Η επανεμφάνιση της Θείας Σοφίας

Στην Παλαιά Διαθήκη πριν από τη δημιουργία του σύμπαντος κόσμου ο Θεός συνυπήρχε με τον Λόγο

Από τον
Παντελή Βασματζίδη*

O πρωτόγονος άνθρωπος, που δεν έχει καλές συνειδητοποιήσεις, προβάλλει στον εξωτερικό κόσμο την εσωτερική του αταξία με όλες τις αντινομίες της, γι’ αυτό και του αποδίδει μαγικές-θεϊκές ιδιότητες. Αντίθετα, ο μυημένος λόγω της προοδευτικής αύξησης και σταθεροποίησης των κατανοήσεών του θεωρεί ότι η αντίληψή του για τον Θεό συμβαδίζει με την εσωτερική του εξέλιξη. Αυτή η βελτίωση συντελείται σταδιακά με την αφομοίωση και συνειδητοποίηση ασυνείδητων παραγόντων, στους οποίους περιλαμβάνεται και η «ιδέα» ή το «βίωμα» του Θεού. Με το παραπάνω συνάδει η αφιέρωση βωμού στον Αγνωστο Θεό από τους αρχαίους Ελληνες, όταν η πνευματική ωρίμανση τους οδήγησε πέρα από τις ανθρώπινες μικρότητες των θεών του Ολύμπου.

Σήμερα οι άνθρωποι στη σχέση τους με τον Θεό κινούνται σ’ ένα ευρύ φάσμα, όπου στο ένα άκρο βρίσκονται εκείνοι που σαν τους πρωτόγονους βλέπουν τον Θεό αποκλειστικά έξω από τον εαυτό τους και, στο άλλο άκρο, εκείνοι που δηλώνοντας άθεοι αρνούνται τον Θεό τόσο έξω όσο και εντός τους. Οσοι αναγκάζονται να στραφούν στον εσωτερικό τους κόσμο επειδή ο ευρύτερος κοινωνικός χώρος αδυνατεί να τους δώσει κάποιο νόημα για ζωή, μπορεί να ανακαλύψουν έναν αρχέγονο κόσμο, που περιέχει τόσο το καλό όσο και το κακό, και δίνει την υπόσχεση ενός νοήματος που τόσο οδυνηρά απουσιάζει από τα συνειδητά. Με άλλα λόγια, ανακαλύπτουν τον Θεό μέσα τους. Ατομα με ιδιαίτερη εξέλιξη του επιπέδου της διανόησης και της συνειδητοποίησης μπορεί να δανείσουν την κατανόησή τους στον μη συνειδητοποιημένο Θεό που υπάρχει στο συλλογικό τους ασυνείδητο, ενώ ενδέχεται να τον ενανθρωπίσουν και να τον ενσαρκώσουν, χωρίς να οδηγηθούν στη διαδικασία της προβολής του στον εξωτερικό κόσμο. Με την οπτική αυτή Θεός και άνθρωπος ταυτίζονται.

Ο Ελβετός ψυχαναλυτής Karl Jung (1875-1961) στο έργο του «Απάντηση στον Ιώβ» επιχειρεί μια εξελικτική κατανόηση της πορείας του Θεού στο πλαίσιο του χριστιανισμού. Συγκεκριμένα στην Παλαιά Διαθήκη, πριν από τη δημιουργία του σύμπαντος κόσμου, ο Θεός συνυπήρχε με τον Λόγο, δηλαδή με τη Θεία Σοφία. Αυτή είναι και η πρώτη αντικειμενοτρόπως σχέση του, την οποία εγκαταλείπει αργότερα και την αντικαθιστά με τον εκλεκτό λαό του, που παίζει έναν θηλυκό ρόλο.

Στη βιβλική Γένεση ο Δημιουργός πλάθει τον Αδάμ «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν», όμως με μια χρονική ανακολουθία. Δηλαδή δεν τον δημιουργεί την τελευταία ημέρα, όπως ενδεχομένως θα έπρεπε, ως ένα ον με υπέρτερη νοημοσύνη και κυρίαρχο όλων των πλασμάτων. Ετσι το αρσενικό, που εκπροσωπεί τον Θεό, κρύβει το ατελές στην επιφανειακή του τελειότητα και περικλείει σπόρους βελτίωσης λόγω ακριβώς αυτής της ατέλειάς του. Ισως κατ’ αντιστοιχία ο Θεός να δίνει περιθώρια βελτίωσης στον εαυτό του.

Από την Εύα, η οποία θεωρείται κατώτερη λόγω της αδυναμίας της στις κολακείες του όφεως, προσωποποίησης του Σατανά, γεννιούνται ο Κάιν και ο Αβελ. Ομως τον μεγαλύτερο γιο των Πρωτοπλάστων τον διαφθείρει ο Σατανάς και τον καθιστά γνήσιο είδωλό του.
Το θείο δράμα που παίζεται ανάμεσα στον Θεό και τον εκλεκτό του λαό Ισραήλ θυμίζει μια σχέση όπου η ανδρική δύναμη-Θεός παρακολουθεί ζηλότυπα την πιστότητα της γυναίκας-λαού του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Ιώβ, του οποίου η πίστη δοκιμάζεται απάνθρωπα. Ο Ιώβ χάνει τα κοπάδια του, σφαγιάζονται οι υπηρέτες του, σκοτώνονται τα παιδιά του από έναν κυκλώνα και ο ίδιος, ασθενής, οδηγείται στα πρόθυρα του θανάτου. Ο Θεός δεν θέλει να είναι δίκαιος και επιδεικνύει υπεροχή δύναμης απέναντι στη Δικαιοσύνη. Ο Ιώβ, που ποτέ δεν αμφέβαλε για τη δύναμη και τη δικαιοσύνη του Θεού, αντιλαμβάνεται το λάθος του να ταυτίσει τη δικαιοσύνη με την καλοσύνη του Θεού. Υποτάσσεται λοιπόν, αλλά γνωρίζει πλέον ότι ο Θεός είναι αβέβαιος για την εμπιστοσύνη απέναντι στον εκλεκτό λαό του. Την αδυναμία του αυτή ο Θεός προβάλλει στα πρόσωπα των ανθρώπων και δεν την αποδέχεται.

Σ’ αυτή τη φάση ο Ιεχωβά συνειδητοποιεί την αναγκαιότητα της Σοφίας, την οποία έχει λησμονήσει. Ως «δίκαιος Θεός» δεν μπορεί να συνεχίζει τις αδικίες του. Η Σοφία τον οδηγεί σε αυτεπίγνωση. Τον καθιστά Παντογνώστη, που παύει να συμπεριφέρεται ως ένα αλόγιστο, απερίσκεπτο και ανασφαλές ανθρώπινο ον. Με τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο άνθρωπος Ιώβ κατάφερε ν’ αλλάξει τη φύση του Ιεχωβά. Η επανεμφάνιση της Σοφίας στις ουράνιες περιοχές προμηνύει μια νέα πράξη δημιουργίας που θα ακολουθήσει. Δεν πρόκειται ν’ αλλάξει ο κόσμος αλλά ο Θεός, που σκοπεύει να μεταβάλει την ίδια του τη φύση. Δεν θα δημιουργηθούν νέα ανθρώπινα όντα παρά μονάχα ένα, ο Θεάνθρωπος. Δηλαδή γίνεται μια αντίθετη πορεία. Ο δεύτερος Αδάμ, κατά κάποιον τρόπο, δεν προέρχεται από το χέρι του Δημιουργού, αλλά γεννιέται από μια ανθρώπινη γυναίκα, τη δεύτερη Εύα, που την εκπροσωπεί η αγνή παρθένος Μαρία. Η παρθενία συμβολίζει εκτός των άλλων την ανεξαρτησία της από τον άνδρα.

Η μητέρα του Θεού περιφρουρείται από τα τεχνάσματα του Σατανά με τη βοήθεια της παντογνωσίας του Ιεχωβά, τουτέστιν της Σοφίας. Η αιώνια παρθενία και άμωμη σύλληψη την ελευθερώνει από το στίγμα του προπατορικού αμαρτήματος. Καθώς δεν συλλαμβάνει μέσα στην αμαρτία, ο γιος που θα γεννηθεί δεν θα είναι ποτέ ένα ανθρώπινο ον, αλλά ένας Θεός. Ομως και ως νύφη του Θεού με προσέγγιση στην τελειότητα του Χριστού ενέχει τη θέση της Σοφίας της Παλαιάς Διαθήκης, γι’ αυτό και την αποκαλούν Βασίλισσα ή Πλατυτέρα των Ουρανών.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: O αρθρογράφος αναφέρεται κριτικά στον θεό του Ιωβ και όχι σε όσα διδάσκει η ορθόδοξη πίστη.

*Συγγραφέας - ψυχίατρος