Ερχονται έλεγχοι για αποδείξεις

Χιλιάδες περιπτώσεις με επιπλέον ποσά από αυτά που έστειλαν οι τράπεζες

Διασταυρώσεις από την Εφορία στις δηλώσεις του 2017, που θα επιβάλει πρόστιμα (ίσα με το 22% της ακάλυπτης διαφοράς) στους παραβάτες που ήθελαν να «πιάσουν» το αφορολόγητο

Η Θέση μας: Η ΣΙΩΠΗΛΗ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ

Διαβάστε επίσης:

►Σε ιπτάμενη δικαστικό έχει μετατραπεί η εισαγγελέας Ξένη Δημητρίου, η οποία σε λιγότερο από δύο χρόνια έχει πραγματοποιήσει 27 ταξίδια στο εξωτερικό

►Ο «ευέλικτος» στρατηγός που «έβαλε φωτιά» στο Προσφυγικό

►Πώς να γίνετε δισεκατομμυριούχοι με Πλάτωνα και Αριστοτέλη!

►Με κωδικό «αξιοπιστία» η αντεπίθεση του Κυριάκου

►Ετσι «πέρασαν» στο Κατοχικό Ταμείο ο Λευκός Πύργος και άλλα μνημεία

►6+1 πρόθυμοι στην επιτροπή Κοτζιά για τη συμφωνία της προδοσίας με τα Σκόπια

►Η ρελάνς Καμμένου που βγήκε πάλι μπροστά και απέκτησε πλεονέκτημα

►Στην ουρά (έως και τέσσερα έτη) για κύριες, επικουρικές συντάξεις και εφάπαξ 199.640 δικαιούχοι

►Οι πίσω μου σελίδες: Ο Σαρλ Αζναβούρ και το γαλλικό τραγούδι στην Ελλάδα

 

Ερχονται έλεγχοι για αποδείξεις!

Η Εφορία ετοιμάζει διασταυρώσεις για όσους δήλωσαν επιπλέον ποσά δαπανών, προκειμένου να καλύψουν το ύψος του αφορολόγητου ορίου

Σαρωτικούς ελέγχους και διασταυρώσεις για το ύψος των δαπανών που έχουν δηλώσει οι πολίτες στις φορολογικές δηλώσεις, και συγκεκριμένα στο έντυπο Ε1, αρχίζουν οι υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών.

Χιλιάδες μισθωτοί, συνταξιούχοι και αγρότες φορολογούμενοι, οι οποίοι συμπλήρωσαν τους κωδικούς 049-050 του πίνακα 7 των φετινών δηλώσεων με ψευδή ποσά δαπανών για την κάλυψη του αφορολογήτου, είναι πιθανό, μετά τους ελέγχους, να υποχρεωθούν να πληρώσουν υπέρογκα πρόστιμα για την υποβολή ανακριβών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος.

Σύμφωνα με τις τροποποιηθείσες διατάξεις του άρθρου 16 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, οι οποίες τέθηκαν φέτος για πρώτη φορά σε ισχύ, οι φορολογούμενοι οι οποίοι απέκτησαν το 2017 εισοδήματα από μισθούς ή συντάξεις, καθώς και οι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες που απέκτησαν εισοδήματα από τις γεωργικές δραστηριότητες για να δικαιούνται τα αφορολόγητα όρια εισοδήματος των 8.636-9.545 ευρώ όφειλαν να έχουν καλύψει ποσοστά από 10% έως 18,75% των ατομικών εισοδημάτων τους με δαπάνες αγοράς αγαθών και λήψης υπηρεσιών εξοφληθείσες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.

Σε κάθε περίπτωση, τα ποσοστά ατομικού ετήσιου εισοδήματος που έπρεπε να έχουν καλυφθεί με δαπάνες κλιμακώνονται ως εξής:
α) 10% για τα πρώτα 10.000 ευρώ του ετήσιου ατομικού εισοδήματος,
β) 15% για τα επόμενα 10.000 ευρώ του ετήσιου ατομικού εισοδήματος, δηλαδή για το τμήμα του ετήσιου ατομικού εισοδήματος από τα 10.000,01 έως τα 30.000 ευρώ,
γ) 20% για το υπερβάλλον των 30.000 ευρώ τμήμα του εισοδήματος.

Για όσους δεν κάλυψαν το απαιτούμενο ποσό δαπανών προβλέπεται η επιβολή επιπλέον φόρου εισοδήματος, ίσου με το 22% της ακάλυπτης διαφοράς.

Για παράδειγμα, ένας μισθωτός 45 ετών με ετήσιο εισόδημα 15.000 ευρώ, προκειμένου να δικαιούται φέτος, κατά την εκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης, ολόκληρο το ισχύον γι’ αυτόν αφορολόγητο όριο, όφειλε να έχει εξοφλήσει εντός του 2017 μέσω ηλεκτρονικών μεθόδων πληρωμής (πιστωτικές, χρεωστικές κάρτες, e-banking κ.λπ.) δαπάνες αγοράς αγαθών και λήψης υπηρεσιών συνολικού ποσού 1.750 ευρώ. Αν εξόφλησε με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής ποσό δαπανών 1.200 ευρώ, τότε για την ακάλυπτη διαφορά των 550 ευρώ (1.750 ευρώ - 1.200 ευρώ) θα χρεωθεί με επιπλέον φόρο εισοδήματος ίσο με το 22% του ποσού των 550 ευρώ, δηλαδή με επιπλέον φόρο 121 ευρώ.

Σε κάθε περίπτωση, το συνολικό ποσό των δαπανών του έτους 2017 για αγορές αγαθών και λήψη υπηρεσιών, βάσει του οποίου κατοχυρώνεται το αφορολόγητο όριο, έπρεπε να δηλωθεί στον κωδικό 049 του πίνακα 7 της δήλωσης από τον υπόχρεο και στον κωδικό 050 του ίδιου πίνακα από τη σύζυγο ή τη συμβία του (εφόσον υπήρχε σύμφωνο συμβίωσης). Προς διευκόλυνση των φορολογουμένων, οι αρμόδιες για την εκκαθάριση των δηλώσεων υπηρεσίες της ΑΑΔΕ είχαν λάβει σε ηλεκτρονική μορφή από τις τράπεζες όλα τα στοιχεία για τις ηλεκτρονικές αγορές ανά φορολογούμενο και είχαν αναρτήσει τα συνολικά ποσά δαπανών ανά τράπεζα σε πληροφοριακούς πίνακες, από τους οποίους οι φορολογούμενοι μπορούσαν να αντλήσουν τις αναγκαίες πληροφορίες και να δηλώσουν τα σωστά ποσά δαπανών στους κωδικούς 049-050.

Ομως, οι κωδικοί 049-050 του πίνακα 7 ήταν «ανοιχτοί» για τη δήλωση οποιουδήποτε ποσού, ώστε οι φορολογούμενοι να μπορούν να διορθώσουν τα ποσά, εάν οι πραγματικές δαπάνες ήταν περισσότερες από εκείνες που αναφέρονταν στα στοιχεία των τραπεζών. Η διόρθωση των στοιχείων του TAXISnet απαιτεί οι υπόχρεοι να έχουν στη διάθεσή τους τα αποδεικτικά πληρωμής δαπανών, για την περίπτωση που κληθούν για έλεγχο.

Xιλιάδες περιπτώσεις με υπερβάσεις

Σύμφωνα με πληροφορίες, κατά την εκκαθάριση των φετινών φορολογικών δηλώσεων εντοπίστηκαν χιλιάδες περιπτώσεις φορολογουμένων που ανέγραψαν ποσά σημαντικά υψηλότερα από αυτά που προκύπτουν με βάση τα στοιχεία τα οποία έστειλαν οι τράπεζες στην ΑΑΔΕ. Στους φορολογουμένους αυτούς ενδέχεται να περιλαμβάνονται αρκετοί οι οποίοι συμπλήρωσαν μόνοι τους τα απαιτούμενα για την κάλυψη των αφορολογήτων ποσά δαπανών, μόνο και μόνο για να γλιτώσουν τον πρόσθετο φόρο του 22%, χωρίς όμως να έχουν πραγματοποιήσει όντως το σύνολο των δαπανών αυτών. Οι διαφορές, μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις ανάμεσα στο ποσό που δηλώθηκε και το ποσό που έστειλαν στην ΑΑΔΕ οι τράπεζες είναι τεράστιες. Στις περιπτώσεις αυτές, η ΑΑΔΕ είναι πολύ πιθανό να καλέσει τους φορολογουμένους για έλεγχο, να τους ζητήσει δηλαδή να προσέλθουν στις αρμόδιες ΔΟΥ προσκομίζοντας το σύνολο των απαιτούμενων δικαιολογητικών, προκειμένου να αποδείξουν ότι πράγματι έκαναν όλες τις δαπάνες που δήλωσαν στους κωδικούς 049-050.

Εφόσον κάποιος κληθεί για έλεγχο και δεν έχει τα απαραίτητα παραστατικά για τις δαπάνες του, τότε για το ποσό δαπανών που δεν κατάφερε να δικαιολογήσει θα κληθεί να πληρώσει τον επιπλέον φόρο εισοδήματος του 22%. Επίσης, εφόσον η διαφορά φόρου που θα προκύψει είναι μεγαλύτερη του 5% του αρχικά προσδιορισθέντος φόρου, θα επιβαρυνθεί με πρόστιμο υποβολής ανακριβούς δήλωσης κλιμακούμενο από 10% έως 50% της διαφοράς, καθώς και με τόκους εκπρόθεσμης καταβολής επί της διαφοράς αυτής. Οι τόκοι θα υπολογιστούν με ποσοστό 0,73% ανά μήνα για το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη στιγμή της λήξης της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης μέχρι την ημερομηνία διαπίστωσης της παράβασης από τον έλεγχο.