Μνήμες από τη φημισμένη Αθηναϊκή Σχολή!

Υπονομεύουμε εμείς οι ίδιοι το παρελθόν μας, μετατρεπόμενοι σε ζηλωτές ενός αγοραίου ισοπεδωτισμού, που έχουμε μάθει να του βάζουμε σπουδαιοφανές (δήθεν εναλλακτικό) περιτύλιγμα

Από την
Αθηνά Σχινά*

K αθώς το καλοκαίρι μάς αφήνει, οι περιστάσεις μάς προτρέπουν να επιχειρήσουμε κάποιους απολογισμούς, ίσως για μια νέα αρχή, όπως ελπίζουμε πάντα τέτοιον καιρό. Οταν παλαιότερα υπογραμμίζαμε ότι θα έπρεπε να συνδεθούν η θερινή διάθεση, ο τουριστικός σχεδιασμός και, κυρίως, η αποκέντρωση με την πνευματική ποιότητα και τον πολιτισμό, δεν φανταζόταν ποτέ κανείς ότι σε λίγα χρόνια όλη η χώρα θα «φεστιβαλιζόταν»! Ο νεολογισμός αυτός του συγκεκριμένου ρήματος συγγενεύει στο συλλογικό ασυνείδητο με τον κανιβαλισμό, καθώς, μάλιστα, εκτρέφεται από την πραγματικότητα. Γιατί όντως δεν έμεινε βουνό και ραχούλα, χωριουδάκι και παραλία, πλατεία και σύλλογος, πλαγιά και πλάτωμα που να μη διοργανώσει «φεστιβάλ» -και, μάλιστα, πολλές φορές μέσα από έναν τύποις δημοκρατικό και κατ’ ουσίαν ισοπεδωτικά δημαγωγικό μαξιμαλισμό-, «διεθνές» κιόλας, αφ’ ης στιγμής περιελάμβανε και κανένα μουσικό βαλκανικό συγκρότημα.

Χωρίς να εξαιρώ τις καλές και αξιοπρόσεκτες περιπτώσεις, που ήταν σπάνιες αυτό το καλοκαίρι, διδαχθήκαμε από την απροσχημάτιστη πραγματικότητα κάτι νέο. Κι αυτό ήταν ότι σε τούτην εδώ τη χιλιόπαθη χώρα σημασία δεν έχει αν είσαι καλλιτέχνης ή πνευματικός δημιουργός, με θέση και ήθος, με ποιότητα και γνώση, με ταλέντο και εμπειρία, με άποψη και σεβασμό προς εκείνους στους οποίους απευθύνεσαι. Σημασία πλέον αποκτά η θέση του «διοργανωτή», ελληνιστί (ή μήπως ελλαδιστί πλέον) manager, ο οποίος, διεκδικώντας κι αποκτώντας, στην ανοχύρωτη πολιτισμική μας επικράτεια, εξουσιαστικό και μάλιστα αμειβόμενο ρόλο, μετονομάζει τα αλλοτινά πανηγύρια και τα μπουλούκια της περιφέρειας σε φεστιβάλ, γιατί έτσι το εμπόρευμα πουλιέται καλύτερα, επειδή θαρρούμε τάχα πως εξευρωπαϊζόμαστε. Κανείς δεν χαλά χατίρι σε κανέναν, οι διαφημιστές κάνουν πονηρά και μια χαρά τη δουλειά τους, τα χλωρά μπορούν να καίγονται άνετα κι αδαπάνητα μαζί με τα χλωρά, οι κάθε μορφής «φιλοδοξίες» καλύπτονται, το χαμηλό γούστο θριαμβεύει και οι χοροί καλά κρατούν.

Λέτε τον χειμώνα να τη γλιτώνουμε; Τότε έχουμε τα περίφημα «αφιερώματα», όπου οι δημιουργοί δεν επιλέγουν (ανάλογα με ό,τι επιθυμούν ενδόμυχα εκείνοι να εκφράσουν), αλλά επιλέγονται από τους ανάλογους managers να συμμετάσχουν, «εμπνεόμενοι», έστω κι επιδερμικά, από κάποιο θέμα που τους δίνεται. Η δυνατότητα της συμμετοχής τους στο αφιέρωμα θα τους δώσει τη «χάρη» να μπουν από τη διοργανωτική εξουσία στην Κολυμβήθρα, θαρρείς, του Σιλωάμ, προσμετρώντας ποσοτικά και πληθωριστικά εκθέσεις, όπου στην ουσία εκτίθεται σε εκείνες η ευκολία προσαρμογής και η ευκαιριακή αμηχανία τους, στον βωμό της οποίας θυσιάζονται βαθύτερες πνευματικές ανάγκες τους και αρχές. Εκτός κι αν δεν τις έχουν οι δημιουργοί, πράγμα που δυσκολεύομαι να πιστέψω. Και για εκείνους ακόμη η τέχνη (έπειτα από τόσες θυσίες που έχουν κάνει, ακολουθώντας τα δύσβατα μονοπάτια της) δεν απαιτεί να πεις απλώς ένα «παρών» στο προσκήνιο της θέασης ή της ακρόασης κι αυτό είν’ όλο. Στην περίπτωση, μάλιστα, που ο ρόλος της κριτικής έχει ακυρωθεί μέσα από την απουσία της κατάλληλης «στέγης», κυρίως όμως μέσα από τη μεταμοντέρνα -κακώς εννοούμενη- συνθήκη ότι όλα ισχύουν, επομένως και κάθε μορφής αυθαιρεσία, αρκεί να μην ενοχλεί κανείς κανέναν, οι συνθέτες σταδιακά μετατρέπονται σε ερμηνευτές, οι ζωγράφοι σε εικονογράφους/εκτελεστές, οι γλύπτες σε χειρόνακτες δεξιοτέχνες, οι κεραμίστες σε χειροτέχνες, οι αρχιτέκτονες σε ευέλικτους προσαρμοστές των βουλήσεων και του βολέματος των απόψεων κάποιων ιδιοκτητών.

Για την αποφυγή κάθε παρερμηνείας, θέλω να πω πως τα «αφιερώματα» δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις απαραιτήτως κακά όσο είναι η σχεδόν βιομηχανοποιημένη πληθώρα έργων η επαναληπτικότητα εμφάνισης κάποιων δημιουργών σε ορισμένα εξ αυτών, καθώς επίσης τα «θεωρητικά» αμήχανα σοφίσματα που τα συνοδεύουν, κρύβοντας ωστόσο επιμελώς τις όχι και τόσο άδολες προθέσεις τους. Κυρίως, όμως, η διάψευση των κάθε λογής προσδοκιών μας σε σχέση με αυτά τα «αφιερώματα» έγκειται στην επιδερμικότητά τους.

Αν η εποχή μας και ο πολιτισμός που παράγουμε μας οδηγούν στη βαθύτερη ανάγκη να συσχετίσουμε, να κρίνουμε, να «ξαναδιαβάσουμε» -μέσα από μια διαφορετική και σύγχρονη σκοπιά τρόπων και λογισμών- κάποιους σταθμούς, γεγονότα και δημιουργούς του παρελθόντος, τότε είναι περισσότερο από πολύτιμα ορισμένα «αφιερώματα» και όχι όσα μας δίνει το Google, γιατί εκεί καταντήσαμε. Διαφορετικά, μετατρέπονται κι αυτά σε καταναλωτικά αγαθά, με τη συνυπευθυνότητά μας, μάλιστα, πόσο μάλλον στην εποχή μας, κατά την οποία διαπιστώνουμε δυστυχώς συχνά το αδηφάγο πρόσημό της. Γιατί, από αυτή την πλευρά, εμείς οι ίδιοι υπονομεύουμε και εξαλλοιώνουμε το παρελθόν μας, μετατρεπόμενοι σε ζηλωτές ενός αγοραίου ισοπεδωτισμού, που έχουμε πια μάθει να του βάζουμε σπουδαιοφανές (δήθεν εναλλακτικό) και εντυπωσιοθηρικό περιτύλιγμα, που κρυφά ή φανερά ακολουθεί, αφενός, τους νόμους της αγοράς και, αφετέρου, ένα απερίφραστο -κι απερίφρακτο- ξεπούλημα, με ηχηρή την απουσία κάθε σοβαρής αντίστασης.

Ξεχώρισα πρόσφατα ένα εικαστικό αφιέρωμα, χωρίς εισαγωγικά, στη ζωγραφική του Ανδρέα Βουρλούμη (1910-1999), ενός σημαντικού εκπροσώπου της γενιάς του ’30, αλλά και της λεγόμενης Αθηναϊκής Σχολής, της οποίας τα άλλα ονόματα καλλιτεχνών που ατύπως τη συγκροτούν (γιατί δεν έχει γίνει ειδική έρευνα και είναι ακόμη ακατοχύρωτη η σχολή αυτή σαν όρος αναφοράς, τουλάχιστον στη ζωγραφική), που αποτελούν τον πυρήνα της, είναι οι Γ. Τσαρούχης, Γ. Μανουσάκης, Γ. Μόραλης, Διαμαντόπουλος, Σπ. Βασιλείου, Κ. Μαλάμος, Ι. Μητσέα Μαλάμου, Ιρις Δρακούλη, Ε. Μπουλγουρά, Ν. Στεφάνου, Β. Σπεράντας, Α. Φασιανός, Ν. Καραγάτση, Φ. Τάρλοου, Γ. Μιγάδης, Μ. Πωπ, κι από τους νεότερους στο ύφος αυτής της παράδοσης οι Κ. Παπατριανταφυλλόπουλος κ.ά.

Η συγκεκριμένη έκθεση, που μπορεί κανείς ακόμη και για μισό μήνα να την παρακολουθήσει, παρουσιάζεται στη Στοά Κοραή (στο κέντρο της Αθήνας), στο ΣΤΟart ΚΟΡΑΗ, που ανήκει στην Εθνική Ασφαλιστική, και τη λειτουργία του χώρου αυτού υπηρετεί επάξια ο Δημ. Παπαγεωργόπουλος. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για μια υπεύθυνη και αντιπροσωπευτική έκθεση έργων ζωγραφικής, φιλοτεχνημένων με διάφορες τεχνικές υλικών, αισθαντικότητας και γραφής, όλων των εποχών της εβδομηντάχρονης εικαστικής πορείας του αείμνηστου Ανδρέα Βουρλούμη, χωρίς «διάλογο» (επιτέλους) από τους νεότερους, κι αυτό γιατί, μέσα από τις εντάσεις και τις διαφορετικότητες των «φωνών» των συνομιλούντων, θα έχανε σίγουρα η εσωτερικότητα των φευγαλέων ψιθύρων και των χαμηλότερων κραδασμών της δικής του ιδιαιτερότητας.
«Διαβάζοντας» τα έργα του Ανδρέα Βουρλούμη, που για εκείνον η ζωγραφική ήταν άσκηση ήθους και καθημερινή αγωγή βλέμματος, επομένως και συνειδητοποίησης, για καθετί που προκαλούσε το ενδιαφέρον του, μπορούμε να αισθανθούμε το κλίμα που διαμόρφωνε το εντός και το εκτός περιβάλλον ζωής του, της σιωπής και της δράσης σε προέκταση επίσης από τον ορατό και αδιαφανή βίο της πόλης, με τους ήρωες και αντιήρωές της, όπως αντανακλούν στη ζωγραφική του.

Μέσα από αυτή την έκθεση μας δίνεται η δυνατότητα να γνωρίσουμε ήθη και νοοτροπίες, όψεις και συμπεριφορές, όπως και ποικίλες αντιλήψεις, που δημιούργησαν, αλλά και διαμορφώθηκαν από τη μεσοαστική τάξη, αφενός κατά τον Μεσοπόλεμο, αφετέρου από τον Μεταπόλεμο, όπως π.χ. την εναρμόνιση παραδοξοτήτων της καθημερινότητας, της δεμένης ωστόσο με τη σοφή αποδοχή μιας ενδόμυχης ευγένειας γύρω από μνήμες.

Γειτονιές, πεζοδρόμια, «καθιστικά» δωματίων, απόψεις από μπαλκόνια, από δρόμους και παράθυρα, όπως επίσης από τοίχους με κρεμασμένα ρούχα, αντανακλάσεις από καθρέφτες του μπάνιου και λουτήρες, όλα περιλαμβάνουν κρυμμένα τραύματα ή ελεγείες, αποτελούμενες από μορφοποιημένες χαρμολύπες, άλλοτε, πάλι, από στιγμιαίες χαρές.
Υπαινικτικά παρουσιάζονται στα έργα του Ανδρέα Βουρλούμη υφέρποντα, θαρρείς, «μιμοδράματα» μέσα από σουρντίνες εντάσεων, που συντονίζουν υπόγεια κάποια ανεκδοτολογικά στιγμιότυπα και απρόβλεπτα της ζωής. Στον τονικό φωτισμό των εναρμονιζόμενων χρωμάτων του καλλιτέχνη, αλλά και στις εσωτερικές δομοσυστατικές θέσεις κάθε φόρμας του διακρίνει κανείς τον σεβασμό και την αναψηλάφηση καταστάσεων του εφήμερου, μέσα από τη μειλιχιότητα και το ύφος ενός από τους ηπίων τόνων (αλλά εμβληματικά χαρακτηριστικούς, για την εποχή του, δημιουργούς), οι οποίοι αφήνουν να αναδεικνύονται τα μύχια μιας ζωής που «απέλειπε» και εμφανίζεται σήμερα σαν τις όψεις μιας θεατρικής σκηνογραφίας με συνέχειες, βίαιες ανατροπές και ερωτηματικές ασυνέχειες.

*Ιστορικός της Τέχνης & της Θεωρίας του Πολιτισμού