Τι είναι η ΝΔ στις μέρες μας

Τα ανοίγματα έχουν νόημα όταν συνεχίζεις την παράδοση αυτού που εκπροσωπείς

Από τον
Μανώλη Κοττάκη

Την περασμένη Παρασκευή το απόγευμα βρέθηκα στην Πάτρα προκειμένου να συντονίσω εκδήλωση του δικηγορικού συλλόγου της πόλης για την παρουσίαση ενός ενδιαφέροντος βιβλίου του Αλέξανδρου Κεσσόπουλου για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Παρατηρούσα το ακροατήριο πριν από την έναρξη της εκδήλωσης, το οποίο ήταν στην πλειονότητά του κεντροαριστερό. Στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ της περιοχής και μέλη του παλαιού ΠΑΣΟΚ, του... «ορθόδοξου».

Εξεπλάγην, λοιπόν, όταν με πλησίασε ένας εξηντάρης κύριος με κλασικό γιλέκο και κοτσίδα τα μαλλιά -το εξεζητημένο λουκ του σκεπτόμενου αριστερού- για να μου πει ότι, πρώτον, είναι ιατρός, δεύτερον, ότι ψήφιζε Ν.Δ. σταθερά σε όλη του τη ζωή έως το 2009, τρίτον, ότι τώρα ψηφίζει... ΣΥΡΙΖΑ και, τέταρτον, ότι ο υιός του, που παραμένει φιλελεύθερος και δεν τον ακολούθησε στην έξοδό του από τον πολιτικό χώρο του, μου ζητά να «υπογράψω» με αφιέρωση ένα βιβλίο μου που κυκλοφόρησε το 2011. Προφανώς και το έκανα, μέσα μου είπα άλλωστε «επιτέλους, και ένας... δεξιός εδώ μέσα, έστω και πρώην». Μου αρέσει να συζητάω με τους ανθρώπους. Να τους ακούω. Οπως έχω «πει» και άλλες φορές, τα ρεύματα στην κοινωνία μπορείς να τα ανιχνεύσεις ευκολότερα με τη συζήτηση παρά με τις δημοσκοπήσεις. Δεν μου έκανε εντύπωση το εύρημα «πρώην νεοδημοκράτης, νυν συριζαίος».

Πρόκειται για ένα μικρό τμήμα του εκλογικού σώματος, πιθανόν 1%-2%, αυθεντικούς εκπροσώπους του οποίου έχω συναντήσει κυρίως στα νότια προάστια των Αθηνών, στην πλειονότητά τους γυναίκες. Αναρωτήθηκα πολλές φορές γιατί αυτή η «ανώμαλη» μετακίνηση. Δεν δυσκολεύτηκα να δώσω την απάντηση. Μελέτησα καταρχάς τους αριθμούς.

Από εκείνους που ψήφισαν τη Ν.Δ. στις εκλογές του 2004, του 2007 και του 2009 ένα ισχυρότατο ποσοστό της τάξεως του 15%-20% εγκατέλειψε το κόμμα πάνω στην κρίση των Μνημονίων προς ΑΝ.ΕΛ., Χρυσή Αυγή, ΣΥΡΙΖΑ, Ποτάμι, Δημιουργία Ξανά. Ενας λόγος θα μπορούσε να ήταν ότι τα παλαιά μεγάλα κόμματα έπαψαν να είναι πολυσυλλεκτικά. Αδύνατον να ρίχνει στην κάλπη το ίδιο ψηφοδέλτιο ο εργάτης και ο βιομήχανος, ο ταξιτζής και ο ελεύθερος επαγγελματίας. Χάθηκε και το προνόμιο των διορισμών στο Δημόσιο που συντηρούσε την αίγλη των κομμάτων.

Υπάρχει, όμως, και άλλη εξήγηση, θεμελιώδης, κατά την εκτίμησή μου. Η παράταξη έχασε τον αυθεντικά λαϊκό χαρακτήρα της και μετετράπη σε αμιγώς αστική μέσα στην κρίση των Μνημονίων. Ευρέα λαϊκά στρώματα που τη στήριζαν από το 1994 έως και το 2009 -η αλλαγή στη φυσιογνωμία άρχισε επί Μιλτιάδη Εβερτ και επικυρώθηκε επί Κώστα Καραμανλή- εκπαιδεύτηκαν για σχεδόν 20 χρόνια σε μια αντιδιαπλεκόμενη, αντιδυτική, εθνικά ανεξάρτητη πατριωτική ρητορεία που σφραγίστηκε από κορυφαίες επιλογές: Τον βασικό μέτοχο, το «όχι» στο σχέδιο Ανάν, το βέτο στο Βουκουρέστι, τη συστηματική άσκηση κοινωνικής πολιτικής την περίοδο 2004-2009. Χνάρια τα οποία προσπάθησε ανεπιτυχώς να ακολουθήσει ο Αλέξης Τσίπρας για να καταστεί... ντεμέκ «νεοδημοκράτης» προτού παραδοθεί ολοκληρωτικώς στους συμμάχους. Με τρόπο, όμως, που του παρείχε παραπειστικό άλλοθι για να τραβήξει κοντά του κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους.

Κάπως έτσι σήμερα συνειδητοποιούμε ότι αυτοί που ψηφίζουν Ν.Δ. το 2018 είναι λίγο περισσότεροι από τους μισούς από εκείνους που την ψήφιζαν το 2009. Ο σκληρός πυρήνας. Οι απώλειες έχουν αναπληρωθεί όμως από αστούς, κυρίως πρώην ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ του παρελθόντος. Κάπως έτσι σήμερα ο εκλογικός κορμός της Ν.Δ. συγκροτείται από τον ισχυρό πυρήνα των παραδοσιακών ψηφοφόρων της, που με κομμουνιστική πειθαρχία ψηφίζει το κόμμα ανεξαρτήτως αρχηγού (τον υπολογίζω στο 20%-22%) συν ένα ισχυρότατο αντισυριζαϊκό τμήμα της τάξεως του 10%-12% αποτελούμενο από πρώην πασόκους και γενικότερα κεντροαριστερούς. Δεν είμαι από εκείνους που έχουν πρόβλημα με τις αλλαγές, όλα τα «καταστήματα» στη ζωή κάνουν ανακαίνιση και αλλάζουν πελατεία και μαρκίζα για να διαιωνίζεται η φίρμα, γιατί θα αποτελούσε η Ν.Δ. την εξαίρεση; Σωστά ανοίγεται και προς τα κεντροαριστερά. Ωστόσο, το πρόβλημα είναι νομίζω το εξής: Πρώτον, αυτό το 35% που έχει «τσιμεντωμένο» ο Κυριάκος δεν συνιστά ευρεία πλειοψηφία για άνετη διακυβέρνηση. Το ενώνει σήμερα ο δικαιολογημένος αντισυριζαϊσμός (δεν αντέχεται η Αριστερά), όπως χθες το ένωνε περιστασιακά η ανάγκη παραμονής στο ευρώ. Πλην των αστών, όμως, η Ν.Δ. χρειάζεται και τη συμμαχία των λαϊκών.

Δ εύτερον, τα ανοίγματα και η νεωτερικότητα έχουν νόημα όταν θυμάσαι από ποιους παραλαμβάνεις τη σκυτάλη, όταν συνεχίζεις την παράδοση, όταν δεν αλλάζεις το κέντρο βάρους αυτού που εκπροσωπείς. Διότι όταν αλλοιώνεις τη φυσιογνωμία έχεις πρόσκαιρη επιτυχία -το έπραξαν οι Βρετανοί Εργατικοί με τον Μπλερ και το ΠΑΣΟΚ με τον Σημίτη-, στο τέλος οι μεταλλάξεις αργά ή γρήγορα έχουν συγκεκριμένο αποτέλεσμα: τη συρρίκνωση. Ανοίγεις την μπροστινή πόρτα και μπαίνουν ελάχιστοι νέοι, κοιτάς πίσω και αντικρίζεις την έξοδο του Μεσολογγίου των παλαιών.

Δεν γνωρίζω πόσο εύκολο είναι για τον Κυριάκο να φέρει πίσω εκείνους που ψήφιζαν Ν.Δ. το 2004. Οι άνθρωποι έχουν πάρει αλλιώς τη ζωή τους ήδη. Πρέπει, όμως, εμπράκτως να προσπαθήσει. Οχι για να συγκροτηθεί χάριν αναμνήσεων η πλατιά κοινωνική συμμαχία του 2004, αλλά γιατί η Ν.Δ. δεν θα καταφέρει ποτέ να ηγεμονεύσει στην κεντροαριστερή Ελλάδα, αν δεν ηγηθεί γνήσιας πλατιάς κοινωνικής συμμαχίας. Η ομιλία Μητσοτάκη στη Μουσείο Μπενάκη μού έδειξε ότι καταλαβαίνει ποιο είναι το θέμα, περιμένουμε όμως τη συνέχεια.