ΕΥΠΡΟΣΔΕΚΤΟΣ ΧΩΡΙΣ ΒΟΥΛΗΣΗ ΓΙΑ ΛΥΣΕΙΣ!

Η επίσκεψη του Στάινμαγερ αποτελεί χρήσιμη ευκαιρία αποστολής μηνυμάτων στην ισχυρή και αλαζονική Γερμανία

Από τον
Αλέξανδρο Τάρκα

Η επίσημη επίσκεψη του προέδρου της Γερμανίας Φ.Β. Στάινμαγερ, ασφαλώς, δεν θα μεταβάλει -λόγω του μη εκτελεστικού χαρακτήρα του αξιώματός του- την πολιτική του Βερολίνου έναντι της Αθήνας, αλλά αποτελεί χρήσιμη ευκαιρία αποστολής μηνυμάτων προς την πιο ισχυρή (και μάλλον πιο αλαζονική) ευρωπαϊκή χώρα. 

Ο πεπειραμένος κ. Στάινμαγερ γνωρίζει τα ελληνικά πράγματα λόγω της θητείας του, ως υπουργός Εξωτερικών, από το 2005 ως το 2009 και από το 2013 ως το 2017. Είχε, επίσης, πρόσβαση σε ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τις ελληνικές (πολιτικές και επιχειρηματικές) και βαλκανικές εξελίξεις την περίοδο 1999-2005, όταν, ως διευθυντής της Καγκελαρίας επί Γκ. Σρέντερ, είχε την ευθύνη εποπτείας των μυστικών υπηρεσιών της χώρας του και ήταν προνομιακός αναγνώστης των απόρρητων αναφορών τους.

Η ανάπτυξη στενής σχέσης, προ δεκαετίας, με την τότε υπουργό Εξωτερικών Ντ. Μπακογιάννη δεν πρόσφερε οτιδήποτε χρήσιμο στην ελληνική διπλωματία, στη διερεύνηση του σκανδάλου Siemens και στην έγκαιρη παράδοση των υποβρυχίων U-214 της HDW/ThyssenKrupp. Επίσης, οι προσπάθειες του κ. Ευ. Βενιζέλου, το 2013-14, να επεκτείνει την ατζέντα σε θέματα πέραν του Μνημονίου αποδείχθηκαν άκαρπες. Η δε επικοινωνία του κ. Στάινμαγερ με τον σημερινό υπουργό Εξωτερικών Ν. Κοτζιά βοήθησε την ελληνική κυβέρνηση να κατανοήσει πολλές πτυχές του τρόπου λειτουργίας του συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών - Σοσιαλδημοκρατών και των μεθόδων διεκδίκησης των ελληνικών αιτημάτων στην οικονομία (με αποτελεσματικότητα) και στο Μεταναστευτικό (χωρίς επιτυχία).

Με βάση αυτή την εμπειρία από τη στάση του κ. Στάινμαγερ, ο πολιτικός κόσμος και η κοινή γνώμη αναμένουν με μέγιστο ενδιαφέρον τη στάση του προέδρου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας επί του θέματος των οφειλών της χώρας του από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μόλις προ εβδομάδος, ο Ελληνας ομόλογός του κ. Πρ. Παυλόπουλος υπογράμμισε ότι «ως απόδοση δικαιοσύνης στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Νομικού Πολιτισμού, διεκδικούμε τις αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο», καθώς «οι απαιτήσεις μας είναι νομικώς ενεργές και δικαστικώς επιδιώξιμες». Αντίθετα, ο κ. Στάινμαγερ είχε αποπειραθεί παλαιότερα να συσχετίσει τις συγκεκριμένες ελληνικές αξιώσεις με -μη συγκρίσιμες- υποθέσεις άλλων χωρών, κρίνοντας πως πολλά ερωτήματα «απαντήθηκαν με τη γερμανική ενοποίηση» και ισχυριζόμενος ότι «τα σχετικά με τις επανορθώσεις και το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο έχουν ρυθμιστεί οριστικά από νομικής πλευράς». Ο νυν πρόεδρος είχε αποφύγει, βέβαια, να ασχοληθεί με τη νομική πραγματικότητα και τις επιφυλάξεις που κατέθεταν οι ελληνικές κυβερνήσεις πριν και μετά την ενοποίηση του 1990, όπως και με τις «λεπτομέρειες» του δανείου για το οποίο είχε αρχίσει η διαδικασία εξόφλησης πριν από τη λήξη της Κατοχής.

Ως προς τα τρέχοντα ζητήματα διμερούς και ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, η Αθήνα εξαρτά πολλά από τη στάση του Βερολίνου στο Μεταναστευτικό. Πέραν της καγκελαρίου Α. Μέρκελ, και ο κ. Στάινμαγερ έχει μέγιστη ευθύνη για την πολιτική ανοιχτών συνόρων του 2015 που πλέον έχει μεταβληθεί σε πραγματικότητα δύο όψεων, αφενός με διάτρητη τη μεθόριο της Ελλάδας και αφετέρου με κλειστή τη βαλκανική οδό προς την κεντρική Ευρώπη. Η Αθήνα αντιμετωπίζει την αύξηση των μεταναστευτικών ροών και εγκλωβίζεται σε δύο επίπεδα: στο πρώτο, τα ισχυρά μέλη της Ε.Ε. αντιπαρατίθενται με τη Ρωσία και την πρότασή της για επιστροφή των Σύρων προσφύγων στην πατρίδα τους. Η ρωσική πρόταση θα απάλλασσε την Ευρώπη και ίσως την Ελλάδα από δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες, αλλά συνοδεύεται και από το σκέλος διεθνούς συμφωνίας για το μελλοντικό καθεστώς της Συρίας, οπότε δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτή από τη Δύση. Στο δεύτερο επίπεδο, η σύγκρουση είναι ενδοευρωπαϊκή, καθώς η γερμανική κυβέρνηση δεν ακολουθεί πια την πολιτική ανάληψης των μεταναστευτικών βαρών κατ’ αναλογία του μεγέθους κάθε χώρας. Εν όψει και των -σε εκρηκτικό κλίμα- ευρωεκλογών του Μαΐου 2019, αν η Γερμανία μπορεί (και θέλει) να ασκήσει διαφορετική πολιτική, θα όφειλε να το πράξει τις επόμενες λίγες εβδομάδες.

Παράλληλα, μεγάλη σημασία έχει η γερμανική πολιτική στα Βαλκάνια και έναντι της Τουρκίας. Δυστυχώς, η αυτάρεσκη τοποθέτηση του πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα στη ΔΕΘ ότι φέτος, σε αντίθεση με το 2015-17, προσκλήθηκε στο Berlin Process (ιδέα των Στάινμαγερ και Μέρκελ για ετήσια συνάντηση ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών με τις χώρες της Δυτικών Βαλκανίων), χάρη στη Συμφωνία των Πρεσπών, δεν προσφέρει τίποτα ουσιαστικό. Γιατί ο πρωθυπουργός δεν συμμετείχε σαν εισηγητής μίας ρεαλιστικής πολιτικής για την επίλυση των προβλημάτων της περιοχής, αλλά ως ακροατής προτάσεων που αναπαράγουν την αποσταθεροποίηση των Βαλκανίων και δεν γίνονται καν δεκτές για τη διεύρυνση της Ε.Ε. από άλλα μέλη της, όπως η Γαλλία και η Ολλανδία.

Σε σχέση με την Τουρκία, το Βερολίνο είναι ιδιαίτερα προσεκτικό, με δεδομένη και τη συνεχιζόμενη κράτηση επτά Γερμανών πολιτών. Οι πρόσφατες συνομιλίες Μέρκελ - Ερντογάν δεν απέδωσαν την προσδοκώμενη βελτίωση σχέσεων ούτε και έδωσαν αξιόπιστες απαντήσεις για το είδος συνεργασίας που επιθυμεί ο Τούρκος πρόεδρος με την Ε.Ε., τη Ρωσία και το Ιράν ή (σε θέματα άμεσου ελλαδικού ενδιαφέροντος) για την πολιτική του στην εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στην Αν. Μεσόγειο.

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη