ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ, ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΤΕ ΤΟΝ ΟΤΖΑΛΑΝ

Τη δεκαετία του 1990 με αγώνες απάλλαξε τη γυναίκα από την καταπίεση

Από τον 
Σάββα Καλεντερίδη

Τη δεκαετία του 1970 διεκδίκησε με συντρόφους του δημοκρατικά δικαιώματα για τους Κούρδους και τους λαούς της Τουρκίας.

Το τουρκικό κράτος άλλους τους σκότωσε, άλλους τους φυλάκισε και άλλους τους εξώθησε να βγουν στο βουνό.
Κι αυτό γιατί φοβάται τη δημοκρατία, γιατί δεν θέλει να δώσει δημοκρατικά δικαιώματα στους λαούς της Ανατολίας.
Τη δεκαετία του 1980 διεθνοποίησε το κουρδικό ζήτημα και επιδίωξε την πολιτική λύση του, με στόχο να δοθούν δημοκρατικά δικαιώματα στον κουρδικό λαό και στις άλλες εθνικές και θρησκευτικές ομάδες της Ανατολίας.

Το τουρκικό κράτος έκανε διεθνή εκστρατεία και, εκμεταλλευόμενο τη στρατηγική αξία που έχει η Ανατολία για το ΝΑΤΟ και τη Δύση, τους κατέστησε συνενόχους του στο έγκλημα που διαπράττει εναντίον των Κούρδων και των λοιπών εθνικών και θρησκευτικών ομάδων της Τουρκίας. Τη δεκαετία του 1990 με κοινωνικούς, πολιτικούς και δημοκρατικούς αγώνες απελευθέρωσε τη γυναίκα από την καταπίεση που υφίσταται επί δεκαετίες και την έφερε στο προσκήνιο της κοινωνικής, πολιτιστικής και πολιτικής ζωής.
Τη δεκαετία του 1990 μεταλαμπάδευσε στις άλλες εθνικές και θρησκευτικές ομάδες της Ανατολίας την αγάπη και την ανάγκη για κοινό αγώνα για την ελευθερία και τη δημοκρατία.
Τη δεκαετία του 1990 επιδίωξε την ειρήνη με το τουρκικό κράτος. Την επιδίωξε πολλές φορές, με μονομερή εκεχειρία, και κάθε φορά το τουρκικό κράτος έκλεινε τις πόρτες της συνεννόησης και απαντούσε με βασανιστήρια, φυλακίσεις, ανεξιχνίαστες δολοφονίες ανδρών, βιασμούς γυναικών, πυρπολήσεις χωριών, βόμβες και ερημοποίηση του Κουρδιστάν.

Τελευταία έκκληση για ειρήνη ήταν η 1η Σεπτεμβρίου 1998, τότε που έστειλε ανοιχτή επιστολή προς την τουρκική κυβέρνηση, ζητώντας να επικρατήσει η ειρήνη και να σταματήσουν ο πόλεμος και το αίμα. Η απάντηση του τουρκικού κράτους ήταν οι απειλές προς τη Συρία να τον απελάσει. Τότε άρχισε να τίθεται σε εφαρμογή μια διεθνής συνωμοσία για τη σύλληψη του ηγέτη του απελευθερωτικού αγώνα των Κούρδων, του Αμπντουλάχ Οτζαλάν.
Το ταξίδι του από τη Δαμασκό στην Αθήνα, η αναχώρησή του την ίδια μέρα για Μόσχα, όπου παρέμεινε επί 33 ημέρες, για να αναχωρήσει στη συνέχεια για την Ιταλία, όπου παρέμεινε επί 66 ημέρες.

Ακολούθησε η μετάβασή του στη Ρωσία, από κει αμέσως στο Τατζικιστάν και έπειτα επιστροφή στην Πετρούπολη, για να ακολουθήσει η μεταφορά του στην Αθήνα και η περιπέτεια στο Μινσκ της Λευκορωσίας και το Ναϊρόμπι.

Σε μεγάλο μέρος αυτής της περιπέτειας ήμουν δίπλα στον Αμπντουλάχ Οτζαλάν.
Είδα την Ολλανδία και το Βέλγιο να απογειώνουν μαχητικά αεροσκάφη F-16 και να σφραγίζουν τον εναέριο χώρο τους, για να μην εισέλθει αεροπλάνο που μεταφέρει τον Αμπντουλάχ Οτζαλάν.
Είδα τη Γερμανία να παραβιάζει το Σύνταγμά της και να ακυρώνει το ένταλμα σύλληψης που εκκρεμούσε εις βάρος του Κούρδου ηγέτη, για να μην τον απελάσει η Ιταλία στη Γερμανία.
Είδα τον υφυπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Στρόουμπ Τάλμποτ να μετακομίζει στη Ρώμη, ώσπου να πετύχει την απέλαση του Οτζαλάν από την Ιταλία.
Είδα την Ιταλία να αυτοεξευτελίζεται και να πιέζει τον Κούρδο ηγέτη να εγκαταλείψει τη χώρα, τη στιγμή που ο ίδιος ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Δικαιοσύνης είχαν κάνει δημόσιες δηλώσεις ότι θα δοθεί άσυλο στον Αμπντουλάχ Οτζαλάν.
Είδα τον Γεβγκένι Πριμακόφ, έναν αξιόλογο πολιτικό, με μακρά υπηρεσία στην KGB και στο ρωσικό ΥΠΕΞ, να λυγίζει μπροστά στις πιέσεις της ΥΠΕΞ των ΗΠΑ Μαντλίν Ολμπράιτ και να διώχνει τον Αμπντουλάχ Οτζαλάν από το έδαφος της Ρωσίας.
Είδα την ελληνική κυβέρνηση να παρέχει κρατικές εγγυήσεις στον Αμπντουλάχ Οτζαλάν για να μεταβεί στη χώρα της Αφρικής που του είχε προταθεί. Την πρόταση αυτή, τις εγγυήσεις αυτές τις μεταβίβασα εγώ ο ίδιος στον Κούρδο ηγέτη.
Είδα τον σταθμάρχη της CIA στην Αγκυρα να μεταβαίνει στα γραφεία της ΜΙΤ μία μέρα μετά την προσγείωσή μας στο Ναϊρόμπι και να λέει στην τουρκική κυβέρνηση ότι «έχει τον Οτζαλάν στα χέρια του και πως μπορεί να τον παραδώσει στην Τουρκία, στη βάση μιας συμφωνίας».
Είδα τον επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ να μεταβαίνει στην Αγκυρα μία μέρα μετά την προσγείωσή μας στο Ναϊρόμπι και να συνεργάζεται επί δύο μέρες με τη ΜΙΤ και τη Διεύθυνση Επιχειρήσεων του τουρκικού ΓΕΕΘΑ, χωρίς να γίνονται ανακοινώσεις για το αντικείμενο της συνεργασίας. Είδα την ίδια ελληνική κυβέρνηση που είχε δώσει κρατικές εγγυήσεις για να μεταβεί στη χώρα της Αφρικής να δίνει εντολές σε διπλωμάτη του ελληνικού κράτους και σε έναν εν ενεργεία ανώτερο αξιωματικό να «πετάξουν έξω από την κατοικία του πρέσβη» τον ηγέτη του Κουρδικού Απελευθερωτικού Κινήματος. Είδα την κυβέρνηση της Κένυας να κάνει συμφωνία με τον πρέσβη της Ελλάδας ότι θα παραχωρήσει αεροσκάφος για να μεταβεί ο ηγέτης του Κουρδικού Απελευθερωτικού Κινήματος σε προορισμό της επιλογής του και την ίδια μέρα να αθετεί τη συμφωνία, να απάγει τον Αμπντουλάχ Οτζαλάν και να τον παραδίδει στους Τούρκους.

Πέρασαν από τότε σχεδόν 20 χρόνια και ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν παραμένει φυλακισμένος σε ένα νησί, κάτω από συνθήκες που μπορούν να χαρακτηριστούν λευκά βασανιστήρια.

Οσες απόπειρες έκαναν οι δικηγόροι του για να κριθεί η υπόθεσή του στα διεθνή δικαστήρια απορρίφθηκαν, σαν να είναι το ίδιο κρυφό χέρι που συντόνιζε τις διαδικασίες της διεθνούς συνωμοσίας που οδήγησε στη σύλληψή του, που συνεχίζει να κινεί τα νήματα και να μην επιτρέπει τη δικαίωσή του. Το τουρκικό κράτος κρατά σε πλήρη απομόνωση εδώ και χρόνια τον Αμπντουλάχ Οτζαλάν και εκφράζονται φόβοι ότι η κατάσταση της υγείας του δεν είναι καλή.

Ηρθε η ώρα να συνεγερθούν δυνάμεις από όλες τις χώρες που συμμετείχαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στη διεθνή συνωμοσία της σύλληψής του, να ασκήσουν πιέσεις στις κυβερνήσεις τους και να αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την απελευθέρωση του Κούρδου ηγέτη.
Αυτό είναι ένα μεγάλο χρέος που έχουμε απέναντι στον ίδιο και τον πολύπαθο κουρδικό λαό.

Είναι ένα χρέος που έχουμε και προς την ίδια την πατρίδα μας.