ΣΚΛΑΒΙΑ, ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ

Το σύστημα εξουσίας είναι μiα παρασιτική τάξη με σκοπό να μεταφέρει τον εθνικό πλούτο σε υπερεθνικά κέντρα

Από τον
Αλκιβιάδη Κ. Κεφαλά*

Η Κύπρος είναι η πατρίδα και το λίκνο της ελληνικής δημοτικής πεζογραφίας. Οι «Ασσίζες» είναι το πρώτο γραπτό δημοτικό μνημείο της δημοτικής ελληνικής γλώσσας. Περιγράφει με λογοτεχνικό τρόπο τη νομοθεσία των Φράγκων κατακτητών στην Κύπρο. Την τελική λογοτεχνική μορφή, τα κείμενα την πήραν το 1340. Οι «Ασσίζες» πιστοποιούν ότι οι Φράγκοι κατείχαν τα πάντα - τα σπίτια, τη γη, τα αγαθά και τη ζωή των υπηκόων. Χαρακτηριστικά, αν ένας χωρικός που σκάβει το χωράφι του βρει κάποιον θησαυρό και δεν ενημερώσει τον Φράγκο ηγεμόνα, τότε θα κρεμαστεί. «Εάν γένεται από ριζικού ότι ο κατίς άνθρωπος ευρίσκει κανέναν βίον από κάτω της γης χωρίς να ποεί γνώσην του αυθέντη της χώρας, το δίκαιον κρινίσκει ότι εκείνον πρέπει να τον κρεμάσουν».

Οι τρεις αυτές γραμμές του κειμένου μάς αποκαλύπτουν τρία ιστορικά διαχρονικά γεγονότα που ξεκινούν από τον 13ο αιώνα και φτάνουν έως τον 21ο. Πρώτον, η Κύπρος είναι μέρος του ελληνικού πολιτισμικού και γεωγραφικού χώρου. Δεύτερον, όλες οι λέξεις του κειμένου χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα στην ελληνική γλώσσα και, τρίτον, επί χιλιετίες, με εξαίρεση τη χρονική περίοδο από την Επανάσταση του 1821 έως το 1981, όταν η Ελλάδα έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όλα τα οικονομικά μεγέθη ανήκαν στους Φράγκους και τους Οθωμανούς κατακτητές.

Οι Ελληνες ήταν σκλάβοι, χρήσιμοι μόνο για να εργάζονται από ανατολής μέχρι δύσεως του ηλίου, ώστε να μεγιστοποιείται η αύξηση του πλούτου των κατακτητών. Το κοινό χαρακτηριστικό της φεουδαρχίας και της μετανεωτερικής εποχής είναι η αγωνία και η διαρκής προσπάθεια των ελίτ -των «αυθεντών», κατά τις «Ασσίζες»- να μην κατέχει κανένα περιουσιακό και οικονομικό στοιχείο ο λαός. Ο λόγος είναι απλός: Η κατοχή περιουσίας και αγαθών χαλυβδώνει τον πολίτη με το αίσθημα της αυτοπεποίθησης, της αφοβίας και της ελευθερίας, γιατί είναι σε θέση να αψηφήσει την εξουσία, επειδή δεν εξαρτάται από αυτήν για να επιβιώσει.

Η μετανεωτερική εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι η επαναφορά της κοινωνίας στις μεσαιωνικές φεουδαρχικές δομές, όπου η πολιτική και η εξουσία απογυμνώνουν τους πολίτες και τα έθνη από τα ατομικά και συλλογικά περιουσιακά στοιχεία τους για να τα μεταφέρουν στα νέα κέντρα ισχύος, π.χ. στη Γερμανία. Ο απογυμνωθείς χώρος εποικίζεται εκ νέου μέσω της μετακίνησης πληθυσμών, ώστε ο έλεγχος να μην ανακτηθεί ποτέ από τους αυτόχθονες. Ο νεωτερικός κοινωνικός μετασχηματισμός συνίσταται στην απώλεια της ατομικής και συλλογικής περιουσίας εντός του γεωγραφικού «χώρου» που καθιέρωσε η πολιτική δομή του έθνους-κράτους, για να μεταφερθεί σε άλλα μητροπολιτικά κέντρα εκτός του εθνικού χώρου.
Μέσα σε αυτές τις υπερδομές διοίκησης και ελέγχου, το πολιτικό σύστημα εξουσίας δεν είναι τίποτε περισσότερο παρά μια μεταπρατική παρασιτική τάξη, με πολύ καλό μισθό και πολλά προνόμια, που σκοπό έχει να μεταφέρει τον πλούτο του ελληνικού λαού σε υπερεθνικά κέντρα, 197 χρόνια μετά το 1821. Ετσι, μέσω των καταλλήλων πολιτικών πρακτικών, 50.000 συμπολίτες μας αποποιήθηκαν το 2018 τα περιουσιακά κληρονομικά στοιχεία τους με αίτησή τους στα πρωτοδικεία της χώρας, επειδή ο ΕΝΦΙΑ και τα αντικειμενικά κριτήρια απαγορεύουν πλέον την κατοχή ακίνητης περιουσίας.

Ενώ επισημαίνεται πλέον στον δημόσιο λόγο ότι ο ΕΝΦΙΑ είναι ένας φόρος δήμευσης της περιουσίας, το πλέον ύπουλο και εντέχνως αποσιωπούμενο όπλο της μεταφοράς των περιουσιακών στοιχείων του ελληνικού λαού στους ξένους κατακτητές είναι τα αντικειμενικά κριτήρια διαβίωσης. Επί παραδείγματι, άνεργος που κληρονομεί σπίτι στην πόλη και στο χωριό θεωρείται ότι έχει ετήσιο εισόδημα αρκετών χιλιάδων ευρώ, φορολογούμενος έτσι αγρίως επί ανύπαρκτων εισοδημάτων, πλέον του ΕΝΦΙΑ. Αυτή η ληστρική φορολογική πρακτική έχει ως αποτέλεσμα οι πολίτες σταδιακά να χάσουν τα πάντα.

Η μόνη λύση που τους απομένει είναι να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό, επειδή δεν υπάρχει πλέον τρόπος να επιβιώσουν, καθώς και κανένας συνεκτικός ιστός που να τους συνδέει με την πατρίδα. Επειδή όμως η φύση και ο γεωγραφικός χώρος μισούν το κενό, οι αναχωρούντες αντικαθίστανται αμέσως από πολυεθνικούς πληθυσμούς, που αποτελούν το φθηνό εργατικό δυναμικό του συστήματος εξουσίας.

Οι πολιτικές αναγνώσεις περί μη ανησυχίας εκτροχιασμού των δημοσιονομικών, λόγω του επικείμενου θανάτου των συνταξιούχων, είναι μια ειλικρινής «αριστερή» έμμεση πολιτική παραδοχή των ανωτέρω θέσεων, καθώς και μια ομολογία για τον τρόπο που βλέπει και διαχειρίζεται η πολιτική εξουσία τη χώρα και τον λαό.
Το ζητούμενο είναι πότε οι πολίτες θα ξυπνήσουν από τον βαθύ ύπνο τους για να τους δώσουν την απάντηση που τους αρμόζει.

*Διδάκτωρ Φυσικής του πανεπιστημίου του Manchester, UK, δ/ντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών