ύστερα από την είσοδό τους κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων) από τη Βόρειο Ηπειρο, καθώς το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (1913) επιδίκαζε την περιοχή στο πριγκιπάτο της Αλβανίας. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος είχε αποδεχτεί την απαίτηση εγκατάλειψης των ελληνικών πληθυσμών της Βορείου Ηπείρου, με την ελπίδα να κερδίσει την εύνοια και την υποστήριξη των Δυνάμεων στο ζήτημα των Βορείων Νήσων του Αιγαίου. «Ενεκα υψίστων εθνικών συμφερόντων», ο υποστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας, από την Κορυτσά, ανακοίνωσε τη στρατιωτική εκκένωση της περιοχής.

Στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων (1946/7), η οποία είχε στόχο να διευθετήσει τις διαφορές και τις εκκρεμότητες μεταξύ νικητών και ηττημένων του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, συμμετείχε και η Ελλάς, προκειμένου να υποστηρίξει θέματα που αφορούσαν τις οικονομικές επανορθώσεις, την ένταξη των Δωδεκανήσων και της Βορείου Ηπείρου στην ελληνική επικράτεια και τη διαρρύθμιση των συνόρων με τη Βουλγαρία:
«Η Ελλάς διεκδικεί τη Βόρειο Ηπειρο από την Αλβανία, τα Δωδεκάνησα από την ηττημένη Ιταλία, αλλά και έναν συνολικότερο διακανονισμό των βορείων συνόρων της, όχι μόνο για να αποκατασταθεί στο πραγματικό εθνικό της έδαφος αλλά και για να εξασφαλιστεί από την απτή απειλή που συνιστούν οι βόρειοι γείτονές μας», σύμφωνα με τη δήλωση (13 Αυγούστου 1946) του πρωθυπουργού και επικεφαλής της εθνικής αντιπροσωπίας Κωνσταντίνου Τσαλδάρη.

Στη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου και τη ζοφερή ατμόσφαιρα του διχασμού οι ελληνικές προσπάθειες είχαν αποτέλεσμα την απόδοση των Δωδεκανήσων μόνον. Παρά την ευνοϊκή ατμόσφαιρα για την Ελλάδα και την εκτίμηση της καθοριστικής συμβολής των Ελλήνων στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το θέμα της απόδοσης της Βορείου Ηπείρου παρέμεινε σε εκκρεμότητα και το συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών των τεσσάρων νικητριών Δυνάμεων αποφάσισε την αναβολή της επίλυσης του Βορειοηπειρωτικού, με πρόσχημα την εσωτερική πολιτική κατάσταση της Ελλάδος, αλλά κυρίως προκειμένου να διατηρήσει τις ισορροπίες και να ικανοποιήσει τα αιτήματα των μελών του συμβουλίου.

Ο Κ. Τσαλδάρης από το βήμα της συνδιάσκεψης τόνισε ότι διατηρεί «ακέραιες τις επιφυλάξεις του, μέχρις ότου το Βορειοηπειρωτικό ρυθμιστεί κατά τρόπο δίκαιο».

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου ανακοίνωσε την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ, ενώ ο εκ των διαδόχων του στην κομματική ηγεσία, Γιώργος Α. Παπανδρέου, γνωστοποίησε από το Καστελόριζο στις 23 Απριλίου 2010 την άνευ όρων προσφυγή της Ελλάδος στον μηχανισμό στήριξης. Τα μνημονιακά έτη που ακολούθησαν είχαν αποτέλεσμα την εξάρθρωση των κοινωνικών δεσμών, την αποδόμηση πολιτικών και δημοκρατικών θεσμών, την απόλυτη υποταγή της χώρας στους όρους των «Θεσμών» του ευρωπαϊκού και του παγκόσμιου οικονομικού κατεστημένου και την υιοθέτηση πολιτικής υποχωρήσεων και συμβιβασμών, προς το συμφέρον και την ωφέλεια των πιστωτών. Το κλίμα πόλωσης που εντέχνως καλλιεργεί η πολιτική τάξη, με την απόδοση ευθυνών σε αποφάσεις και μέτρα προηγούμενων κυβερνητικών σχημάτων, εξυπηρετεί την κομματαρχία, καθώς ο εθνικισμός ενισχύει ακόμη περισσότερο το πλέγμα εξουσίας. Σύμφωνα με τις πολιτικές που ακολουθούν στα μνημονιακά έτη οι ελληνικές κυβερνήσεις και που είναι απολύτως ανάλογες με την εικόνα της χώρας, Ελλάς και ΠΓΔΜ, ύστερα από διαφωνίες δεκαετιών, κατέληξαν στη Συμφωνία των Πρεσπών, προκειμένου Ε.Ε. και ΝΑΤΟ να εντάξουν τη γείτονα στα μέλη τους.

Με τη συνεχή προσφυγή σε νέους δανεισμούς, τη διαρκή οικονομική επιτροπεία, τη διεθνή κηδεμονία, την ταπείνωση, τον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας και την εκποίηση των θησαυρών της εθνικής κληρονομίας, είναι δύσκολο να ανακτήσει η χώρα την αξιοπιστία της στις διεθνείς αγορές και να ανατρέψει το αρνητικό κλίμα.
«Να λυπάστε το έθνος που φορεί ενδύματα τα οποία δεν υφαίνει, που τρώει ψωμί όχι από τη σοδειά του, που πίνει κρασί όχι από το πατητήρι του. Το έθνος, να λυπάστε, που δεν υψώνει τη φωνή του παρά μόνο στην πομπή της κηδείας, που δεν συμφιλιώνεται παρά μονάχα μες στα ερείπιά του και που δεν επαναστατεί παρά μονάχα σαν βρεθεί ο λαιμός του ανάμεσα στο σπαθί και την πέτρα. Το έθνος να λυπάστε που έχει αλεπού για πολιτικό, απατεώνα και φιλόσοφο: μπαλώματα και απομιμήσεις είναι η τέχνη του. Το έθνος να λυπάστε που έχει σοφούς από χρόνια βουβαμένους» [Χαλίλ Γκιμπράν (1883-1931) «Ο Κήπος του Προφήτη»].