Πώς η αποτυχία της Ευρώπης ενίσχυσε τα εθνικιστικά κόμματα!

Μπορεί οι Βρυξέλλες να «τιμώρησαν» τον Ορμπαν, όμως οι ιδέες του για το έθνος-κράτος κερδίζουν όλο και περισσότερους οπαδούς

Από τη
Θεανώ Καρούτα

Η Ευρωπαϊκή Ενωση έθεσε την περασμένη εβδομάδα, το διήμερο της Τρίτης - Τετάρτης, τα γρανάζια της σε πλήρη λειτουργία. Οι μηχανισμοί του συστήματος ενεργοποιήθηκαν άμεσα και απομόνωσαν τον Ούγγρο πρωθυπουργό Βίκτορ Ορμπαν με την κατηγορία πως θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τις αξίες της Ε.Ε. Οι ευρωβουλευτές ψήφισαν και αποφάσισαν (με 448 ψήφους υπέρ και 197 κατά) ότι πρέπει να κινηθεί η διαδικασία που προβλέπει η παράγραφος 1 του Αρθρου 7 της Συνθήκης της Ε.Ε. κατά της Ουγγαρίας.

Το εν λόγω άρθρο προβλέπει το δέον γενέσθαι στην περίπτωση που ένα κράτος αποτελεί «απειλή κατά των ιδρυτικών αξιών της Ε.Ε., οι οποίες περιλαμβάνουν τον σεβασμό της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ενώ πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η Ουγγαρία χάνει το δικαίωμα ψήφου στις διαδικασίες της Ενωσης (σ.σ.: Συμβούλια Κορυφής κ.α.). Ο Ορμπαν φυσικά αντεπιτέθηκε, καταλογίζοντας στην Ε.Ε. τιμωρητική διάθεση απέναντι στη χώρα του, λόγω της διαφορετικής προσέγγισης που η κυβέρνησή του έχει σε συγκεκριμένα φλέγοντα ζητήματα, όπως το Mεταναστευτικό (πλήρης άρνηση να δεχθεί έστω και έναν πρόσφυγα από την Ιταλία και την Ελλάδα). Δεν δίστασε μάλιστα να κάνει λόγο για ωμό εκβιασμό της Βουδαπέστης από τις φιλικές προς τη μετανάστευση δυνάμεις της Ε.Ε.

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την πρακτική σημασία του αποτελέσματος της ψηφοφορίας της Τετάρτης έχει ασφαλώς η πολιτική προέκτασή της. Ο εθνικιστής πρωθυπουργός της Ουγγαρίας βρέθηκε εν μία νυκτί στην απομόνωση της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας ή, πιο σωστά, μπήκε σε καραντίνα ακόμα και από τους ομοτράπεζούς του του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, του οποίου μέλος είναι το κόμμα του Fidesz. Ο Ούγγρος ταξίδεψε στο Στρασβούργο ελπίζοντας πως θα πείσει μερίδα ευρωβουλευτών να καταψηφίσουν την ενεργοποίηση του Αρθρου 7 εις βάρος της χώρας του, καταδεικνύοντας παράλληλα με αυτόν τον τρόπο το ρήγμα στην ενότητα της ευρωπαϊκής Δεξιάς. Ωστόσο απέτυχε παταγωδώς, αφού πολλά μέλη του ΕΛΚ φρόντισαν να κρατήσουν αποστάσεις από τις ακραίες για τα ευρωπαϊκά ιδεώδη τοποθετήσεις του.

Κι αν αυτό είναι το γεγονός, η μεγάλη εικόνα που το περιβάλλει έχει μακράν περισσότερο ενδιαφέρον. Η Ενωση μπορεί να έδειξε... τα δόντια της στον Ορμπαν, ωστόσο αυτός -και οι ιδέες που κομίζει- δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα της αποτυχίας της ίδιας της Ευρώπης ως όλον. Κι αυτό είναι πασίδηλο σε όποιον ρίξει μια ματιά στα εκλογικά αποτελέσματα ουκ ολίγων ευρωπαϊκών χωρών. Η σημασία του έθνους φαίνεται να βαραίνει στη ζυγαριά έναντι της ιδέας της ομοσπονδοποίησης για πολλούς Ευρωπαίους πολίτες. Συντηρητικά, ακροδεξιά, εθνικιστικά, αντιμεταναστευτικά κόμματα έχουν κερδίσει αξιοπρόσεκτα ποσοστά σε Σουηδία (Σουηδοί Δημοκράτες 17,6%), Φινλανδία (The Finns 18%), Γερμανία (Εναλλακτική για τη Γερμανία 12,6%), Τσεχία (Ελευθερία και Αμεση Δημοκρατία 11%), Δανία (Λαϊκό Κόμμα 21%), Ολλανδία (Κόμμα για την Ελευθερία 21%), Βουλγαρία (Ενωμένοι Πατριώτες 9%), Αυστρία (Κόμμα Ελευθερίας 26%), Ιταλία (Λέγκα 17,4%), Γαλλία (Εθνικό Μέτωπο 13%), Ελβετία (Ελβετικό Λαϊκό Κόμμα 29%), Σλοβακία (Η Σλοβακία μας 8%) και φυσικά στην Ελλάδα (Χρυσή Αυγή 7%) και την Κύπρο (ΕΛΑΜ 3,7%). Ακόμα και στην Ουγγαρία, δεξιότερα του Ορμπαν βρίσκεται το κόμμα Jobbik με ποσοστό 19%.

Πολλοί αναλυτές συμφωνούν ότι η στροφή προς την άκρα Δεξιά εκατομμυρίων Ευρωπαίων πολιτών δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της δίχως τέλος φτωχοποίησής τους, της αναποτελεσματικής -σε λογική τσιρότου- διαχείρισης της τεράστιων διαστάσεων μεταναστευτικής κρίσης, της καλπάζουσας ανεργίας και των πολιτικών λιτότητας που επιβάλλονται από το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες. Με δεδομένο λοιπόν πως οι απόψεις του Ορμπαν δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο για τους Ευρωπαίους και σίγουρα όχι κάτι μοναδικό στην Ε.Ε., πώς θα μπορούσε να δράσει η Ευρώπη στην περίπτωση που τα δείγματα αυτά πολλαπλασιαστούν, χωρίς να πάψει να είναι «Ενωση»;

Η άτολμη αντιμετώπιση του Μεταναστευτικού που εξοργίζει τους πολίτες

Κάθε φορά που οι ηγέτες της Ε.Ε. φωτογραφίζονταν χαμογελαστοί μετά το πέρας μιας συνόδου για το Μεταναστευτικό, ικανοποιημένοι και σίγουροι πως βρέθηκε η πολυπόθητη λύση, ένας Ιταλός, ένας Μαλτέζος και ένας Ελληνας γελούσαν πικρά ξέροντας τι τους περιμένει. Πνιγμένοι μέσα στη γραφειοκρατία, οι αξιωματούχοι σε Βρυξέλλες και Στρασβούργο έβλεπαν στα μικρά βηματάκια που έκαναν κάθε φορά τεράστια πρόοδο. Δεν μπήκαν όμως στον κόπο να κάνουν οι ίδιοι ένα βήμα πίσω, να σκεφτούν έξω από το κουτί και να δουν το πρόβλημα στις πραγματικές διαστάσεις του.

Με τις σφραγίδες και τα πρωτόκολλα αμέλησαν τις ανεπίλυτες σημαντικές λεπτομέρειες και χάθηκαν σε έναν κυκεώνα νομοθετημάτων που τους στέρησε την ευκαιρία να επιλύσουν ένα ζήτημα γιγαντιαίων διαστάσεων κάνοντας το εξής σαφές: καταρτίζοντας μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική για την προσφυγική κρίση. Εντούτοις, αντιμετωπίζοντας σαν «ιερή αγελάδα» τη Συνθήκη του Δουβλίνου (ορίζει ότι τις αιτήσεις ασύλου κατά βάση χειρίζεται η χώρα εισόδου) βαυκαλίζονται ότι ανέλαβαν δράση, έχοντας αφήσει στις χώρες της Μεσογείου όλη τη βρόμικη δουλειά. Βρυξέλλες και Βερολίνο δηλώνουν με κάθε ευκαιρία τον διακαή πόθο τους για ίσο καταμερισμό των προσφύγων που εισέρχονται σε ευρωπαϊκό έδαφος, ωστόσο, ρίχνοντας όλο το βάρος στις χώρες εισόδου και μη έχοντας στην πραγματικότητα τρόπο να εξαναγκάσουν τα κράτη-μέλη που αντιδρούν να αλλάξουν γραμμή πλεύσης, το μόνο που πετυχαίνουν είναι να προκαλούν αυξανόμενη δυσαρέσκεια -και προβλήματα- στις χώρες εισόδου καθώς και να παρατείνουν την ταλαιπωρία των μεταναστών και των προσφύγων.

Κι ενώ δεν έχει παρέλθει ούτε ένα εξάμηνο από τη συμφωνία των Ευρωπαίων για το Μεταναστευτικό, μόλις την Τετάρτη η Ανγκελα Μέρκελ βρέθηκε για ακόμα μια φορά στην άβολη θέση να ζητεί από τα μέλη της Ε.Ε. να επιδείξουν αλληλεγγύη, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η μεθοριακή υπηρεσία Frontex θα έχει το απαραίτητο περιθώριο για να δρα αποτελεσματικά, σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. «Το θέμα της καταπολέμησης της παράνομης μετανάστευσης σημαίνει πως πρέπει να ενισχύσουμε την προστασία των εξωτερικών συνόρων. Αυτό σημαίνει ότι οι χώρες με εξωτερικά σύνορα πρέπει να εγκαταλείψουν ορισμένες από τις εθνικές ευθύνες τους» διαμήνυσε η καγκελάριος από το βήμα της Μπούντεσταγκ. Η ανάγκη να γίνει αυτή η δήλωση και μόνο, τι άλλο καταδεικνύει, πέραν της παντελούς έλλειψης ουσίας σε όσα υποτίθεται πως συμφώνησαν οι Ευρωπαίοι ηγέτες το καλοκαίρι;

Τα «ελεγχόμενα κέντρα» που θα δημιουργούνταν σε όλη την ευρωπαϊκή επικράτεια είναι ίσως μια λειτουργική λύση. Ομως η εθελοντική βάση πάνω στην οποία πατά η δημιουργία τους παραμένει το μεγάλο αγκάθι και ο νούμερο ένα εχθρός για την επίλυση του ζητήματος. Και όλα αυτά φωτίζουν το προφανές: Η Ευρώπη της ελεύθερης μετακίνησης αγαθών και υπηρεσιών παραμένει μια Ευρώπη σκληρά ανελεύθερη στη μετακίνηση ανθρώπων, αβαντάροντας -έστω και ακούσια- τα σκληρά βέτο και τις αντιμεταναστευτικές ατζέντες των κρατών-μελών που δεν θέλουν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης και στρέφοντας ως εκ τούτου τους πολίτες προς τη θωράκιση των εθνικών συνόρων τους.

Οι νεοφιλελεύθερες επιλογές διεύρυνε τη φτωχοποίηση

Οταν στις αρχές του 2010 η ευρωζώνη εισερχόταν στα θολά νερά της κρίσης λόγω των ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών, λίγοι είχαν καταφέρει να προβλέψουν πόσο αυτή θα υπέσκαπτε την ύπαρξή της αλλά και την ύπαρξη του ίδιου του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Το όραμα των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» όφειλε να υλοποιηθεί σε βάθος δεκάδων ετών ώστε να υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος να αμβλυνθούν οι θεμελιώδεις ασυμμετρίες μεταξύ των κρατών, που «ροκανίζουν» τις δυνατότητες του κοινού νομίσματος, το οποίο αποτελεί με τη σειρά του θεμέλιο λίθο της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Η οικονομία και το ευρωπαϊκό ιδεώδες, εφόσον συμπορεύονται και αλληλοσυμπληρώνονται θα οδηγούσαν θεωρητικά την Ευρώπη προς την πρόοδο και την ανάπτυξη. Προς το πολυπόθητο όραμα του Ουίνστον Τσόρτσιλ: την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ετσι, όταν το ευρώ έδειξε -λίγα χρόνια μετά την εισαγωγή του το 1999 και την υιοθέτησή του το 2002- την τρομακτική ευαισθησία τους στις αναταράξεις από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, κατέρρευσε παίρνοντας μαζί του και τις αξίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Δεν θα ήταν άδικο, ως εκ τούτου, ούτε πρώιμο να τολμήσει κανείς την εκτίμηση ότι η Ε.Ε. σε οικονομικό επίπεδο είναι μια αποτυχία. Πόσο δε μάλλον από τη στιγμή που όσο και αν εντείνονται οι προσπάθειες διάσωσης κρατών με οικονομικά μεγέθη μακράν μεγαλύτερα από την Ελλάδα (βλ. Ιταλία), κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι η κρίση τελείωσε και το μέλλον της ευρωζώνης δεν είναι εύθραυστο και επισφαλές.

Το γεγονός ότι η οικονομική κρίση και το μεταναστευτικό ζήτημα χρησιμοποιούνται ως εργαλεία σε εθνικό επίπεδο με στόχο την προώθηση συντηρητικών, ξενοφοβικών και ακραίων πολιτικών προγραμμάτων στα κράτη-μέλη δεν είναι ικανό να πάρει εξ ολοκλήρου την ευθύνη από τα γενεσιουργά αίτια των ίδιων προβλημάτων. Κοινώς, η εκμετάλλευση της οικονομικής ανασφάλειας και της απογοήτευσης για την προώθηση μιας συντηρητικής πολιτικής ατζέντας δεν μειώνει τη συλλογική ευρωπαϊκή ευθύνη -αλλά κυρίως της Γερμανίας- για το τερατούργημα της ευρωζώνης, τις τεράστιες ανισότητες εντός της και τις υπό κατάρρευση οικονομίες που κάνουν τους Ευρωπαίους να θεωρούν όλο και περισσότερο την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα μια πόρτα στο αδιέξοδο.

Η γερμανική μεγαλομανία που ταπεινώνει τις μικρές χώρες

Η Γερμανία, που έχει άτυπα αναλάβει τον ρόλο του ηγεμόνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, χαράσσοντας τις κυρίαρχες πολιτικές, λαμβάνοντας τις πιο κομβικής σημασίας αποφάσεις και νουθετώντας -έως και τιμωρώντας σκληρά- τα απείθαρχα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου, είναι παράλληλα η χώρα που δημιουργεί τη βασικότερη ανισορροπία στην Ενωση. Η Γερμανία με τον «φετιχισμό» της (όπως είχε πει χαρακτηριστικά προ μηνών ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν) στα τεράστια εμπορικά πλεονάσματα συμπαρασύρει στην ξέφρενη κούρσα της τους εμπορικούς εταίρους της, οι οποίοι καλούνται να διαχειριστούν μεγάλα εμπορικά και δημοσιονομικά ελλείμματα (βλ. Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα κ.ά.).

Μόλις στις αρχές του 2017, σε μια άτυπη μίνι σύνοδο στις Βερσαλίες, οι Ευρωπαίοι άκουσαν για πρώτη φορά από επίσημα χείλη (Φρανσουά Ολάντ, Ανγκελα Μέρκελ, Πάολο Τζεντιλόνι και Μαριάνο Ραχόι) για την Ευρώπη των δύο ταχυτήτων. Το όνειρο της ευημερίας μέσω της ολοκλήρωσης μετατράπηκε πάραυτα στην πραγματικότητα των δύο πόλων, από τη μία ο πλούσιος Βορράς και από την άλλη ο πάμφτωχος Νότος. «Ορισμένες χώρες θα μπορούν να προχωρήσουν γρηγορότερα και ισχυρότερα, χωρίς όμως οι άλλες να αποκλείονται» είχε προσπαθήσει ατυχώς να εξηγήσει τότε ο «σοσιαλιστής» Ολάντ. Εύκολα διακρίνει κανείς ποιας ταχύτητας χώρες θα επωφεληθούν από μια τέτοια ευρωπαϊκή συνθήκη.

Μάλιστα, συμπεριλαμβάνοντας στην εξίσωση το γεγονός ότι η Μέρκελ έχει στρέψει το βλέμμα στις θέσεις του επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (αμφότεροι θώκοι που χηρεύουν οσονούπω και στους οποίους η «σιδηρά» κυρία της Γερμανίας επιθυμεί να δει συντοπίτες της), δεν θα ήταν υπερβολικός ο ισχυρισμός ότι η Γερμανία, ύστερα από δύο πολέμους, βρήκε τελικά τον καλύτερο τρόπο να «καταλάβει» και να αξιοποιήσει τους πόρους της ευρωπαϊκής οικονομίας προς όφελός της, θέτοντας στην ουσία απέναντί της σχεδόν το σύνολο της Ε.Ε.