ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΗΠΑ - ΚΙΝΑΣ ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ - ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Ουάσινγκτον και Πεκίνο δεν κρύβουν ότι αντιμετωπίζουν τον ελληνικό χώρο σαν βάση εξόρμησης προς την κεντρική Ευρώπη

Από τον
Αλέξανδρο Τάρκα

Η τυπική έξοδος της Ελλάδας από την εποχή των Μνημονίων, αν και δυστυχώς δεν ακολουθείται από επενδυτικό ενδιαφέρον ξένων εταιριών (που δεν έχουν ακόμη κανέναν λόγο να εμπλακούν σε μια ασταθή χώρα με βαριά φορολογία και δαιδαλώδη γραφειοκρατία), προσφέρει τουλάχιστον την ευκαιρία έναρξης πολιτικού και οικονομικού διαλόγου με τις κυβερνήσεις πολλών χωρών.

Κορυφαίο παράδειγμα αποτελούν οι Ηνωμένες Πολιτείες με την εντυπωσιακή παρουσία τους στη ΔΕΘ και την πύκνωση των διμερών επαφών ως συνέχεια της στήριξης που παρείχαν -άμεσα- η διοίκηση Ομπάμα και -έμμεσα- η διοίκηση Τραμπ σε ευαίσθητες περιόδους της οικονομικής κρίσης. Η Ουάσινγκτον, αν και διαλύει τις ψευδαισθήσεις της κυβέρνησης για μεγάλες επενδύσεις, αντιμετωπίζει ειλικρινώς την Ελλάδα ως βάση για διείσδυση στη μεγαλύτερη βαλκανική αγορά και για τον σχετικό μακροπρόθεσμο σχεδιασμό σε άλλα επίπεδα.

Τα διπλωματικά ανταλλάγματα που προσφέρονται από τις ΗΠΑ είναι αρκετά και χρήσιμα σε εποχές επικίνδυνων αναφλέξεων στην ευρύτερη περιοχή μας. Είναι δε σχεδόν σίγουρο ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το Πεντάγωνο και το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας θα παρείχαν την απαιτούμενη, τριπλή, συναίνεσή τους για μεγαλύτερη στήριξη αν υπήρχαν συγκεκριμένα ελληνικά αιτήματα.

Είναι μάλλον παράδοξο το γεγονός ότι για πρώτη φορά από την επανένταξή μας στο ΝΑΤΟ τον Οκτώβριο του 1980 (δηλαδή εδώ και 38 ολόκληρα χρόνια) οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να ενισχύσουν με ποικίλους τρόπους την ελληνική άμυνα, αλλά η κυβέρνηση αρκείται στη συμφωνία υποστήριξης των επιχειρήσεων αμερικανικών drones από την 110 Πτέρυγα Μάχης στη Λάρισα και δεν αξιώνει κάτι περισσότερο.

Αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι ακόμα και σε περιόδους διμερούς έντασης είχαν εγκριθεί προγράμματα χρηματοδότησης για τη βελτίωση των υποδομών στη βάση της Σούδας. Πολύ περισσότερο που Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα επισημάνει ότι, αν και η Τουρκία εξακολουθεί να θεωρείται «σύμμαχος-κλειδί», η σχέση με την Αθήνα είναι «αυτοτελής» και «στρατηγική». Πρόκειται για διατυπώσεις που σπάνια ακούγονται και επιβάλλεται ν’ αξιοποιηθούν, προτού μεταβληθούν οι ισορροπίες ή μεσολαβήσει κάποιο απρόβλεπτο γεγονός.

Την ίδια ώρα από την Ευρώπη δεν ακούγεται ούτε ψίθυρος για επενδυτικές πρωτοβουλίες ή για την απονομή ειδικού ρόλου στην Αθήνα σε θέματα στρατηγικής. Χαρακτηριστική περίπτωση η Γερμανία, που δεν έκρινε γόνιμο το έδαφος ούτε καν για την ανάπτυξη του θεσμού των τοπικών ταμιευτηρίων, των Sparkasse, που είχαν αξιολογηθεί ως κατάλληλα για τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας. Μοναδική εξαίρεση στην ευρωπαϊκή αδράνεια αποτελεί η Γαλλία, η οποία συζητεί με την Αθήνα (και τη Λευκωσία) θέματα στρατηγικής συνεργασίας στη ΝΑ Μεσόγειο και εμφανίζεται πρόθυμη να συνδέσει το πρόγραμμα των νέων φρεγατών του Πολεμικού Ναυτικού με την εγχώρια ναυπηγική βιομηχανία και την εξυγίανση της Ελευσίνας και του Σκαραμαγκά (ανάλογα, ασφαλώς, με την έκβαση των εκκρεμών νομικών υποθέσεων μεταξύ της ιδιοκτήτριας Privinvest και του Ελληνικού Δημοσίου).

Ομως, επειδή τα ευρωπαϊκά κενά πολιτικής καλύπτονται πάντα από τρίτους, η Κίνα ενισχύει το ενδιαφέρον της για την Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Οικοδομώντας στη, δεκαετή πλέον, επιτυχημένη παρουσία της COSCO στον Πειραιά (μετά την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας Καραμανλή - Ζιντάο τον Νοέμβριο του 2008), το Πεκίνο υπόσχεται σχεδόν τα πάντα στην Αθήνα σε πολλούς άλλους τομείς. Και δεν κρύβει ότι αντιμετωπίζει τον ελληνικό χώρο, όπως και η Ουάσινγκτον, σαν βάση εξόρμησης προς τα Βαλκάνια και την κεντρική Ευρώπη.

Η βασική διαφορά (εκτός φυσικά της συμμαχικής και ιστορικά αποδεδειγμένης σχέσης Ελλάδας - ΗΠΑ) είναι ότι το Πεκίνο συνομιλεί και τάζει, χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα. Ή, έστω, πράττοντας ελάχιστα, ώστε να τηρούνται τα διπλωματικά προσχήματα και να διατηρούνται οι ελληνικές ελπίδες ζωντανές! Μεταξύ άλλων η Μικτή Διυπουργική Επιτροπή είχε να συνεδριάσει πέντε χρόνια (Νοέμβριος 2012 με Σεπτέμβριο 2017) και οι κινεζικές υποσχέσεις για εκ νέου σύγκλησή της εντός του 2018 είναι άγνωστο πότε και πώς θα υλοποιηθούν.
Η Αθήνα επιθυμεί να συγκληθεί οπωσδήποτε ως τα τέλη του έτους, για ευνόητους λόγους διεθνούς προβολής της ελληνικής οικονομίας και εσωτερικής προεκλογικής κατανάλωσης, αλλά το Πεκίνο δεν έχει δεσμευτεί.

Εγχώριο πολιτικό θύμα της κινεζικής τακτικής είναι, κυρίως, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιάννης Δραγασάκης. Αλλοτε ενημερώνεται ότι θα πρέπει να προετοιμάζεται να ηγηθεί της Μικτής Διυπουργικής Επιτροπής στο Πεκίνο κι άλλοτε λαμβάνει υποσχέσεις για επίσκεψή του στη Σανγκάη και συμμετοχή του σε τεράστια εμπορική έκθεση στην οποία η Ελλάδα θα είναι η τιμώμενη χώρα. Αργότερα πληροφορείται ότι μπορεί να μην πραγματοποιηθεί κανένα από τα δύο ταξίδια και ότι τιμώμενα θα είναι άλλα μέλη της Ε.Ε., αλλά στη συνέχεια του διευκρινίζεται ότι τίποτα από τα δύο δεν αποκλείεται.

Κατά παρόμοιο τρόπο, η κινεζική πλευρά διαβεβαιώνει την ελληνική ότι μπορεί να αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις επενδυτικές πρωτοβουλίες «16+1» με χώρες των Βαλκανίων και της κεντρικής Ευρώπης και «OBOR» για θαλάσσιες και χερσαίες μεταφορές. Το αποτέλεσμα είναι η Αθήνα να υφίσταται την καχυποψία των ΗΠΑ και την οργή αξιωματούχων των Βρυξελλών, που θεωρούν αμφότερες τις πρωτοβουλίες ανταγωνιστικές και υπονομευτικές έναντι της Ε.Ε., ενώ το Πεκίνο ξαφνικά διευκρινίζει ότι οι αποφάσεις δεν είναι του παρόντος.

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη