Εικαστικές προκλήσεις για αναστοχασμό

Μας ενοχλούν υποκριτικά οι υποτιθέμενοι λαϊκισμοί, αλλά αδιαφορούμε αν στενεύουν οι ορίζοντές μας και αδιαφορούμε αν στις γενικεύσεις χάνονται μαζί και οι πολύτιμες ιδιαιτερότητές μας

Από την
Αθηνά Σχινά*

Την περασμένη Κυριακή είχα αναφερθεί στα «αφιερώματα» ποικίλων αποχρώσεων, στοχεύσεων, ποιοτήτων και αναγκών που βλέπουμε να παρουσιάζονται συχνά στη μουσική, στα εικαστικά, στον κινηματογράφο, στη λογοτεχνία κ.λπ., καλύπτοντας -πλην εξαιρέσεων- ενδεχόμενες αμηχανίες και κάποιες προφάσεις για συμμετοχική υποτίθεται παρουσία καλλιτεχνών κι εκδημοκρατισμό της τέχνης, που ακούει στο σλόγκαν «όλα τα παιδιά στην πίστα», αρκεί να διατηρείται ζεστή η «μηχανή» της δημιουργικότητάς μας! Προπαντός! Λες και θητεύουμε σε γυμναστήριο εκτελώντας ασκήσεις που μας κρατούν σε φόρμα. Κι από την πολλή τη φόρμα γινόμαστε φορμαλιστές (!). Μας ενοχλούν υποκριτικά οι υποτιθέμενοι λαϊκισμοί, αλλά αδιαφορούμε αν στενεύουν οι ορίζοντές μας και αδιαφορούμε αν στις γενικεύσεις χάνονται μαζί και οι πολύτιμες ιδιαιτερότητές μας. Η αλληλεγγύη ερμηνεύεται πλέον ως «πλυντήριο» των διαφορών μας με καθετί που μας «χωρίζει» από τους άλλους. Και σε αυτό περιλαμβάνεται ασφαλώς και ο πολιτισμός, που σε λίγο θα τον αναζητούμε σε κανένα υπερταμείο, όπου θα καταλήξει όχι για να διασωθεί, αλλά για να εξαφανιστεί. Βολεύει πολλούς άλλωστε αυτό το σενάριο, το οποίο μεθοδεύεται σιωπηλά ως μια αδιαπραγμάτευτη καθημερινότητα.

Ατυχώς και με συγκαταβάσεις ανεχόμαστε σε τέτοιου τύπου πρόχειρα, αλλά πάμπολλα «αφιερώματα» τη ρηχότητα σημασιών, αλλά και συναφών (κάποτε μάλιστα έως κι επιζήμιων) πράξεων, που υποβαθμίζουν όσα με κόπους και θυσίες πνευματικά κατακτήσαμε. Ποιους ενδιαφέρουν, άραγε, οι αντιστάσεις όταν βλέπουμε καθημερινά να βολεύει πολλούς η χρησιμοθηρική ισοπέδωση; Και το ατράνταχτο ερώτημα: εφόσον μπορούμε με ευκολία να έχουμε προσβασιμότητα σε όλα, τότε γιατί να μην καταφάσκουμε προς όλα; Η ποσόστωση μετράει. Κι όσο από θεωρία; Πληθώρα οι ρητορείες των Κλεώνων στην Αγορά, χωρίς να βάζουμε μυαλό από τη Σικελία! Σου λένε μετά ότι η Ιστορία διδάσκει. Ισως εν τέλει να διδάσκει τους τρόπους εξόφλησης του πνευματικού μας χρέους, που όλο και περισσότερο αισθανόμαστε να συρρικνώνεται και χωρίς ενοχές να μας βαραίνει πλέον απέναντι σε ένα παρελθόν -ακόμη και πρόσφατο- που ξεχάσαμε πώς να το διαβάζουμε στα χρόνια των εξισώσεων και του αντιπραγματισμού, του μεταμοντερνισμού και της παγκοσμιοποίησης. Ενδιαφέρουσα, αλλά άνιση η ομαδική έκθεση «Με αφορμή τον Γιαννούλη Χαλεπά» στην γκαλερί ena contemporary. Μετρήσαμε τη συμμετοχή 27 καλλιτεχνών (ζωγράφων στην πλειονότητά τους και γλυπτών), εκ των οποίων είδαμε τα έργα των 26 (δεν κατάλαβα γιατί). Την επετειακή αφορμή έδωσε το γεγονός ότι φέτος (2018) συμπληρώνονται 80 χρόνια από τον θάνατο του ιδιοφυούς γλύπτη (και γενάρχη της νεοελληνικής μας γλυπτικής) Γ. Χαλεπά. Σε ένα σημείο του κειμένου της, που δημοσιεύεται στον συνοδευτικό κατάλογο της έκθεσης, η Χριστίνα Σωτηροπούλου αναφέρει πως «ο Γιαννούλης Χαλεπάς υπήρξε μοντερνιστής από φύση και όχι από θέση», συμπληρώνοντας πως «μέσα από τη δημιουργία του σκιαγραφείται μια βιωματική πορεία αποδέσμευσης από τις νόρμες και τις συμβάσεις του ακαδημαϊκού κλασικισμού και [της] απελευθέρωσης της φόρμας όπως μόνον ελάχιστα μέλη της ευρωπαϊκής αβάν γκαρντ μπόρεσαν να τη συλλάβουν, τα πιο τολμηρά και με γνήσια ριζοσπαστική σκέψη».

Καταρχάς, δεν ήταν λίγα τα τολμηρά μέλη της ευρωπαϊκής αβάν γκαρντ. Κι εκείνα ήταν σίγουρα από θέση, και όχι από φύση. Δηλαδή, η πρωτοπορία συνειδητά, όπως μέχρι σήμερα τουλάχιστον όλοι γνωρίζουμε, διαμορφώθηκε στην Ευρώπη ως ανατροπή του ακαδημαϊσμού. Από την άλλη πλευρά τώρα, όλοι φυσικά εκτιμούμε και ανυπερθέτως θαυμάζουμε τον Γ. Χαλεπά. Το ότι τον προσμετρούμε σήμερα στην ευρωπαϊκή και -γιατί όχι;- στη διεθνή πρωτοπορία του καιρού του δεν αιτιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί αθέλητα υπονομεύεται από εκείνο το «μοντερνιστής από φύση και όχι από θέση», υποδεικνύοντας τη νοητική ασθένεια από την οποία -ως γνωστόν- ο Γ. Χαλεπάς έπασχε. Από όσο γνωρίζω, δεν έγινε μοντέρνος αυτός ο γλύπτης επειδή έπασχε από σχιζοφρένεια. Ασυναίσθητα, άραγε, πέρασε στον μοντερνισμό; Μήπως ακριβώς επειδή ήθελε ο Γ. Χαλεπάς να εκφράσει άλλες ποιότητες και δυνατότητες της δικής του φόρμας (και του εσωτερικού της οργανικού, όπως εκείνος τον αισθανόταν, δυναμισμού), καθώς αντιμετώπιζε παράλληλα ένα αποτρεπτικό οικογενειακό περιβάλλον, η αντιξοότητα των συνθηκών και οι αδιεξοδικές καταστάσεις των λοιπών παραμέτρων (οικονομικών και κοινωνικών) συνετέλεσαν στην επιδείνωση της ασθένειάς του;

Με ή χωρίς ασθένεια, πάντως, ο Γ. Χαλεπάς είναι ένας και μέγας σε πνευματικό κι αισθητικό ανάστημα. Ως προς την υπενθύμιση αυτού του γεγονότος, είναι καίριο και χρήσιμο αυτό το αφιέρωμα, καθώς η Πολιτεία δεν έκανε και τίποτε σημαντικό. Από αυτή την άποψη, όλα καλά. Εκείνο που δεν γίνεται αρκούντως αισθητό στη συγκεκριμένη έκθεση είναι ότι ενώ ισχυριζόμαστε (;) πως το βάρος έχει πέσει μέχρι σήμερα -κακώς και αδίκως- στη βιογραφία του καλλιτέχνη και όχι στη σημασία όσων προσκόμισε στην τέχνη, οι περισσότεροι συμμετέχοντες εμπνέονται, ψυχαναλυτικά, από τα ζητήματα που αναδύει η βιογραφία του Γ. Χαλεπά και από το πορτρέτο του, λες κι εκεί κρύβονται όλα τα μυστικά της δουλειάς του. Τα σχέδια του Γ. Χαλεπά είναι μοναδικής σημασίας για όσα αποκαλυπτικά φέρανε στο φως κατά τη δεκαετία του '30 και όμως, παρά ταύτα, μια δημιουργική συνομιλία ως προς αυτά δεν είδαμε να γίνεται πηγή έμπνευσης από κάποιους συμμετέχοντες. Οφείλουμε ωστόσο να επισημάνουμε ότι είδαμε, ανάμεσα στα άλλα και πολύ ενδιαφέροντα έργα, ξεχωρίζοντας του Δ. Αγγελόπουλου, του Γ. Αδαμάκη, του Δ. Αναστασίου, του Χρ. Λαζαράκη, της Μ. Μαραγκουδάκη, του Κ. Παπαμιχαλόπουλου, του Α. Πιστώνη, της Β. Φιλιππούση και, αν ξεχνώ κάποιων λίγων άλλων, ας με συγχωρήσουν, αλλά της Κ. Χαδουλού το έργο δεν το είδα. Με τίτλο «Μνημόνιο - Εξέλιξη» (Memorandum-Evolution) παρουσιάζει στην Γκαλερί 7 η Λευκή Χριστίδου μια σειρά από έργα της, φιλοτεχνημένα με εικαστικά «επεξεργασμένο» αλουμίνιο, προερχόμενο από τα απορρίμματα των αναψυκτικών. Με χιούμορ, έμπνευση και κριτική διάθεση, η δημιουργός διαμορφώνει ένα περιβάλλον επικαιρικό και «ηθογραφικό», φυσικό και την ίδια στιγμή πολιτισμικό, μέσα από αστικούς και πολιτικούς μύθους, ιδεολογίες και πραγματικότητες που μας καταναλώνουν και τις καταναλώνουμε, αφήνοντας πίσω μας τενεκεδένια κουτάκια, που διαφημίζουν ως προέλευση πολυεθνικές εταιρίες.

Η Λευκή Χριστίδου σχηματίζει και διαρκώς θαρρείς μετασχηματίζει τα στοιχεία που απαρτίζουν μια πόλη, με τα περίπτερα και τις πορείες των πολιτών της, τις διαμαρτυρίες τους και τις δυνάμεις καταστολής, τα γκραφίτι των δρόμων της και τα αδέσποτα των κάθε λογής «περιθωρίων» της. Σχηματίζοντας και ταυτοχρόνως αποσχηματίζοντας ένα είδος puzzle (που μπορεί τυχαία, όσο και μοιραία αυτό, μέσα από τα τσίγκινα κομμάτια του, να συγκροτείται και ανά πάσα στιγμή να αποσαθρώνεται). Η ζωγράφος διαπραγματεύεται διάφορα θέματα της αστικής ζωής και της δημοσιογραφίας, της δημαγωγίας και της καθημερινότητας, καθώς επίσης των συνθηκών που ζούμε, κατά την εποχή των Μνημονίων. Σαν να λέμε, κατά την εποχή των Παγετώνων. Επίκεντρο της έκθεσης, που φέρνει και το «βάρος» των ενδογενών της ερωτημάτων, βρίσκεται ο Δαρβίνος, που περιστοιχίζεται από τη φύση της ζούγκλας. Μιας ζούγκλας που υπονομεύει τον εξωτισμό της μετατρεπόμενη σε άθυρμα εννοιών και καταστάσεων. Οσο για τους νόμους της εξέλιξης (μιας μέχρι τώρα μονόδρομης κατεύθυνσης) από τον πίθηκο στον δαρβινικό Homo Sapiens, τα έργα αυτά προκαλούν, με βάση την ανακύκλωση που έχει υποστεί το υλικό τους, ένα είδος πολιτισμικού αναστοχασμού, που εδράζεται στις αποκτώμενες εμπειρίες μας από την καθημερινή βία και τη μαζική κατανάλωση, από τις κοινωνικοπολιτικές διαψεύσεις επίσης, αλλά και τις «ιδεολογικές» ανατροπές, τις οποίες επιφυλάσσει η ζωή στον ενοχικό και εφησυχαστικά αφοπλιζόμενο, στον ανεκτικό κι ανοχύρωτό μας εαυτό.

* Ιστορικός της Τέχνης & της Θεωρίας του Πολιτισμού